Η λάμπα και ο μαγνητισμός*
Ο δρόμος που συνδέει σήμερα τη Βιάννο με το Λουτράκι, περνώντας από το μαγευτικό Γαμπριγέλε, με τα κρυστάλλινα νερά, δεν έφερε από μόνος του τον πολιτισμό. Ο πολιτισμός ερχόταν καθημερινά και μάλιστα με τα πόδια... Ερχόταν από το Χαλασιά και τον Μπαλέμιδο. Ερχόταν ή κατέβαινε με τις καντάδες και τα μαντολίνα που τραγουδούσαν την αγάπη και τους καημούς της ζωής κι έκανε ν’ ανοίγουν καρδιές και παραθύρια.
Ο πολιτισμός ερχόταν με κάτι ανεπανάληπτες Λουτρακιανές μεθιές στου Ματαράγκα. Ερχόταν μεσάνυχτα ή ξημερώματα με τους φακούς και μερικές φορές «εν μέσω καυγάδων». Ερχόταν μέσα στην τσάντα και το πιο συχνά από το Ηράκλειο με το 24/άρι λεωφορείο, κατά τις τέσσερις το απόγευμα. Το λεωφορείο βέβαια συνέχιζε για τα Μέσα Χωριά της επαρχίας, Αμιρά, Πεύκο, Συκολόγο κτλ. Κι εμείς, για να πιάσουμε τον πολιτισμό που προσπερνούσε, κρεμόμασταν στη σχάρα, καθώς το λεωφορείο σκαμπανέβαζε στο σκυροστρωμένο δρόμο, μέχρι τη Μέσα Καμάρα και πολλές φορές πάνω από το Γυμνάσιο ή τη Ρούσα Κεφάλα.
Αυτή τη φορά όμως ο πολιτισμός είχε φτάσει στο Σωρό. Στου Πολύβιου το παντοπωλείο ήρθαν οι πρώτες λάμπες πετρελαίου. Η τεχνολογική επανάσταση... αργά αλλά σταθερά έρχεται στη Βιάννο. Η εποχή του λύχνου φτάνει στο τέλος της.
Φωτογραφικό Αρχείο Μανώλη Σπανάκη: Δεξιά ο αείμνηστος μεγαλομπακάλης της Άνω Βιάννου Πολύβιος Λουλάκης και αριστερά η αείμνηστη σύζυγός του Ελένη Σπανάκη
Ο Τσαγκάτος από το Λουτράκι, χαρακτηριστικός τύπος αορείτη με ροδοκόκκινα μάγουλα κι ένα μόνιμο σχεδόν χαμόγελο στο πρόσωπό του, δουλεύει εργάτης στη Βιάννο. Το βράδυ, ανεβαίνοντας για το Λουτράκι, περνά από του Πολύβιου και αγοράζει την πρώτη λάμπα. Ο Πολύβιος την τυλίγει σε μια εφημερίδα και ταυτόχρονα σ’ ένα πέπλο μυστηρίου.
Ο Τσαγκάτος φτάνει στο Λουτράκι, πάει στο σπίτι και ακουμπά τη λάμπα στο τραπέζι, τυλιγμένη πάντα στην εφημερίδα. Η περιέργεια της μάνας του ανάβει:
— Ηντά ’ναι, παιδί μου, Γιαννιό, εκέ στην εφημερίδα; ρωτά γεμάτη απορία.
— Μια λά(μ)πα, απαντά ο Τσαγκάτος βαριεστημένα αλλά αινιγματικά.
Η μάνα του ούτε μπορεί να διανοηθεί ότι η τεχνολογική εξέλιξη είναι εκεί, μπροστά στα μάτια της. Με όλη την αφέλειά της πολύπαθης και στερημένης γυναίκας, νομίζοντας πως πρόκειται για λάπα, κάνει τον Τσαγκάτο να βγει από τα ρούχα του:
— Ε, φέρε την(ε), παιδί μου, να την(ε) βράσουμε να πιούμε μιαολιά ζουμί.
Κι ο Τσαγκάτος, άναυδος για την τεχνολογική άγνοιά της, αλλά χωρίς να χάσει το χιούμορ του και το μόνιμο χαμόγελό του — που αυτή τη φορά είχε και μια δόση ειρωνείας — με επιστημονικό δέος την κατακεραυνώνει:
— Ε, ανάθεμά σε, γρα, πως (θ)α φας τη λά(μ)πα α που ’ναι μαγνητισμός!!!
*Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Βιαννίτη Δασκάλου Κλεάνθη Ψαρολογάκη που έχει τον τίτλο «Το δικαστήριο κηρύσσει άπαντας ενόχους»