Ο θείος Χριστόφορος και ο εξάντας του...
Εκείνο το καλοκαίρι των παιδικών μου χρόνων θυμάμαι τον θείο τον Χριστόφορο περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Τον είχα ρωτήσει για τον εξάντα. Παλαίμαχος υποπλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού εκείνος, σκέφτηκα πως θα ήξερε να μου πει πώς δουλεύει. Και πραγματικά κάθισε και μου εξήγησε. Και παρόλο που δεν είχαμε εξάντα- πού να τον βρεις άλλωστε;-αυτά είναι σπάνια και δυσεύρετα πράγματα για τους στεριανούς- ήταν σαν να είχαμε έναν εκεί μαζί μας.
Εκείνο το απόγευμα στο γιαλό περάσαμε αρκετή ώρα μαζί. Ήταν, ίσως, και η πρώτη φορά που συνέβαινε αυτό αλλά έχει χαραχθεί ανεξίτηλα στη μνήμη μου. Κάτι στον τρόπο που μιλούσε, κάτι στον ήρεμο τόνο της φωνής του και στο χαμογελαστό του ύφος με είχε μαγνητίσει. Έκτοτε όποτε ερχόταν στο σπίτι μας, καθόμουν κ εγώ πάντα στην παρέα για να ακούω τις διηγήσεις του. Και είχε πολλές. Και από τη θάλασσα και από τη στεριά. Ιστορίες των βαποριών και των ορέων. Ιστορίες της Βιάννου και του Γιαλού. Ιστορίες από τα παιδικά και εφηβικά χρόνια που έζησαν μαζί με τον πατέρα μου.
Ο θείος Χριστόφορος ήταν ο καλύτερος ξάδερφος του πατέρα μου, ο πιο αγαπημένος. Και παρόλο που ήταν δεύτερα ξαδέρφια και τους χώριζε μια θάλασσα, ήταν καλύτερα και από πρώτα.
Και μετά… ο πατέρας μου αρρώστησε. Από την αρρώστια αυτή που, πολλοί, δεν τολμούν να προφέρουν καν με το όνομά της. Εκείνο το τελευταίο καλοκαίρι του, ο θείος Χριστόφορος λες και ψυχανεμιζόταν το τέλος, ερχόταν σχεδόν κάθε απόγευμα στο σπίτι για καφέ. Καθόταν κάτω από τη λεμονιά με τον πατέρα μου και για ώρες κουβέντιαζαν. Ήταν «το καλοκαίρι του εξάντα», έτσι το έχω αποτυπώσει στη μνήμη μου. Ένα από τα απογεύματα εκείνου του καλοκαιριού παρατηρούσε τον πατέρα μου που ξεφυσούσε όποτε κοίταζε το σπίτι. «Ήντα ναι μωρέ Γιάννη και θωρείς έτσα λοξά το σπίτι σου;» τον ρώτησε με τον πατέρα μου να απαντά πως από πέρυσι σχεδίαζε να το βάψει τουλάχιστον εξωτερικά, αλλά πως τελικά ο Θεός είχε άλλα σχέδια: «Ντα δε θωρείς τα χάλια μου Χριστόφορε, το σπίτι θα ξανοίξω τώρα;» είχε χαρακτηριστικά πει. Θυμάμαι τότε τον θείο να μου ρίχνει μια λοξή ματιά όλο νόημα και να απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη στον πατέρα μου «αυτά είναι τα εύκολα ξάδερφε μη σκας». Για πότε συνεννοηθήκαμε για πότε τα κανονίσαμε ούτε που θυμάμαι. Θυμάμαι όμως πάρα πολύ καλά την εβδομάδα που ακολούθησε. Ο θείος με εμένα βοηθό και την καλή διάθεσή μας, καταφέραμε να βάψουμε μόνοι μας όλο το σπίτι. Εγώ που δεν είχα ιδέα από κοψίματα, ξυσίματα, βαψίματα και τα τοιαύτα, έγινα ξαφνικά από «φερερές», «μαστοράκι» και από μαστοράκι, «μάστορας». Επί μια βδομάδα ο θείος ερχόταν από τις 6 το πρωί «να προλάβουμε τη ζέστη» και με επιβλέποντα εργοδηγό τον πατέρα μου, που συγκινημένος κάτω από τη λεμονιά μας παρακολουθούσε, καταφέραμε να βάψουμε εξωτερικά όλο το σπίτι πάνω και κάτω. Δε με ένοιαζε που πονούσα σε όλο μου το σώμα ούσα άμαθη σε τέτοια, ούτε με ένοιαζε που έχανα τα μπάνια του Αυγούστου και τα βραδινά ξενύχτια. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν η χαρά που πήρε ο πατέρας μου αυτό το τελευταίο καλοκαίρι. Και τη χαρά αυτή του την είχε προσφέρει ο θείος Χριστόφορος. Θα τον ευγνωμονώ αιώνια για αυτό.
Λένε πως οι άνθρωποι που αγαπιούνται μεταξύ τους έχουν μια ανεξήγητη ικανότητα επικοινωνίας ακόμα και αν δε μιλάνε, δε βλέπονται συχνά και δεν είναι ο ένας στην καθημερινότητα του άλλου. Δεν ήμουν και τόσο σίγουρη ότι αλήθευε αυτό, μέχρι την 8η Απριλίου του 2006. Εκείνο το βράδυ ο θείος Χριστόφορος αποφάσισε να πάρει το καράβι και να ανέβει Αθήνα για να δει τον πατέρα μου. Τις προηγούμενες ημέρες είχε μπει στον Άγιο Σάββα για μια ακόμα μικροεπέμβαση, ρουτίνας μας είχαν πει. Δεν μας το είχε πει ότι ερχόταν ήθελε να του κάνει έκπληξη. Τα ξημερώματα την ώρα που έφτανε το καράβι στον Πειραιά, ο πατέρας μου ξεψύχησε. Μισή ώρα μετά χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο θείος Χριστόφορος που είχε έρθει στο νοσοκομείο και με πήρε για να του πω σε ποιο δωμάτιο ήταν ο πατέρας μου. Κατέβηκα τρέχοντας στην είσοδο να τον βρω, έξι ορόφους κουτρουβάλησα σε χρόνο ρεκόρ. Δε θυμάμαι και πολλά μετά… Θυμάμαι μόνο το θείο Χριστόφορο όταν του είπα ότι «έφυγε» ο μπαμπάς… Κλονίστηκε, λύγισε και σωριάστηκε σ’ ένα κάθισμα που βρέθηκε δίπλα του. Κράτησε το κεφάλι του για κάμποσο μέσα στα χέρια του σκυμμένος. Και μετά μου είπε: «Για λίγο ρε ανιψιά δεν πρόλαβα».
Απόψε ο θείος Χριστόφορος θα πίνει ρακές με τον πατέρα μου. Κι εγώ θα τον έχω για πάντα στην καρδιά μου να μου θυμίζει ότι η ζωή μοιάζει λίγο με έναν εξάντα που για να δείξει σωστή ένδειξη δεν αρκεί μόνο να τον κρατάς στα χέρια σου….
Κυριακή Ι. Πετράκη