Η ενέδρα στον Ομαλό Βιάννου
Η αφήγηση του κ. Ζαχαρία Σχοιναράκη, ετών 90 από τον Αγιο Θωμά, μοναδικού επιζώντος (μαγνητοφωνημένη αφήγηση 2008)
Σεπτέμβρης 1943. Η Αντίσταση έχει θεριέψει σ’ όλη την Ελλάδα και βέβαια και στην Κρήτη, όπου ξεκίνησε αμέσως μετά την ανακωχή και η παράδοση των όπλων που ακολούθησε την 10ημερη μάχη της Κρήτης, την παραδοξότερη της Ιστορίας, όπως την χαρακτήρισαν.
Η γερμανική πλημμυρίδα άρχισε να ανακόπτεται από το τέλος του 1942 με τη νίκη των συμμάχων στην Αφρική και την καθήλωση των ναζιστικών στρατευμάτων στο ρώσικο μέτωπο.
Από το Μάρτη του 1943, σύμφωνα με τα γερμανικά αρχεία, το ελληνικό αντάρτικο είχε γίνει ένα καρκίνωμα για τους Γερμανούς, που κατάλαβαν πια ότι με συντονισμένα στρατιωτικά μέτρα ως κανονικό στρατό μόνο θα το νικήσουν.
Οι κινητοποιήσεις, οι απεργίες, οι καταλήψεις υπουργείων, η ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης κ.α. ανέδειξαν την Αντίσταση και στον πολιτικό χώρο, όπως είχε αναδειχθεί και στο στρατιωτικό. Η κυβέρνηση Ι. Ράλλη (ορκίστηκε στις 7-4-1943) ρίχνει το βάρος στην αντιμετώπιση της “Αναρχίας που είχε φορέα το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ” με τις υποδείξεις των Βρετανών, ώστε να διατηρηθεί αλώβητο το βασιλικό και αστικό κατεστημένο μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Κι ενώ τα τάγματα Ασφαλείας ιδρύονται στο τέλος του Ιούνη 1943, αρχές Ιουλίου, δημιουργείται η ελεύθερη ορεινή Ελλάς και εκατοντάδες χιλιάδες λαού κινητοποιούνται στην Αθήνα κατά της καθόδου των Βουλγάρων προς δυσμάς και νότου.
Και στην Κρήτη, στο νομό Ηρακλείου; Στο λημέρι της Δίκτης στην τοποθεσία “Ψαρή Μαδάρα” βρίσκεται το αντάρτικο με αρχηγό τον καπ. Μαν. Μπαντουβά από το τέλος του 1942 και μάλιστα από το καλοκαίρι του 1943 έχει αυξήσει τα μέλη του με “επιστράτευση” στα χωριά του Ηρακλείου και Λασιθίου. Καθοριστικά γεγονότα, όπως η συνθηκολόγηση της Ιταλίας, έχουν δημιουργήσει μεγάλη κινητικότητα, όχι μόνο γιατί είναι ανάγκη (όπως συμβαίνει στην υπόλοιπη Ελλάδα) και στην Κρήτη να προλάβουν οι αντάρτες να πάρουν τα ιταλικά όπλα, πριν το κάνουν οι Γερμανοί, αλλά και γιατί θεωρείται σχεδόν σίγουρο μετά τα γεγονότα της Ιταλίας ότι θα γίνει συμμαχική απόβαση και μάλιστα στην περιοχή ανάμεσα στη Βιάννο και στην Ιεράπετρα.
Διάχυτη είναι αυτή η αντίληψη, που την καλλιεργούν μάλιστα οι Βρετανοί και τη διαδίδουν σ’ όλη την Κρήτη, την Ελλάδα και την Ευρώπη, ώστε να το μάθουν οι Γερμανοί να αποπροσανατολιστούν και να κρατούν δυνάμεις στην Κρήτη ενώ θα γίνεται η συμμαχική απόβαση στην Ιταλία. Οι βρετανικές πηγές εξάλλου παραδέχονται ότι οι Βρετανοί το διέδιδαν, ισχυρίζονται όμως ότι δεν το είπαν ποτέ ως γεγονός που θα γίνει οπωσδήποτε.
Τα γεγονότα στο αντάρτικο της Δίκτης, η μάχη της Σύμης και η καταστροφή της επαρχίας Βιάννου έχουν άμεση σχέση με τη διάχυτη αντίληψη της απόβασης στην Κρήτη. Στο μεταξύ, από σοβαρότατες πηγές διασταυρωμένες, μαθαίνουμε τα δραματικά γεγονότα από 9 ως 22 Σεπτεμβρίου 1943 στα Λασηθιώτικα, που οδηγούν στη διάλυση των ανταρτών και στη φυγή τους, αφού πια η τροφοδοσία τους από τη Βιάννο, Ιεράπετρα και Μεραμβέλο είναι αδύνατη και ο Τ. Νταμπάμπιν ανακοινώνει πως ο εφοδιασμός από τη Μέση Ανατολή είναι αδύνατος λόγω της ομίχλης του βουνού αυτή την εποχή.
Η τελευταία ομάδα που εγκαταλείπει τον Ομαλό είναι οι 8 άνδρες: 4 από τον Αγιο Θωμά, 3 από τις Αρχάνες και ένας από το Καλό Χωριό Μονοφατσίου, ο Βασίλης Μαυρόκωστας.

Από την ομάδα των 8 ανδρών, σκοτώθηκαν από τους Γερμανούς στο Αγιο Πνεύμα οι δύο, τραυματίστηκε, συνελήλφθη και εκτελέστηκε στην Αγυιά ένας, αιχμαλωτίστηκαν και αργότερα εκτελέστηκαν τρεις και γλίτωσαν δύο, οι Στέργιος Πιτσιδιανός από τον Αγιο Θωμά και ο Ζαχαρίας Σχοιναράκης από τον Αγιο Θωμά, 90 χρονών σήμερα που αφηγείται τα γεγονότα.
Αφήγηση Ζαχ. Σχοιναράκη:
Εγώ μπήκα μαζί με άλλους χωριανούς με τους Μπαντουβάδες στην Αντίσταση. Στη Βιάννο, στα Λασηθιώτικα, πήγα από το Μάρτη του 19431, αλλά ξαναγύρισα, επειδή ήμουν σύνδεσμος. Εριξαν οι Εγγλέζοι όπλα στον Ομαλό2 και ο καπ. Μαν. Μπαντουβάς ειδοποίησε να πάνε όσοι θέλουν στο λημέρι. Πήγαν από 200 ως 300. Τότε έγινε ο διαχωρισμός κι έφυγαν δεκατρία άτομα3.
Στη μάχη της Σύμης4 ήμασταν με το Μπαντουβονικολή. 22 Σεπτεμβρίου 1943 μετά τα γεγονότα της Βιάννου και την καταστροφή της, μας μοίρασαν τα όπλα: “Πάρετε τα όπλα. Οσοι θέλετε να κάτσετε εδώ θα πεινάσετε. Οσοι θέλετε να πάτε στα σπίτια σας να τα φυλάξετε και αν γίνει κάτι τα χρησιμοποιούμε”, έτσι μας μίλησε ο καπετάν Μανώλης.
Κι ύστερα είπε σ’ εμάς τους οκτώ, δηλαδή στο Στέργιο τον Πιτσιδιανό, στο Μαν. Καλλέργη 21 χρόνων, στο Χαράλαμπο Τσουρακάκη 29 χρόνων και σε μένα 24 χρόνων από τον Αγιο Θωμά, στο Μανώλη Ι. Λυδάκη 27 χρόνων, στο Χαραλ. Παχάκη 25 χρόωνν, στο Γ. Μουλουδάκη 22 χρόνων από τις Αρχάνες και στο Βασίλη Μαυρόκωστα από το Καλό Χωριό 27 χρόνων: “Εσείς που είστε κοντοχωριανοί να κόψετε από παδέ από την Εμπαρο να πάτε στα χωριά μας”, γιατί πηγαίναμε από το Καστέλι5. Ετσι έγινε κι εφύγαμε για τον Ξενιάκο τα οκτώ άτομα6. Φύγαμε το μεσημέρι και πήραμε τα γυροβούνια. Κατεβαίνοντας ήταν η μάντρα των Βροντινήδων και κάτσαμε κειδά κι ήπιαμε νερό και πλυθήκαμε. Εκρατούσανε ζάχαρη πλακάκια και μου δίνουνε ένα: “Βάλετο κειονέ στο στόμα σου”, μου λένε.
- (Ερώτηση δική μου) Δε σας δώσανε να φάτε από τη μάντρα;
(Απάντηση) - Ποιός, αφού τση ‘χανε σκοτώσει όλους, τση ‘χανε βγάλει από κούνια;
Τότε απέναντι στην πλαγιά είδα καπνό, αλλά ήταν μακριά και δεν ξεχωρίζαμε αν ήταν εκεί Γερμανοί ή δικοί μας. Προχωρούσαμε τον ίδιο δρόμο προς το Αγιο Πνεύμα. Συναντήσαμε άλλη μια μάντρα μέσα στον Ομαλό άδεια κι έρημη. Ξεκουραστήκαμε κι εγώ προχώρησα λίγο να δω τι γίνεται, αλλά οι άλλοι με γύρισαν πίσω. Στην κορυφογραμμή οι Γερμανοί είχανε τα πολυβόλα στεμένα και μας περιμένανε. Εκανε κρύο κι ανάβανε φωτιά. Σηκωθήκανε δυο κι επηγαίνανε πλαγιά-πλαγιά εκειά που ανάβανε τη φωτιά οι άλλοι. Λέω στσ’ άλλους: “Ιντα αθρώποι είναι κεινέ”. Λένε “Βοσκοί”. Εμένα μπήκε ένας κρύος αέρας μέσα μου, αλλά σα να μου ‘λεγε κανείς “Μη φοβάσαι, να γλιτώσεις θες”. Λένε να φύγομε, αλλά οι Γερμανοί στην πλαγιά μας βλέπουνε με τα κυάλια, μας περιμένανε. Τότε λέω να πάμε από το κλαδερό μέσα. Μας αφήσανε να προχωρήσομε από τη μάντρα, να μην μπορούμε να γυρίσομε να αμυνθούμε κι ύστερα μασε βάνουνε συνεχώς με τα πολυβόλα, όταν είχαμε προχωρήσει 20 μέτρα από τη μάντρα. Μας καθήλωσαν. Οι Γερμανοί έρχονταν καταπάνω μας. Δεν μπορούσαμε να χτυπήσομε, αν και είχαμε όπλα, γιατί έβαλαν τα πολυβόλα και δεν μπορούσαμε να κινηθούμε.
Σύρθηκα πιο πάνω, βρήκα μιαν αχλαδιά πιο ψηλά από τους άλλους και έπεσα και ταμπουρώθηκα και κρύφτηκα. Οι Αρχανιώτες βγήκανε σε μιαν αχλαδιά απάνω κι είχανε απέναντί ντως τα πολυβόλα και τση πιάσανε ζωντανούς, γιατί δεν εκατεβήκανε να μπούνε στο κλαδερό μέσα. Ο Μαυρόκωστας, ο Τσουρακάκης και ο Πιτσιδιανός ήτανε 5 μέτρα πιο πέρα. Ο Καλλέργης που ήταν μαζί μας ήφυγε και πήγε μαζί τους. Εγώ τους ήβλεπα που ήτανε πεσμένοι, ενώ οι Γερμανοί μας κυκλώνανε, ερχόντανε χαμηλότερα καταπάνω μας και μας έβαλλαν συνεχώς. Λένε τότε: “άλματα πίσω...” (Οι 4 παραπάνω αντάρτες την ώρα που ‘καναν το α’ άλμα εσκοτώθηκαν ο Β. Μαυρόκωστας και ο Μαν. Καλλέργης. Ο Χαραλ. Τσουρακάκης ετραυματίστηκε στο γόνατο από πάνω, ο Στέργιος (Πιτσιδιανάκης) ήφυγε7 και δε στάθηκε καθόλου. Οι Γερμανοί ερχόντανε να με πιάσουνε δυο μέτρα πιο ΄κει. Τότε, δεν ντρέπομαι να το πω, πετώ το όπλο στα πόδια ντως και λέω: “Παναγία μου και γλίτωσέ με”. Δεν πρόλαβα να το πω και πλακώνει μια ομίχλη που δεν έβλεπες το δάχτυλό σου. Τα ‘χασαν και έφυγαν οι Γερμανοί. Και με την ομίχλη έφυγα κι εγώ και τράβηξα μπροστά. Οι Γερμανοί πήρανε τους τρεις Αρχανιώτες αιχμαλώτους και φύγανε. Ο Τσουρακάκης έφυγε, όπως και ο Στέργιος (Πιτσιδιανάκης). Οι Γερμανοί θα ήταν μια ομάδα 15-20 άτομα.
Αμα προχώρησα πέρα, φώναζα το Λάμπη (Τσουρακάκη) και τους άλλους. (Ο Τσουρακάκης είχε πρωτοπάει στο αντάρτικο κι ύστερα κατέβηκε με μια ομάδα στον Επανωσήφη και σκότωσαν τον προδότη Μακράκη, γιατί δε βρήκαν τον Αβραμάκη που πήραμε αργότερα). Εγώ τράβηξα κάτω, πάτησα το χαλίκι και βρέθηκα στο ρυάκι μέσα που ξετρυπά στο Κατωφύγι, αλλά τρέχανε νερά. Πετούσα πέτρες (για να δει πού δεν τρέχει νερό) και πηδούσα. Ολη τη νύχτα πάλευα και επιτέλους ξετρύπησα στο Κατωφύγι. Πλύθηκα στο ρυάκι κι ακούμπησα και κοκκάλωσα. Είχα πάρει δυο όπλα (τα ‘χαν παρατήσει οι άλλοι της ομάδας του) και τα είχα μαζί μου. Το ένα το ‘χω ακόμη, το άλλο το ‘δωσα σ’ ένα βοσκό στο χωριό Κατωφύγι. Εγώ κοκκάλωσα, κοιμήθηκα. Ενα κουράδι πρόβατα με ξυπνήσανε με τα λεράκια ντως. Θωρώ ένα γέρο: “Βαστάς, μπάρμπα ψωμί; Πώς είναι τα πράματα;”. - Οι αθρώποι είναι καλοί, αλλά έχει βγάλει ο πρόεδρος μια διαταγή, αν περάσει κανείς και δεν έχει ταυτότητα, να τον παραδίδουν αμέσως8. Κατέβαινα εγώ προς τον ποταμό. Εκεί ήταν γυναίκες που μαζεύανε τα ρούχα που είχανε πλύνει εκεί. Πέρασα εγώ και δε με ‘δε κανείς και πάω στον αμαξωτό που κατεβαίνει Παναγιά-Βιάννο. Περίμενα και πέρασε η γερμανική φάλαγγα κι ύστερα πέρασα από το χωριό Θωμαδιανό κατ’ ευθείαν πάνω που πλαϊνίζει9 και ρωτώ από που θα πάω στο Αρκαλοχώρι. “Από ‘δω (μου λένε), αλλά οι Γερμανοί έχουν φυλάκια”. Ηταν όμως βολικός ο δρόμος και κατεβαίνω προς του Γαζέπη το Μύλο. Αλλά, σκέφτηκα τότε, αν ζητήσουν ταυτότητα; Βγαίνω απάνω από τα χωράφια και ξετρύπησα στα Πάρτηρα και μπήκα σ’ ένα σπηλιαράκι. Ακουσα φωνές. Ηταν ο Μπριτζόλος κι ο Κωστής ο Μουρτζάκης. Πήγα και στου Χαλκιά και στου Βεργάκη10. Εκατσαμε κειδά κι ύστερα τράβηξα όλο αριστερά κι έφτασα στον Αη Γιώργη (τον Επανωσήφη) κι από ‘κει ήρθα στον Αγιο Θωμά νύχτα.
- Εσείς είδατε το Μανώλη τον Καλλέργη και το Βασίλη Μαυρόκωστα;
- Ναι την ώρα που σκοτωθήκανε.
- Σκοτώθηκαν εκεί που έγινε το 1995 το Μνημείο του οποίου τα αποκαλυπτήρια κάνατε εσείς ως ο μόνος επιζών από τους οκτώ;
- Οχι, πιο κάτω καμιά εικοσαριά μέτρα που είναι καθαρό το μέρος11. Τους φάγανε τα όρνια. Επρεπε να κόψουν κλαδιά να τση σκεπάσουν, γιατί βέβαια δεν μπορούσαν να τους χώσουν12.
- Το ‘χαν μάθει στον Αγιο Θωμά;
- Οχι, εγώ τους το ‘πα. Τον Τσουρακάκη που, αν και τραυματίας στο πόδι μπόρεσε και κατέβηκε στην Εμπαρο και μπήκε σ’ ένα σπήλιο πάνω από το Κατωφύγι (χωριό) τον πήρε ένας γκεσταμπίτης, ο Μπελέχας13 (Μπελεχάκης). Του ‘πε: “Ελα κι εγώ θα σε περιθάλψω”. Και πείσθηκε. Ηταν γερός άντρας, παλληκάρι. Την ώρα που τον πήγαινε να τονε παραδώσει, εκείνος το κατάλαβε και κάνει ετσέ (χειρονομία) κι έφαε το κρέας του χεριού του κι επόμεινε μόνο το κόκκαλο14.
- Ποιός σας το ‘πε;
- Πήγε ο αδερφός του (και του το ‘παν) στο Κατωφύγι και πήρε μια ταμπακέρα και το μαχαίρι του, που τα πέταξε την ώρα που τον επήγαιναν. Μακάρι να τον σκότωναν αμέσως και να μην πιαστεί15. Εμαθα ότι τον πήραν και τον πήγανε στο νοσοκομείο (οι Γερμανοί). Ενας ενωματάρχης στο Λαράνι, ο Πολύβιος, είπε του Φραγκιουδάκη (κάτοικος Αγίου Θωμά) ότι είδε τότε στο νοσοκομείο έναν Τσουρή ή Τσουράκη. Και του ‘πε ακόμη: “Γιατί δε μου το ‘πες και ‘γω θα κανόνιζα και θα τον έπαιρνα. Ητανε εκεί μια χωριανή μας νοσοκόμα και θα μας βοηθούσε να τον πάρουμε”. Τίποτε άλλο δε μάθαμε. Ηταν πιο τυχεροί ο Μ. Καλλέργης και ο Β. Μαυρόκωστας που σκοτώθηκαν επί τόπου 16. Ο Πιτσιδιανός ήταν εδώ, όταν εγώ ήρθα. Οι Αρχανιώτες πήγαν κοροϊδίστικα. Πάνω στο δεντρό τους έβλεπαν, αλλά οι Γερμανοί τους ήθελαν ζωντανούς. Τους πήγαν, λένε, στα Χανιά και τους σκότωσαν στην Αγυιά.
(Τέλος της αφήγησης).
Υποσημειώσεις-παραπομπές (σχόλια δικά μου)
1. Μετά τα σχετικά με τη ρίψη των πολεμοφοδίων γεγονότα στον Ψηλορείτη στις αρχές Σεπτεμβρίου 1942 ο Μαν. Μπαντουβάς (Απομνημονεύματα σελ. 267-270) ετοιμάζεται να μετακινηθεί στα Λασηθιώτικα βουνά, στη θέση “Ψαρή Μαδάρα”. Η μετακίνηση έγινε τέλος του 1942 και έμειναν εκεί ως τέλη Σεπτέμβρη 1943 (μετά τα τραγικά γεγονότα της Βιάννου).
2. Τέλος Ιουλίου-αρχές Αυγούστου έπεσαν από τρία αεροπλάνα τα όπλα στον Ομαλό μαζί με υγειονομικό υλικό και λίγα τρόφιμα (Απομνημ. καπ. Μ. Μπαντουβά, σελ. 280, Ηρ.)
3. Διαχωρισμός: (Απομν. καπ. Μ. Μπαντ. σελ. 303 ως 305)
4. Η μάχη της Σύμης στις 12-9-1943
5. Απομνημον. καπ. Μ. Μπαντουβά, σελ. 333: “... Τα χωριά απού το Νιπιδιτό να κυκλώσει να πάρει Γεράπετρο, Αη Γιώργη, είχανε συγκεντρωθεί αρκετοί Γερμανοί. Η πιστοχώρησή μας έπρεπε να γίνει απού τ’ αεροδρόμιο Καστελίου... Η μπιστοχώρηση έγινε τμηματικώς εβάσταξε 2-3 βραδιές.
6. Απομνημονεύματα καπ. Μ. Μπαντουβά σελ. 333: “... Την τελευταία μέρα τσι είκοσι ή τσι εικοσιδύο φεύγει η τελευταία ομάδα...”
7. Ο Στ. Πιτσιδιανάκης αναφέρεται από τον καπ. Μαν. Μπαντουβά ως οπλαρχηγός από τον Αγ. Θωμά, που ανέλαβε να μεταφέρει στους αξιωματικούς γράμματά του που τους ενημέρωναν σχετικά με τις εξελίξεις. Απομνημ. καπ. Μπαντουβά, σελ. 334.
8. Οι Γερμανοί μετά τα γεγονότα της Σύμης είχαν πάρει δρακόντεια μέτρα στην περιοχή. Γνώριζαν ότι τα χωριά της Εμπάρου και της Βιάννου τροφοδοτούσαν το αντάρτικο της Δίκτης και υποστήριζαν το ΕΑΜ.
9. Πλαϊνίζω: Λέξη που σημαίνει πλαγιά λόφου ή βουνού, αν λάβομε υπόψη ότι πράγματι σ’ αυτό το σημείο αριστερά του αμαξιτού Βιάννου-Παναγιάς έχει έναν οριζόντιο λόφο, του οποίου η πλαγιά, παράλληλη με το δρόμο αυτό, είναι ευκολοδιάβατη. Ο αφηγητής περπάτησε την πλαγιά για να αποφύγει το δρόμο και να περάσει αθέατος. Η λέξη δε συναντάται σε κανένα λεξικό του κρητικού ιδιώματος.
10. Μέλη και βοηθοί του αντιστασιακού αγώνα
11.Η θέση αυτή, το Αγιο Πνεύμα, απέχει μια ώρα από το λημέρι των ανταρτών.
12. Είχε κηρυχθεί η περιοχή νεκρή ζώνη. Οι δύο νεκροί θάφτηκαν, ο ένας αριστερά και ο άλλος δεξιά του Αγίου Πνεύματος από τον αδελφό του Βασίλη Μαυρόκωστα, Νίκο, περίπου ένα μήνα μετά, δηλ. τον Οκτώβριο, σύμφωνα με την αφήγηση της νύφης τους Ευτυχίας και της αδελφής τους Αγάπης (Νοεμβρ. 2008 και Μάρτιο 2009). Τους είχαν φάει τα όρνια. Το καυκάλι, λίγα πλευρά και ο κορσές που φορούσε ο Βασίλης στη χειρουργημένη του μέση μαζί μ’ ένα κεντημένο μαντήλι στην τσέπη της κιλότας του, έδωσαν την ταυτότητα των πτωμάτων-οστών. Ο Νίκος Μαυρόκωστας, που άφησε στη νύφη του σημείωμα με την ημερομηνία και τον τόπο ταφής, εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις 14-2-1944, 24 μόλις ημέρες μετά την εκτέλεση του πατέρα τους, Γεωργίου (20-1-1944) και 4 μήνες και 23 ημέρες μετά την εκτέλεση του αδερφού του Βασίλη Μαυρόκωστα στον Ομαλό.
13. Σύμφωνα με πληροφορίες του ανηψιού του Γεωργίου Μπελεχάκη (Αρκαλοχώρι, Ιαν. 2009). “Ο γκεσταμπίτης Μπελέχας”ήταν ο Μηνάς Μπελεχάκης, ο μικρότερος γιος του Γεωργίου Μπελεχάκη, 40 χρονών τότε, πατέρας δυο παιδιών, αποτυχημένος οικονομικά, ως το 1932 στη Σερβία.
Πριν να φύγουν οι Γερμανοί, οι αντάρτες τον σκότωσαν, όπως και τη γυναίκα του. Τα παιδιά τους τα πήγαν σε ορφανοτροφείο από όπου και υιοθετήθηκαν. Κατά το Γ. Μπελεχάκη διέπραξε μόνο αυτή την προδοσία. Η περίπτωση του Μηνά Μπελεχάκη φωτογραφίζει ένα από τους χαρακτήρες και κάποια από τα κίνητρα των προδοτών.
14. Συνηθισμένη χειρονομία απειλής, οργής ή απελπισίας.
15. Υποστηρίζεται ότι ο Χαραλ. Τσουρακάκης βασανίστηκε απάνθρωπα και μετά ένα μήνα εκτελέστηκε στην Αγυιά, το “Χαϊδάρι” της Κρήτης.
16. Σημεία της αφήγησης του μοναδικού επιζώντος της ομάδας των “8”, κ. Ζαχ. Σχοιναράκη, 90 χρονών σήμερα, διασταυρώνονται και συμφωνούν με τις αφηγήσεις επιζώντων της περιοχής Αρκαλοχωρίου και των μελών της οικογένειας Γεωργίου Μαυρόκωστα, της κόρης του Αγάπης Μαυρόκωστα-Γενιτσαρίδου και της νύφης του Ευτυχίας Κοζανίδου-Μαυρόκωστα. Στο σπίτι του Γεωργίου Μαυρόκωστα, πλούσιου γεωργού στο Καλό Χωριό Μονοφατσίου, που τροφοδοτούσε το αντάρτικο της Δίκτης, είχε φέρει μέλη της οικογένειας του καπ. Γιάννη Μπαντουβά στις 1-4-1943 ο αείμνηστος Βασίλης Κωνιός, του οποίου η αδερφή Χρυσάνθη ήταν νύφη του Γ. Μαυρόκωστα, σύζυγος του μεγάλου του γιου, Γιάννη. Ο ρόλος της οικογένειας προδόθηκε, με αποτέλεσμα να εκτελεστούν τρια μέλη και οι λοιποί άνδρες Κώστας, Γιάννης και Μανώλης, ακόμη και ο γαμβρός τους να φύγουν για τη Μέση Ανατολή στις 14-2-1944 για 14 μήνες.
Φωτογραφία: Λευτέρης Σπανάκης