Μια γύρα σε έναν παλιό Σεπτέμβρη
Γράφει η Νίκη Δουλγεράκη
Ο Αύγουστος έμοιαζε βιαστικός και τούτη τη φορά, καθώς ετοιμαζόταν να δώσει τη θέση του σε έναν γλυκό, σαν μαθητούδι, Σεπτέμβρη, που τον έκανε να κρυφογελά και να αναρωτιέται αν θα τα κατάφερνε με τις μισοτελειωμένες δουλειές που του άφηνε φεύγοντας! Όπως εκείνες του τρύγου, καθώς περίμενε να ωριμάσουν τα σταφύλια. Έτσι, ο Σεπτέμβρης ανασκουμπωνόταν για να τρυγήσει τα αμπελάκια του χωριού της και στη συνέχεια, αφού άφηνε στο τραπέζι κάμποσα γλυκά σταφύλια για τα ζυμένια μακαρούνια, τα υπόλοιπα τα κουβαλούσε στα πατητήρια, απ’ όπου ο γλυκόπιοτος μούστος θα μεταφερόταν με πήλινα σταμνιά στα ξύλινα βαρελάκια του κάθε νοικοκύρη, προκειμένου να αρχίσει να γινώνεται το κρασάκι της χρονιάς!
Ακόμη θυμάται πώς μύριζαν τα σοκάκια του χωριού απ’ τον χυμένο μούστο, από το πήγαινε-έλα των σταμνιών.
Εκείνη ένιωθε περιχαρής. Πιθανόν να αισθανόταν κι ως νύμφη του θεού Διονύσου, καθώς συμμετείχε σε όλη αυτή τη διαδικασία και, ειδικά, στο πάτημα των σταφυλιών μαζί με τον πατέρα της, στο πατητήρι του μπάρμπα Μήτσου.
Πρώτα, βέβαια, είχε πλύνει τα πόδια της καλά-καλά, προκειμένου να φύγει η λέρα και η σκόνη από την ξυπολυσιά των καλοκαιρινών παιχνιδιών!
Εκείνη, όμως, πιότερο απ’ όλα, περίμενε τη μουσταλευριά με τα κιοφτέρια που έφτιαχνε με τον μούστο η μάνα της.
Δεν είχε μόνο τούτη τη δουλειά του τρυγητού να ποσώσει ο Σεπτέμβρης, καθώς θυμάται να βρίσκεται στον Κερατόκαμπο το μεγαλύτερο μέρος του καλοκαιριού.
Όταν ερχόταν ο Σεπτέμβρης, δύο δουλειές ανείμενανε να γίνουν. Η μία την έβρισκε στον περίβολο του Αγίου Παντελεήμονα να γεμίζει κι εκείνη, μαζί με τους μεγάλους, σακουλάκια με σκινόχωμα για τα φυτά των ντοματών, για τις υπαίθριες χειμωνιάτικες καλλιέργειες, τότε που τα θερμοκήπια ήταν σχεδόν ανύπαρκτα.
Απ’ την άλλη, καθώς τότε ο Κερατόκαμπος ήταν γεμάτος χαρουπιές, το μάζεμα κι η πώληση των χαρουπιών έμοιαζε σαν γιορτή, που όμως έδινε μια μικρή οικονομική ανάσα σε πολύ κόσμο.
Έτσι κι εκείνη, όταν συμμετείχε στο μάζεμα των χαρουπιών, η δική της «πάρτη» γινόταν τετράδια και μολύβια, καθώς το σχολείο οσονούπω άνοιγε!
Ωστόσο, η ήρεμη θάλασσα του Σεπτέμβρη την καλούσε καθημερινά για τα τελευταία παιχνίδια και τις βουτιές. Πότε με τη Μαρία, τη Χρυσή και τη μικρή Αντωνία και άλλοτε με τον φίλο της, τον Νικολή τον Τρυκιμίζα!
Η παραλία είχε αδειάσει από τους καλοκαιρινούς παραθεριστές. Άρχιζε να νυχτώνει νωρίτερα. Οι πρώτες δροσιές του Σεπτέμβρη, σιγά-σιγά, έβαζαν την τελεία στο καλοκαίρι, που δεν έλεγε ακόμη να φύγει.
Μα ούτε κι εκείνη ήθελε να φύγει ακόμη. Όχι τουλάχιστον πριν από τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού και του Αγίου Νικήτα, που έφερνε μαζί του ο Σεπτέμβρης, καθώς ήλπιζε να φανεί και σε τούτα τα πανηγύρια κανένας Μπριντής ή Χρήστος με τη λαμπερή πραμάτεια τους!
Η μέρα του Τιμίου Σταυρού είναι γερά κρατημένη στη μνήμη της ως μέρα νηστείας για όλη την οικογένεια. Ακόμη και για τον πατέρα της, που, αν και δεν ήταν ο χριστιανός που είχε πολλά πάρε-δώσε με την εκκλησία, νήστευε πάντα για τους δικούς του λόγους και το λάδι εκείνη τη μέρα. Καθώς άλλες νηστείες δεν κρατούσε, μόνο τούτη, της Μεγάλης Παρασκευής και του Αϊ-Γιάννη του Ριγολόγου!
Εκτός των άλλων, ήταν και μέρα μνήμης και αναφοράς για τα «Καμένα Χωριά», όπως συνήθιζαν να τα ονοματίζουν οι πιο μεγάλοι. Θυμάται να ακούει ιστορίες, κάτω από το μεγάλο αρμυρίκι, για κείνη τη μαύρη μέρα ενός παλιότερου Σεπτέμβρη, του 1943, με την ολοκληρωτική καταστροφή της επαρχίας από τη θηριωδία των Γερμανών.
Και να βάζει τα κλάματα, μη μπορώντας να διαχειριστεί τα συναισθήματα που της έβγαζαν οι περιγραφές ανθρώπων που τα έζησαν, όπως ο Γερουλάνος, η μάνα της, ο μπάρμπας Δημήτρης… κι άλλοι.
Όμως ο Σεπτέμβρης, ως το ’χε συνήθειο χρόνων, άνοιγε τα σχολεία και πάλι. Κι αυτό δεν ήταν το καλύτερό της, καθώς δυσκολευόταν να προσαρμοστεί σε βιβλία, τετράδια και κανόνες της τάξης, ύστερα από την ελευθεριότητα των καλοκαιρινών διακοπών!
Ναι, ο Σεπτέμβρης εκεί κάπου τη μελαγχολούσε.
Καθώς, συν τοις άλλοις, η θύμησή της κάνει εικόνα την κυρία Μαρίκα, τη δασκάλα, τις πρώτες μέρες του σχολείου, γελαστή και ευγενική, στην αυλή, να απευθύνεται στον πατέρα της:
«Ε, σύντεκνε Ζάχαρη, θα μου κόψεις μια μακρά και γερή ρογδόβεργα;… Έτσι, να υπάρχει για τον φόβο των Ιουδαίων». Σαφώς κι οι «Ιουδαίοι» δεν ήταν άλλοι από την ίδια και τα υπόλοιπα καλόπαιδια της τάξης, που μόνο στη θέα της ρογδόβεργας θυμούνταν πως το σχολείο είχε τους δικούς του κανόνες!
Κι εκείνη κάθε που μπαίνει ο Σεπτέμβρης ξαναγυρνά σε ’κείνα τα χρόνια, γίνεται πάλι εκείνο το παιδί που δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στο άνοιγμα του σχολείου, δεν ήθελε να αφήσει τη θάλασσα, τα καλοκαιρινά παιγνίδια στα σοκάκια, αλλά περίμενε με λαχτάρα να πατήσει τα σταφύλια, να φάει μουσταλευριά, να μαζέψει χαρούπια, να πάει στα πανηγύρια και όλα εκείνα που έκαναν το Σεπτέμβρη να μοιάζει μόνος του με ολόκληρη εποχή…
Κεντρική φωτογραφία: Φωτογραφικό Αρχείο Μανώλη Σπανάκη. Δημοτικό Σχολείο Κάτω Βιάννου. Σχολικό έτος 1974-75-Δεξιά η δασκάλα Μαρίκα Αγγουράκη-Τζανάκη