Οι Αισθήσεις της Πρώτης Βροχής
"Το σύννεφο έφερε βροχή...." Μάνος Χατζιδάκις
Η πρώτη βροχή του φθινοπώρου δεν είναι ποτέ μόνο βροχή. Είναι μυρωδιά, ήχος, χρώμα και μνήμη. Είναι σαν να ανοίγει ξαφνικά μια παλιά πόρτα και να μας αφήνει να ξαναμπούμε, για λίγο, σε έναν κόσμο που νομίζαμε πως είχε χαθεί. Μετά από ένα μακρύ και ζεστό καλοκαίρι, η γη έχει διψάσει. Έχει στεγνώσει κάτω από τον ήλιο και περιμένει τις πρώτες σταγόνες για να ξαναβρεί τη μυρωδιά της.Και όταν εκείνες πέσουν πάνω στο χώμα, συμβαίνει κάτι μαγικό. Μια γνώριμη μυρωδιά γεμίζει τους δρόμους, τις αυλές και τα χωράφια.Είναι η μυρωδιά της βρεγμένης γης. Μια μυρωδιά που δεν μοιάζει με καμία άλλη και που, όσο κι αν περάσουν τα χρόνια, αρκεί μια πρώτη βροχή για να μας γυρίσει πίσω. Ύστερα έρχεται ο ήχος.
Η βροχή πάνω στα κεραμίδια, στις λαμαρίνες, στα φύλλα των δέντρων, στα περβάζια και στις αυλές.Ένας ρυθμικός ήχος, άλλοτε απαλός κι άλλοτε δυνατός, σαν μια φυσική μουσική που γεμίζει το σπίτι και σε κάνει να θέλεις να σταθείς λίγο στο παράθυρο και να κοιτάξεις. Και το τοπίο αλλάζει. Το χωριό παίρνει άλλα χρώματα. Η σκόνη του καλοκαιριού φεύγει από τα φύλλα και η φύση μοιάζει να παίρνει μια βαθιά ανάσα ανακούφισης.Τα χωράφια πρασινίζουν.Οι ελιές γυαλίζουν. Τα βουνά αποκτούν ξανά εκείνες τις γήινες αποχρώσεις που τόσο μας είχαν λείψει.
Και για εμάς που μεγαλώσαμε ή περάσαμε τα καλοκαίρια μας στο χωριό, η πρώτη βροχή δεν ήταν απλώς μια αλλαγή του καιρού. Ήταν το τέλος της καλοκαιρινής ανεμελιάς και η αρχή μιας άλλης εποχής, πιο ήσυχης, πιο εσωτερικής, γεμάτης τη δική της γλυκιά θαλπωρή. Η βροχή σήμαινε πως το παιχνίδι μεταφερόταν πια μέσα. Το χωριό άλλαζε ακόμη και τους ήχους του. Τα καλοκαιρινά παιχνίδια σώπαιναν, οι φωνές από τα σοκάκια λιγόστευαν και τη θέση τους έπαιρνε ο ήχος της βροχής, το τρίξιμο μιας πόρτας, η φωνή της μάνας από την κουζίνα, το ξύλο που έσπαζε μέσα στη φωτιά.
Στα σπίτια μοσχοβολούσαν τα βότανα που είχαν μαζευτεί και αποξηρανθεί από το καλοκαίρι, ενώ στα καφενεία σε περίμενε μια ζεστή σουμάδα ή μια κανελάδα. Κι από τις κουζίνες έρχονταν μυρωδιές από τηγανισμένο ψωμί ή λουκουμάδες, καθώς η μάνα έβρισκε τρόπους να μας κρατήσει απασχολημένους τις βροχερές ώρες. Μαζευόμασταν γύρω από το τραπέζι, με τα πόδια μας ακόμη λερωμένα από τα χώματα του καλοκαιριού, και ακούγαμε τις σταγόνες να χτυπούν ρυθμικά τα κεραμίδια. Οι μεγάλοι άρχιζαν τις ιστορίες. Ιστορίες από τους δικούς τους χειμώνες, από τα χρόνια που ήταν παιδιά, από ανθρώπους και γεγονότα που εμείς δεν είχαμε γνωρίσει. Κι εμείς τους ακούγαμε, νιώθοντας εκείνη την απλή και βαθιά ασφάλεια που μόνο τα παιδικά χρόνια ξέρουν να χαρίζουν.
Έξω έβρεχε.Μέσα υπήρχε ζεστασιά.Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ο κόσμος μας μίκραινε λίγο, αλλά γινόταν πιο ζεστός. Παράλληλα, άρχιζαν και οι προετοιμασίες για τον χειμώνα. Να μαζευτούν τα ξύλα. Να τακτοποιηθούν τα σπίτια. Να κατέβουν τα χειμωνιάτικα ρούχα και οι κουβέρτες. Να προγραμματιστεί η συγκομιδή των ελιών. Να ετοιμαστούν όλα για μια ακόμη εποχή. Το πρώτο τζάκι ή η πρώτη ξυλόσομπα που ανάβει έχει κι αυτή τη δική της μυρωδιά. Ξύλο που καίγεται.Καπνός. Ζεστασιά. Και μαζί έρχεται εκείνο το πρώτο πραγματικό κρύο που μας θυμίζει πως το καλοκαίρι τελείωσε.
Κι όμως, η πρώτη βροχή δεν μου φέρνει μόνο αυτές τις εικόνες. Μου φέρνει πίσω ένα παιδί. Εμένα. Θυμάμαι τη γιαγιά μου να με κοιτάζει και να με παροτρύνει να βγω έξω στη βροχή. «Να βραχούν τα μαλλιά σου, να μακρύνουν γρήγορα!» Μου έλυνε τις πλεξούδες και με έστελνε στο σοκάκι. Κι εγώ δεν ήθελα και πολύ να μου το πει δεύτερη φορά. Έβγαινα στη βροχή και χόρευα. Γύριζα γύρω γύρω με τα χέρια ανοιχτά, γελούσα, άφηνα τις σταγόνες να πέφτουν πάνω μου και σήκωνα το πρόσωπό μου στον ουρανό. Δεν με ένοιαζε αν θα γινόμουν μούσκεμα.Δεν με ένοιαζε αν θα λερώνονταν τα ρούχα μου. Εκείνη τη στιγμή η βροχή ήταν παιχνίδι.Ήταν χαρά.Ήταν ένας ολόκληρος κόσμος που άνοιγε μπροστά μου.
Η μάνα μου, βέβαια, είχε άλλη άποψη. «Έλα μέσα, μη κρυώσεις!» Κι εγώ έκανα πως δεν την άκουγα. Συνέχιζα να χορεύω. Και η γιαγιά μου, που με κοιτούσε από την πόρτα, χαμογελούσε και έλεγε:«Δες πόσο ευτυχισμένη είναι!» Ίσως να μην καταλάβαινα τότε πόσο όμορφη ήταν εκείνη η στιγμή. Τώρα, τόσα χρόνια μετά, την καταλαβαίνω. Γιατί η ευτυχία των παιδικών μας χρόνων δεν χρειαζόταν πολλά. Μια πρώτη βροχή.Ένα σοκάκι. Μια γιαγιά που μας αγαπούσε. Και μια φωνή από την πόρτα που φοβόταν μήπως κρυώσουμε.
Θυμάμαι ακόμη και τις πρώτες μου κόκκινες λαστιχένιες γαλότσες. Είχαν διαφορετικά σχέδια και μου φαίνονταν υπέροχες.Ήταν σχεδόν σαν να περίμενα την πρώτη βροχή μόνο και μόνο για να τις φορέσω. Να πατήσω στις πρώτες λακκούβες. Να πιτσιλιστώ. Να περπατήσω στους βρεγμένους δρόμους του χωριού και να νιώσω πως το φθινόπωρο είχε έρθει πραγματικά. Κι ακόμη τώρα, όταν μυρίζω τη βρεγμένη γη, ακούω τη βροχή στα κεραμίδια ή βλέπω τις πρώτες σταγόνες να κυλούν στο τζάμι, όλα αυτά επιστρέφουν. Για μια στιγμή δεν είμαι πια μεγάλη. Είμαι πάλι εκείνο το παιδί στο σοκάκι. Με τα βρεγμένα μαλλιά, τις κόκκινες γαλότσες και τα χέρια ανοιχτά στον ουρανό. Και κάπου από μακριά ακούω ακόμη τη φωνή της γιαγιάς μου: «Δες πόσο ευτυχισμένη είναι!» Ίσως τελικά αυτό να είναι το δώρο της πρώτης βροχής. Δεν ποτίζει μόνο τη γη. Ποτίζει και τη μνήμη. Ξυπνά μέσα μας πρόσωπα, φωνές, μυρωδιές και στιγμές που νομίζαμε πως είχαν χαθεί μέσα στα χρόνια. Και μας θυμίζει κάτι που, μεγαλώνοντας, συχνά ξεχνάμε, πως η ευτυχία μπορεί να είναι πολύ απλή. Μπορεί να είναι μια βροχή. Ένα παιδί που χορεύει. Μια γιαγιά που χαμογελά. Και μια παλιά φωνή που, ακόμη κι όταν όλα έχουν αλλάξει, συνεχίζει να μας λέει: «Δες πόσο ευτυχισμένη είναι!» Κι ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που έρχεται η πρώτη βροχή, ένα μικρό κομμάτι του εαυτού μας θέλει ακόμη να βγει στο σοκάκι, να σηκώσει το πρόσωπο στον ουρανό και να χορέψει.