Το τρίξιμο του ξύλου και η ανέμη της Πέρα Μέσης
Ο χειμώνας στο χωριό είχε τον δικό του χρόνο. Μετρούσαμε τις μέρες όχι με το ημερολόγιο, αλλά με τα ξύλα που καίγονταν στο τζάκι, με τις βροχές που χτυπούσαν τα δώματα, με τα απογεύματα που σκοτείνιαζαν νωρίς και έδιωχναν τον κόσμο από τα σοκάκια. Γύρω στις πέντε το απόγευμα το χωριό άδειαζε. Το κρύο έσπρωχνε όλους μέσα στα σπίτια και η οικογένεια μαζευόταν γύρω από την παραστιά.
Θυμάμαι τη μυρωδιά από το καμένο αχινοπόδι, τον καπνό, τα ξύλα που έτριζαν και έσκαγαν στη φωτιά, το ζεστό ψωμί που μόλις είχε βγει από τον φούρνο.
Το τζάκι ήταν τότε το κέντρο του κόσμου μας. Εγώ καθόμουν πάνω στην πολύχρωμη κουρελού κοντά στη φωτιά. Ο πατέρας μου, με τη μασιά στο χέρι, έψηνε κάστανα και η γιαγιά ανακάτευε στην κατσαρόλα τον τραχανά με το χοιρινό. Το φως των κεριών και της φλόγας δημιουργούσε τεράστιες, απόκοσμες σκιές στους πέτρινους τοίχους. Κάθε σκιά ήταν κι ένας ήρωας. Έξω, ο αέρας λυσσομανούσε, χτυπώντας με μανία τα πορτοπαράθυρα, λες και ήθελε να ξεριζώσει το σπίτι από τα θεμέλιά του. Κι εγώ, χωμένη στην παραστιά, ανακάτευα τις στάχτες και τα κάρβουνα.
«Άντε, αθοκουτάλα μου!» μου έλεγε η γιαγιά, σαν να ήμουν η δική της Σταχτοπούτα. Κι εκεί, μέσα στη ζεστασιά του σπιτιού, η μάνα μου καθόταν στο σκαμνί, με τα χέρια ακουμπισμένα στα γόνατά της, κοιτούσε τη φωτιά και μας έλεγε ιστορίες.
Ιστορίες παλιές, από εκείνες που είχαν περάσει από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά.
Ιστορίες που στα παιδικά μου μάτια έμοιαζαν αληθινές και μαγικές μαζί, σαν παραμύθι.
Μια από αυτές ήταν η ιστορία της Πέρα Μέσης. «Ακούστε τον άνεμο…» μας έλεγε. «Σαν τις ψυχές της Πέρα Μέσης…».
Η Πέρα Μέση, έλεγαν οι παλιοί, ήταν ένα ζωντανό χωριό, κάπου εκεί στην περιοχή της σημερινής Παναγίας της Κάτω Βιάννου. Και μια μέρα, έλεγαν, γινόταν ένας γάμος. Το χωριό γλεντούσε. Μουσικές, τραγούδια, γέλια, άνθρωποι μαζεμένοι όλοι μαζί. Κανείς δεν περίμενε τι θα ακολουθούσε. Μα ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε και σηκώθηκε ένας παράξενος άνεμος. Μια ανέμη, όπως την έλεγαν οι παλιοί, που γύριζε πάνω από τα σπίτια και φώναζε: «Τούρκοι! Τούρκοι! Φύγετε! Έρχονται!» Κάποιοι, λέει η παράδοση, άκουσαν τη φωνή και πρόλαβαν να φύγουν. Κρύφτηκαν σε σπηλιές, σε ελιές, όπου μπορούσαν. Άλλοι όμως δεν πρόλαβαν. Οι εισβολείς όρμησαν στο χωριό και το γλέντι σταμάτησε μέσα σε μια στιγμή. Οι άνθρωποι σκοτώθηκαν, τα σπίτια λεηλατήθηκαν και η Πέρα Μέση καταστράφηκε.
Έτσι έλεγαν οι παλιοί. Μέσα στην ίδια ιστορία υπήρχε κι ένα μικρό παιδί, ένα βοσκάκι, που το ανάγκασαν να τους δείξει πού γινόταν ο γάμος. Και ύστερα το σκότωσαν. Μονάχα ένας, έλεγαν, κατάφερε να γλιτώσει. Ένας νεαρός Σφακιανός. Καβάλα σε ένα άσπρο, «ψαρό» άλογο, κατάφερε να ξεφύγει και να φτάσει στον Χόνδρο. Κι από εκείνον, έλεγαν οι παλιοί, έμεινε το επίθετο Ψαρολογάκης.
Εγώ, παιδί τότε, δεν ήξερα τι ήταν ιστορία και τι ήταν θρύλος. Άκουγα τη μάνα μου και κοιτούσα τη φωτιά. Και όταν σταματούσε για λίγο, εκείνη έπιανε τη μασιά και ανακάτευε τα ξύλα. Μια σπίθα πεταγόταν ψηλά και φώτιζε για μια στιγμή το πρόσωπό της. «Οι παλιοί λένε πως ο αέρας που γυρίζει τον χειμώνα στη Βιάννο είναι η ίδια ανέμη που γυρίζει ακόμη γύρω από τα χαλάσματα της Πέρα Μέσης», έλεγε. «Σαν να θυμάται ο τόπος…» Δεν ξέρω αν η ανέμη ήταν ποτέ πραγματικά εκεί. Ξέρω μόνο πως, μέσα στα λόγια της μάνας μου, ο άνεμος είχε γίνει φωνή. Και η Πέρα Μέση δεν ήταν πια ένας παλιός, χαμένος τόπος. Ήταν ένας τόπος ζωντανός μέσα στην αφήγησή της. Ένας τόπος που είχε γνωρίσει γάμο, χαρά, τραγούδια και ανθρώπους, και ύστερα τη βία και την καταστροφή.
Έξω ο αέρας συνέχιζε να φυσά. Κι εγώ κοιτούσα τον πατέρα μου, έπειτα τη μάνα μου, και κουλουριαζόμουν λίγο πιο κοντά στη φωτιά. Τα κλαδιά της κληματαριάς χτυπούσαν στον τοίχο, σαν κάποιος να ζητούσε κι εκείνος καταφύγιο. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια, καταλαβαίνω πως εκείνα τα χειμωνιάτικα βράδια η μάνα μου δεν μου έλεγε απλώς ιστορίες. Μου παρέδιδε έναν τόπο. Τη μνήμη του. Τους ανθρώπους του. Τους φόβους και τις χαρές τους. Κι ίσως αυτό να είναι τελικά η προφορική παράδοση. Όχι μόνο όσα γράφτηκαν στα βιβλία, αλλά κι εκείνα που πέρασαν από μια μάνα στο παιδί της, από τον παππού στο εγγόνι, δίπλα στη φωτιά, ανάμεσα στο τρίξιμο των ξύλων και στις σιωπές. Κάποιες ιστορίες δεν χάνονται όσο υπάρχει κάποιος να τις θυμάται. Μένουν στις στάχτες, στις πέτρες, στον άνεμο. Και κάθε φορά που ο χειμωνιάτικος αέρας περνά από τα παλιά σοκάκια της Βιάννου, μπορεί να μην ξέρουμε αν κουβαλά πράγματι τις φωνές της Πέρα Μέσης. Μα εμείς, όσοι τις ακούσαμε κάποτε από τους παλιούς μας, ξέρουμε πως ο τόπος έχει μνήμη. Και πως κάποιες ιστορίες πρέπει να συνεχίσουμε να τις λέμε. Για να μην ξεχαστούν.
*Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι φιλόλογος