Ο μικρός Λεμοναντζής
Αμιρά, χρονιά 1961. Προς το τέλος Οκτωβρίου είχαν οριστεί οι Εθνικές εκλογές, αυτές που έμειναν στην ιστορία «βίας και νοθείας». Είχα κλείσει τα 10 μου χρόνια και στα καφενεία υπήρχαν έντονες αντιπαραθέσεις των συγχωριανών μου για την πολιτική κατάσταση.
Θα ελάμβαναν μέρος στις εκλογές η Ε.Κ. του Παπανδρέου με τους Βενιζελικούς και τους Φιλελεύθερους, η ΕΡΕ του Καραμανλή και η ΕΔΑ σαν ΠΑΜΕ του Πασαλίδη.
Στον κεντρικό δρόμο του χωριού «έβλεπε» το μαγαζί του Προέδρου (Χαλκιαδάκη Νικολάου) και πέρα από τους καυγάδες και τη φασαρία, γινόταν και προετοιμασίες για την ημέρα των εκλογών. Στον καταπότη που περνούσε μπροστά από το μαγαζί, έρεε το κρυγιό νερό της Ανεβάλλουσας. Τα καλοκαίρια, εκεί βάζανε τα μπουκάλια με τις γαζόζες, τις μπύρες μα και τα καρπούζια, για μένουν δροσερά. Και δεν πείραζε τα μπουκάλια κανείς!
Τον καταπότη αυτόν έπρεπε να δρασκελίσεις για να μπεις στο μαγαζί κι άμα ήθελες λεμονάδα, έσκυβες κι έπιανες το μπουκάλι, το πήγαινες στο τεζιάκι για να σου το ανοίξει η κυρά Καλλιόπη ή η Ισμήνη και να πληρώσεις.
Η προηγουμένη των εκλογών ήταν ημέρα Σάββατο, όμως ήταν επίσημη αργία σαν επέτειος του ΟΧΙ. Είχαν τελειώσει τα αναψυκτικά γιατί είχε μαζευτεί ο κόσμος για την παρέλαση του Δημοτικού Σχολείου και μετά αράξανε στο καφενείο. Έπρεπε λοιπόν ο Πρόεδρος αυθημερόν να προμηθευτεί αναψυκτικά. Δεν γνώριζε αν θα ήταν ανοικτό το λεμοναντζήδικο τέτοια μέρα, αλλά έπρεπε να γίνει προσπάθεια για προμήθεια μιας μικρής ποσότητας έστω. Αναμενόταν κόσμος την επομένη μέρα και κυρίως το βράδυ της Κυριακής στο καφενείο, για την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων από το ραδιόφωνο. Έτσι λοιπόν ο Πρόεδρος οργάνωσε μιαν αποστολή ανάγκης για την προμήθεια από το λεμοναντζήδικο του Χριστόφορου στον Άη Βασίλη. Ο πατέρας μου προσέφερε τους δυο γάιδαρους που είχαμε, βρέθηκαν και δυο μουλάρια, φόρτωσαν τα κασόνια με τα άδεια μπουκάλια, έδεσαν το ένα ζώο πίσω απ’ τ’ άλλο, με σήκωσαν και με έβαλαν ανάμεσα στα κασόνια στο σαμάρι του πρώτου γάιδαρου, μου δώσανε το σκοινί με το χαλινάρι και ξεκίνησα για το λεμοναντζήδικο.
Περάσαμε από το Κεφαλοβρύσι, πήραμε την κατηφόρα για τον Άγιο και δεν αργήσαμε να φθάσουμε στο εμφιαλωτήριο. Βρήκα τον Μιχάλη εκεί, τον γιό του Χριστόφορου. Είμαστε ισόχρονοι, στα 10 μας και είχαμε γνωριστεί από προηγούμενες αποστολές προμήθειας λεμονάδων. Μου λέει ότι ο πατέρας του λείπει και δεν έχουν γεμάτα μπουκάλια. Του λέω ότι πρέπει οπωσδήποτε να γυρίσω στ’ Αμιρά με γεμάτα μπουκάλια. Ο μικρός Λεμονατζής πήρε την απόφαση και μου λέει: «Γιάννη θα τα γεμίσουμε μόνοι μας, ξέρω πως το κάνει ο κύρης μου».
Αδειάσαμε με το μαλακό τα κασόνια και βάλαμε τα μπουκάλια στη δεξαμενή για το πλύσιμο. Τα ζώα τ’ αφήσαμε φορτωμένα με τα κασόνια να βόσκουν στην άκρη του αυλακιού που έφερνε το νερό από τον ποταμό. Αφού τελειώσαμε το πλύσιμο των μπουκαλιών, προσθέσαμε μερικά ακόμη πλυμένα που είχε κι έτσι μαζεύτηκαν καμιά 300αριά.
Σ’ ένα καζάνι έριξε ζάχαρη με τη σέσουλα, δυο κουβάδες με νερό και άρωμα λεμονιού για να κάνει το σιρόπι και αφού σοροπιάσαμε τα μπουκάλια με υπομονή, πήρε το πρώτο μπουκάλι και το έβαλε στη μηχανή για την εμφιάλωση. Εγώ πήγα στην απέναντι μεριά για να μαζεύω τα γεμισμένα μπουκάλια. Γυρίζει το Μιχαλιό τη μανιβέλα και τη στιγμή που αρχίζει το αέριο να μπαίνει στο μπουκάλι και κλείνει το προστατευτικό πορτάκι, γίνεται το «μπαμ», σκάει το μπουκάλι, βλέπω να έρχεται προς το κεφάλι μου ο πάτος του μπουκαλιού. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω και δέχθηκα το κτύπημα στη κόχη του αριστερού μου ματιού στο σημείο που λένε «το πόδι της χήνας». Έπεσα ανάσκελα και δε θυμάμαι τίποτε άλλο.
Όταν συνήλθα, βρέθηκα να κρατούν από τους ώμους δυο ανθρώποι στην πλατεία του Άη Βασίλη. Μου είχαν μανδηλοδέσει το κεφάλι και το μάτι με γάζες. Φθάσαμε σιγά-σιγά πίσω στο λεμοναντζήδικο υποβασταζόμενος. Όσην ώρα είχα διάσειση και μου περιποιόντουσαν το τραύμα στο μάτι, άλλοι πιο μεγάλοι ετοιμάσανε την «παραγγελία» κι έτσι βρήκα τα ζώα φορτωμένα με τα κασόνια έτοιμα για αναχώρηση. Με σήκωσαν πάλι και με βάλανε στο σαμάρι ανάμεσα στα κασόνια. Ξεκινήσαμε για τ’ Αμιρά κι ευτυχώς τα γαϊδούρια θυμούνται το δρόμο και πηγαίνανε μόνα τους, γιατί εγώ δεν κατάλαβα πώς και πότε φθάσαμε.
Πάντως, «αποστολή εξετελέσθη».
ΜΙΧΑΛΗ ΑΙΩΝΊΑ ΣΟΥ Η ΜΝΉΜΗ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΦΙΛΕ
Χαλκιαδάκης Ιωάννης εξ Αμιρών
London Ontario Canada.