Ισοτιμίες
Γράφει ο Αλέξανδρος Κατσαπρακάκης*
Βρέθηκα προχθές με ένα φίλο σε μια καφετέρια στο Ηράκλειο. Το ευγενέστατο γκαρσόνι δεν άργησε να μας επισκεφθεί προσφέροντας μάλιστα εκτός από το πηγαίο χαμόγελο και μια καράφα νερό παγωμένο μαζί με δυο ποτήρια κενά, υποθέτοντας προφανώς ότι μπορεί να διψούμε ή και να μη διψούμε… Στο ερώτημα του τί θα θέλαμε να μας φέρει απαντήσαμε, ο μεν φίλος ένα καπουτσίνο κι εγώ ένα μονό Ελληνικό-μέτριο (αυτές τις πολλές και ποικίλες εκδόσεις του καφέ τις είχα απορρίψει λόγω κορεσμού στα χρόνια της εφηβείας μου …).
Και μετά το ευφυολόγημα ας προσγειωθούμε στην ουσία της καταχώρησης, όπως προέκυψε μετά που καταναλώσαμε την ουσία του καφέ.
Τί οφείλουμε παρακαλώ; 6,90 ευρώ, η απάντηση. Πληρώσαμε και φύγαμε ευχαριστημένοι και για τη συνάντηση και για τον καφέ. Αργότερα με βασάνισε το θέμα της τιμής του καφέ σε σχέση με την τιμή των παραγόμενων εισοδημάτων στην Κρήτη που είναι το λάδι και τα σταφύλια (αυτά που υπάρχουν ακόμη). Δεν θα κρίνω την τιμή του καφέ αν είναι υψηλή ή όχι. Θα πω όμως ότι για να πληρωθούν αυτοί οι δυο καφέδες χρειάζονται 23,3 κιλά σταφύλια εξαιρετικά κοτσιφάλι από τον Αχεντριά (από 30 λεπτά το κιλό) ή δυο κιλά λάδι, αγνό παρθένο της Κρήτης.
Στη συνέχεια με κατέλαβε το παράπονο και ο προβληματισμός. Γιατί αυτή η απαξίωση στα βασικά προϊόντα της υπαίθρου, όπως το λάδι και τα σταφύλια. Γιατί αυτός ο πόλεμος προς τον άνθρωπο που κάνει καθημερινά πάνω στη γη προσευχή και την κανακίζει, την περιποιείται και την παρακαλεί με την εργώδη προσπάθεια του, να καρπίσει, να αποφέρει καρπούς χρυσαφένιους για τη φαμίλια του και για μας όλους, που τα περιμένουμε με λαχτάρα από τον καναπέ, καθώς οι δουλειές μας είναι άλλες. Η σκέψη μου προχώρησε προς το μέλλον και έκανα το συλλογισμό, ας υποθέσομε ότι προκύπτει μια μέρα που οι αγρότες, οι εργάτες, οι σκαπανείς της γης, παύουν να υπάρχουν. Τι θα γίνει με τα αγαθά που μας εξασφάλιζαν οι αγρότες μας, ποιος θα τα παράγει και ποιος θα μας τα προμηθεύει; Απάντηση δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο διατροφικό κενό, χάος.
Ύστερα προβληματίστηκα γύρω από την τιμή του λαδιού που αξίζει όσο ένας καφές, και όχι όσο μια οκά μπακαλιάρος όπως ήταν κάποτε. Πρόπερσυ το λάδι είχε 8 και 9 ευρώ και βρόντηξε ο κόσμος ότι το λάδι ανέβασε τον πληθωρισμό και την ακρίβεια. Και λέω εγώ με την ταπεινή μου σκέψη, χωρίς να αγνοώ τον καταναλωτή, που τον σέβομαι και τον κατανοώ. Ας υποθέσομε ότι η τιμή του λαδιού διαμορφώνεται στα 10 ευρώ. Αγοράζοντας λοιπόν ένα κιλό δίδεις 10 ευρώ. Η νοικοκυρά θα χρησιμοποιήσει για να μαγειρέψει ένα πενηντάρι λάδι που σημαίνει 150 γραμμάρια. Άρα με το ένα κιλό το λάδι θα μαγειρέψει περίπου 7 φορές. Που σημαίνει δαπάνη περίπου 1,5 ευρώ, ενώ όλα τα άλλα που θα μαγειρέψει και θα τα βάλει στο τσικάλι, ακόμη και για το ποιο φτηνό και απλό φαγητό, της κοστίζουν πολύ περισσότερα. Γι’ αυτό λοιπόν επιμένω ότι το λάδι στα 8 έστω ευρώ, δεν είναι ακριβό με την προϋπόθεση ότι στο σούπερ η τιμή του δεν θα ξεπερνά τα 10 ευρώ. Ίδια γεύση και στοχασμοί και για τα σταφύλια. Είδα ροζακί σταφύλι που το καμάρωνες σαν όψη και ουσία. Ο παραγωγός τα πληρώθηκε προς 25 λεπτά. Μου το είπε συγκινημένος. Τον κατάλαβα. Για την αντίθετη άποψη απαιτείται ψυχραιμία και σύνεση.
*Ο κ. Αλ. Κατσαπρακάκης είναι Οδοντίατρος