«Κόλλα πέντε!»
Ο συντάκτης του κειμένου που ακολουθεί Κ.Ψ. είναι μαθητής του 6ου Γυμνασίου Ηρακλείου. Ο εν λόγω μαθητής πήρε το 3ο βραβείο Πεζογραφίας, στον 42ο Παγκρήτιο Μαθητικό Λογοτεχνικό Διαγωνισμό. Ο άδικος και πρόωρος θάνατος του Στέλιου Παπαδογιαννάκη, όπλισε τη λογοτεχνική γραφίδα του μαθητή και το αποτέλεσμα είναι το λογοτεχνικό κείμενο που βραβεύτηκε. Τίτλος του, μια αγαπημένη έκφραση του Στέλιου, ο οποίος, καθημερινά χαιρετούσε όλους τους μαθητές του, λέγοντάς τους: «κόλλα πέντε»!!!
Το κείμενο είναι συγκλονιστικό! Ο συγγραφέας επέλεξε να χρησιμοποιήσει άλλα ονόματα αλλά αυτό, ουδόλως αποβαίνει σε βάρος της ουσίας του λογοτεχνήματός του ενώ υπογράφει με το ψευδώνυμο «Μελάνι της Άνοιξης».
Σας το παρουσιάζουμε αυτούσιο
«Ήταν ένα συνηθισμένο κυριακάτικο βράδυ. Ξεκινούσε μια ακόμη εβδομάδα, γεμάτη υποχρεώσεις και τρεξίματα. Το τζάκι άναβε από νωρίς για να ζεστάνει την ατμόσφαιρα. Ο αέρας και το ψιλόβροχο εναλλάσσονταν. Η μητέρα στην κουζίνα με ήρεμες κινήσεις τακτοποιούσε, για μια ακόμη φορά, το ακατάστατο ψυγείο και ετοίμαζε το αυριανό φαγητό. Ήταν το αγαπημένο όλων μας, παστίτσιο! Η τηλεόραση στο σαλόνι ίσα – ίσα που ακούγονταν. Η μικρή μόλις είχε βγει χαρούμενη από το δωμάτιό της, αφού επιτέλους είχε μάθει την ορθογραφία της! Πήρε μια μεγάλη αγκαλιά τη μητέρα και ήταν πια χαρούμενη που μπορούσε να παίξει με το καινούριο της παιχνίδι.
«Τέλειωσα, είμαι ελεύθερη!», ακούστηκε δυνατά η φωνή της σε όλο το σπίτι.
Ξαφνικά, ο ήχος του τηλεφώνου από το σαλόνι ενόχλησε τα αυτιά μου. Κανείς δεν ασχολήθηκε για να σηκώσει το ακουστικό. Ο πατέρας μόλις είχε γυρίσει από το απογευματινό του περπάτημα και είχε γίνει μούσκεμα από τη βροχή.
-«Στο έλεγα δεν στο έλεγα, ότι θα βρέξει…δεν ακούς κανένα!» φώναξε η μαμά μόλις τον είδε να μπαίνει και έτρεξε να σηκώσει το τηλέφωνο που συνέχιζε να χτυπά, σκουπίζοντας τα λερωμένα χέρια της από τις δουλειές στην κουζίνα.
-«Έλα Στέλλα, η Δώρα είμαι». Η μαμά χαμογέλασε για δευτερόλεπτα και ξάφνου το πρόσωπό της πάγωσε.
-«Χάσαμε τον Γιώργο, Στέλλα, καταλαβαίνεις τι κακό μας βρήκε»;
-«Τι λες;», ούρλιαξε η μαμά.
Όλοι μας σταματήσαμε ό,τι κάναμε και τρέξαμε κοντά της. Τα μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα και το πρόσωπό της άσπρισε. Ίσα- ίσα που κατάφερε να κρατηθεί και να κάτσει στο μπράτσο του καναπέ. Έτρεξα να της φέρω ένα ποτήρι νερό…
Η αδελφή μου κούρνιασε στα πόδια της, ο πατέρας έπιασε το ακουστικό και μίλησε χαμηλόφωνα με τη θεία Δώρα. Αποσβολωμένος κι αυτός έκλεισε τη γραμμή και χτύπησε δυνατά τη γροθιά του στο τραπεζάκι. Μείναμε αμίλητοι οι τρεις μας να κοιτάμε πότε τη μαμά που έκλαιγε, πότε τη δυνατή φωτιά στο τζάκι, που θέριευε. Ο αέρας και η βροχή σταμάτησαν, σιωπή παντού και αυτή να ψελλίζει: «Γιατί τους παίρνεις κοντά σου… ο Θεός είναι αγάπη».
Μια απώλεια απρόσμενη και άδικη, μα τόσο άδικη! Ο Γιώργος μας, ένα παλικάρι μόλις 30 χρονών, γεμάτος ζωή, φωτεινός, χαμογελαστός, που πρόσφερε τη βοήθειά του και τη ζεστασιά της ψυχής του καθημερινά και απλόχερα σε παιδιά, ως σχολικός νοσηλευτής, δεν ήταν πια μαζί μας. Το πρόσωπο εκείνο που κάθε μεσημέρι στο σχόλασμα έδινε το χέρι του σε διακόσια παιδιά δεν ζούσε πια. Έφυγε κοντά στη φύση, εκεί που του άρεσε να περπατά, να ζει, να ανασαίνει. Στη φύση… που τόσο αγαπούσε και σεβόταν. Για τα μανουσάκια που ήταν το αγαπημένο του λουλούδι, μπορούσε να περπατάει ώρες μέχρι να τα βρει. Και το πιο τραγικό, η καρδιά του σταμάτησε το άλλο πια πρωί, όχι εξαιτίας της πτώσης του, αλλά γιατί η «παρουσία» κάποιων δεν έγινε ποτέ βοήθεια.
Γιατί συνέβη το αδιανόητο. Δεν πέθανε από την πτώση, πέθανε από την αναμονή και αυτό κάνει την απώλεια ακόμη μεγαλύτερη, ακόμη πιο άδικη και σκληρή. Και τώρα, καλείσαι να χωνέψεις, όχι μόνο το φευγιό, ότι δεν θα ξαναδείς τον αγαπημένο σου, αλλά και τον αδιανόητο τρόπο που έφυγε. «Πώς γίνεται, αφού ήταν ζωντανός και πάλευε τόσες ώρες;», αναρωτιόμασταν όλοι.
Αργά το βράδυ, κλείστηκα στο δωμάτιό μου και έκλαιγα για ώρα. Τα μάτια μου έκαιγαν, ο ύπνος μου ήταν άφαντος. Έφερα στο μυαλό μου τις τελευταίες όμορφες στιγμές μαζί του και εκείνα τα εμψυχωτικά λόγια που μου έλεγε κάθε φορά που συναντιόμασταν «Έλα, μεγάλε, κόλλα πέντε!» και οι παλάμες μας γινόταν μία. Ξαφνικά, άθελά μου, ένα χαμόγελο έσκασε στα χείλη μου, ενώ τα ζεστά δάκρυά μου έτρεχαν σε όλο το πρόσωπο. Σκέφτηκα τα λόγια ενός δασκάλου μου, πως το σώμα μπορεί να φεύγει για το μακρινό και αγύριστο ταξίδι, αλλά τα λόγια, η αύρα, οι εικόνες, οι στιγμές, οι αγκαλιές μαζί του μένουν πολύτιμα φυλακτά στην ψυχή αυτών που μένουμε πίσω και μας καθοδηγούν στο φως. «Κανείς δεν μπορεί να τα αγγίξει και να τα πάρει όλα αυτά.», ξανασκέφτηκα και αποκοιμήθηκα τελικά.
Αν και εκπαιδευμένη η μαμά από τις απώλειες των γονιών της και κυρίως της δικής της μητέρας σε μικρή ηλικία, ο πόνος και τα βασανιστικά «γιατί» είχαν επιστρέψει στη ζωή της και μάλλον και στη δική μας ζωή, αφού όπως μας έλεγε συχνά - πυκνά «Είσαστε η ζωή μού!». Η απώλεια του Γιώργου ξύπνησε τις δικές της στενάχωρες απώλειες, τα δικά της πένθη, που μάλλον δεν είχε ποτέ ξεπεράσει. Δε νομίζω να ξεπερνιούνται και ποτέ. Το εορταστικό, χριστουγεννιάτικο κλίμα των ημερών έκανε ακόμη πιο αβάστακτο τον πόνο της, και πιο επώδυνη την προσπάθειά της να ισορροπήσει ανάμεσα στην εσωτερική της θλίψη και στη χαρά των γιορτών. Το στολισμένο σπίτι και τα πολύχρωμα φωτάκια του δέντρου δεν ταίριαζαν με την καταιγίδα της, ήταν παράταιρα.
Σχεδόν μέρα παρά μέρα πήγαινε στην ξαδέλφη της για συντροφιά. Όχι για να της πει λόγια παρηγοριάς, αλλά για να της δώσει μια αγκαλιά σιωπηλά, χωρίς υποδείξεις και νουθεσίες. Ήξερε από τη δική της ζωή, ότι σε τέτοιες στιγμές χρειάζεσαι ένα ζεστό βλέμμα, ένα χέρι στην πλάτη, μία παρουσία αγαπημένων προσώπων. Είναι αλήθεια πως τα αναμασημένα λόγια «Πώς είσαι, είσαι καλύτερα σήμερα;», οι κλισέ κουβέντες «Στάσου στα πόδια σου, έχεις κι άλλο ένα παιδί να μεγαλώσεις, μην κλαις!» σε θυμώνουν, σε εξοργίζουν περισσότερο. «Πρέπει να μην κρύβεις κανένα σου συναίσθημα» μας συμβούλευε, όταν τύχαινε και της λέγαμε τα παιδικά παράπονά μας.
Όταν επέστρεφε σπίτι από τη θεία Δώρα, όλοι τρέχαμε να την αγκαλιάσουμε. Ξέραμε, ότι μας αγαπούσε πιο πολύ και από τη ζωή της, καταλαβαίναμε όμως, ότι είχε αλλάξει, ότι πάλευε με τους δικούς της δράκους, με τα δικά της φαντάσματα. Ο πατέρας μας προέτρεπε να της δώσουμε τον χρόνο της, ο ίδιος έμενε περισσότερες ώρες στο σπίτι και οι δυο τους συζητούσαν για ώρες. Δεν το κρύβω, ότι μια δυο φορές κοντοστάθηκα έξω από το δωμάτιό τους, αλλά δεν κατάφερα να ακούσω τίποτα, πίσω από την κλειστή πόρτα.
Τα λόγια της για καιρό ήταν μετρημένα, το πρόσωπό της παγωμένο και άκαμπτο, οι κινήσεις της γρήγορες και άψυχες. Απλώς διεκπεραίωνε τις δουλειές του σπιτιού. Παρατήρησα, ότι είχε σταματήσει να κοιτάζεται στον καθρέπτη, να φροντίζει και να περιποιείται τον εαυτό της, να δοκιμάζει τη γεύση του φαγητού την ώρα που το μαγείρευε, να μυρίζει τα ρούχα μας την ώρα που τα μάζευε από την απλώστρα, να ανοίγει τις κουρτίνες.
Έδειχνε ίσως μια παραπάνω τρυφεράδα στην αδελφή μου, που ήταν μικρούλα και με τις σκανταλιές και τα καμώματά της την έκανε άρον άρον να γελάει. Όταν έβλεπα τις δύο τους σε τέτοιες στιγμές, έπαιρνα θάρρος και παρακαλούσα τον Θεό να ξαναφωτίσει τη ζωή της.
Κατανοούσα την κατάστασή της, το πένθος που ξαναβίωνε, αλλά δεν ήταν λίγες οι φορές που ήθελα να της φωνάξω δυνατά «Θέλω να σε ξαναδώ, όπως ήσουν παλιά, να σε ξαναδώ χαρούμενη, φτάνει…!», ήθελα να πάρω λίγο από τον πόνο της, να της δώσω για λίγο την καρδιά μου, γιατί ήξερα, ότι η δική της ήταν ραγισμένη πολλές φορές. Έκανα υπομονή, όπως μου έλεγε ο πατέρας «Γιάννη μου, κάνε υπομονή, όλα θα φτιάξουν». Δήθεν συμφωνούσα, κουνώντας το κεφάλι μου, αλλά μέσα μου πάλευα. «Έτσι θα είναι από εδώ και πέρα; Πού είναι η μαμά μου;» αναρωτιόμουν. Κρυφοκοίταζα κάθε βλέμμα της, κάθε κίνησή της, μήπως και αντιληφθώ το παραμικρό που θα με έκανε να καταλάβω, ότι είναι κοντά να φανερωθεί το ουράνιο τόξο στην ψυχή της. Και κάθε φορά, που δεν έβλεπα κανένα σημάδι αλλαγής, έφερνα στο μυαλό μου την εικόνα και τα λόγια του χαμογελαστού Γιώργου μας: «Έλα μεγάλε, κόλλα πέντε!» και ερχόταν και πάλι αβίαστα το χαμόγελο στα χείλη μου.
Πέρασε ο χειμώνας και ήρθε η άνοιξη. Η εποχή που ξαναγεννιέται η φύση, η ίδια η ζωή, η εποχή που ξεφορτωνόμαστε τον χειμώνα, που μεγαλώνει η μέρα και μαζί της οι ελπίδες μας. Με αυτή τη σκέψη πήρα δύναμη και πίστεψα πως θα τα καταφέρει η μαμά, θα καταφέρει να ενώσει τη ραγισμένη της καρδιά. Είχαμε περάσει έναν δύσκολο χειμώνα, ένα χειμώνα που είχε καταπλακώσει με το χιόνι και το βαρύ κρύο του τις ψυχές μας, μα πιο πολύ την ψυχή της μαμάς.
Ήταν ένα συνηθισμένο ηλιόλουστο μεσημέρι που γυρνούσαμε με την αδελφή μου από το σχολείο. Κοντοφτάνοντας στο σπίτι μας, αντίκρυσα τη μάνα στο μπαλκόνι να περιποιείται τις γλάστρες με τα λουλούδια και όλα τα παράθυρα του σπιτιού να είναι ορθάνοικτα. Μου φάνηκε πως έσκασε ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη της, μόλις μας είδε. Πέταξα μεμιάς την τσάντα στην αυλή και ανέβηκα με φόρα δυο δυο τα σκαλιά. «Επιτέλους, ξαναγύρισες!» φώναξα. Η αδελφή μου σάστισε, αλλά με ακολούθησε κι αυτή τρέχοντας. Στην πόρτα του σπιτιού μας περίμενε η μάνα με ένα τρυφερό χαμόγελο και με δυο αληθινά χαρούμενα μάτια.
Τα μάτια δεν σε ξεγελούν ποτέ! Ήξερα πια, πως η ψυχή της είχε γαληνέψει μετά την καταιγίδα και το ουράνιο τόξο είχε κάνει την εμφάνισή του. Είχε επιστρέψει πιο νωρίς και ο πατέρας από τη δουλειά και καθίσαμε όλοι μαζί γύρω από το τραπέζι για να απολαύσουμε το τέλειο παστίτσιο της! Ένα όμορφο βάζο με μανουσάκια στόλιζε το τραπέζι και η κουζίνα μοσχοβολούσε από το άρωμά τους. «Ήμουν τυχερή, που βρήκα τέτοια εποχή μανουσάκια», ακούστηκε να λέει η μαμά, ενώ σέρβιρε το φαγητό.
Στο τέλος του φαγητού σηκώσαμε και οι τέσσερις τις παλάμες των χεριών μας, αναφωνήσαμε και ανταλλάξαμε μεταξύ μας: «Κόλλα πέντε!», αφού καταφέραμε ύστερα από καιρό να ξαναβρούμε τη χαρά. Λίγο πριν αρχίσουμε να μαζεύουμε το τραπέζι, κοιτάξαμε ψηλά και φωνάξαμε τόσο μα τόσο δυνατά «Έλα μεγάλε Γιώργο, κόλλα πέντε!».
Το μελάνι της άνοιξης