Η δεύτερη φωνή στον αργαλειό
Κοιτάζω τα χέρια μας σήμερα, έτσι όπως γλιστρούν νευρικά πάνω στις γυάλινες οθόνες των κινητών. Όλα γίνονται με ένα κλικ, μια στιγμιαία κίνηση, μια βιασύνη που κυριεύει τις μέρες μας. Κι ύστερα κλείνω τα μάτια και γυρίζω τον χρόνο πίσω. Εκεί, στη γωνιά του παλιού οντά, όπου ο χρόνος δεν μετριόταν με δευτερόλεπτα, αλλά με τον ρυθμικό, υπόκωφο γδούπο του χτενιού.
Εκεί βρισκόταν ο αργαλειός της μάνας μου. Ένα βαρύ, ξύλινο σκαρί, που στα παιδικά μου μάτια έμοιαζε τεράστιο και μυστηριώδες. Ήμουν παιδί τότε, καθισμένη δίπλα στο καρεκλάκι, και την παρακολουθούσα με ορθάνοιχτα μάτια. Η μητέρα μου καθόταν μπροστά του σαν καπετάνιος στο καράβι της κι εγώ την κοιτούσα με δέος. Μου μάθαινε σιγά σιγά τα εργαλεία και τα μυστικά μιας τέχνης που στα παιδικά μου μάτια έμοιαζε με μαγεία.
Η ρόκα με το γνεσμένο μαλλί. Το αδράχτι που στριφογύριζε με χάρη. Τα μασούρια γεμάτα νήματα. Το χτένι. Η σαΐτα που πετούσε σαν μικρό πουλί ανάμεσα στα νήματα. Και η περίφημη ανέμη!

Την κοιτούσα με δέος, έχοντας πάντα στο παιδικό μου μυαλό εκείνη την ιστορία της Πέρας Μέσης, που είχα ακούσει από τη μάνα μου και που, για μένα, έμοιαζε να ζει ακόμη μέσα στον ήχο και στην κίνηση της ανέμης. Τα πετάλια όμως ήταν ακόμη ψηλά για τα παιδικά μου πόδια. Δεν μπορούσα να υφάνω. Κι όμως, η μάνα μου έβρισκε πάντα κάτι να κάνω. Μου έδινε να γεμίζω τα μασούρια με κλωστή, να βοηθώ με τα νήματα, να περνώ και να τακτοποιώ τις κλωστές στο χτένι. Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνω, ένιωθα πως κι εγώ συμμετείχα σ’ εκείνη τη μεγάλη δουλειά.
Εκείνη συνέχιζε με κινήσεις σίγουρες, ακριβείς, ακούραστες. Κι εγώ, μικρός θεατής και βοηθός, θαύμαζα όχι μόνο τη δεξιοτεχνία της, αλλά και εκείνη την αστείρευτη, σχεδόν ιερή υπομονή της. Ώρες ολόκληρες. Κλωστή την κλωστή. Χρώμα το χρώμα. Έτσι γεννιούνταν οι πατανίες, τα χαλιά, τα κιλίμια, οι ποδιές, οι πετσέτες και τόσα άλλα υφαντά. Και μαζί τους γεννιούνταν χρώματα.
Κόκκινες και μπλε κλωστές, πράσινα και κίτρινα νήματα, γήινες αποχρώσεις που έδεναν μεταξύ τους και γίνονταν σχέδια. Τα σχέδια τα κοιτούσα κι εγώ με απορία. Δεν ήξερα τότε πώς γεννιούνταν. Μου φαίνεται πως η μάνα μου τα είχε δει σε άλλα υφαντά και τα κρατούσε στη μνήμη της σαν πατρόν, για να τα ξαναζωντανέψει στον δικό της αργαλειό. Ίσως δίπλα στον αργαλειό να υπήρχε κάποιο παλιότερο υφαντό, της μάνας της ή κάποιας άλλης γυναίκας, κι εκείνη να το «διάβαζε» κλωστή την κλωστή. Να κοιτούσε το σχέδιο και να το ξανάφτιαχνε βήμα βήμα.
Κι ύστερα, όσο περνούσαν οι ώρες και οι μέρες, οι κινήσεις γίνονταν όλο και πιο σίγουρες. Τα χέρια με τη σαΐτα. Τα πόδια στα πετάλια. Το χτύπημα του χτενιού. Ένας ρυθμός που επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά, σαν τραγούδι που το ξέρεις τόσο καλά, ώστε κάποια στιγμή δεν χρειάζεται πια να το σκέφτεσαι. Το σώμα θυμόταν. Τα χέρια θυμούνταν. Και η δουλειά προχωρούσε σχεδόν μόνη της.
Δεν ήξερα τότε πως αυτό που θαύμαζα στα χέρια της ήταν κι αυτό ένα είδος μνήμης. Μια μνήμη που δεν ήταν γραμμένη σε χαρτί. Ήταν γραμμένη στο σώμα. Δεν ήταν απλώς πράγματα για το σπίτι. Ήταν ώρες από τη ζωή των γυναικών. Κόπος, υπομονή, τέχνη και μεράκι. Και πολλές φορές ήταν η προίκα των κοριτσιών. Πράγματα που ετοίμαζαν οι μάνες για τις κόρες τους, χρόνια πριν εκείνες ανοίξουν το δικό τους σπίτι.
Και μαζί με τα υφαντά περνούσε από μάνα σε κόρη και κάτι ακόμη. Η γνώση. Ο τρόπος. Η υπομονή. Εκείνο το «κοίτα πώς γίνεται» και ύστερα το «τώρα προσπάθησε εσύ». Δεν χρειαζόταν βιβλίο. Δεν χρειαζόταν οδηγία γραμμένη σε χαρτί. Η γνώση περνούσε μέσα από τα μάτια, τα χέρια και την επανάληψη.
Κι ύστερα, μαζί με το χτύπημα του ξύλου, έρεε και η ζωή. Κάποια στιγμή, μέσα στη μονοτονία της δουλειάς, η μητέρα μου άρχιζε να τραγουδά. Άλλοτε ήταν μαντινάδες της στιγμής, γεμάτες καημούς και χαρές. Άλλοτε κάποιο τραγούδι που ταίριαζε με τη δουλειά της. Κι εγώ, χωρίς να το σκέφτομαι, έμπαινα σιγά σιγά στον ρυθμό και της έκανα τη δεύτερη φωνή. Οι δυο φωνές μας γίνονταν ένα με τον ήχο του αργαλειού. Το ξύλο, τα νήματα, το τραγούδι, η φωνή της μάνας μου και η δική μου. Και ο οντάς γέμιζε με έναν ήχο που τότε μου φαινόταν τόσο φυσικός, μα σήμερα ξέρω πόσο πολύτιμος ήταν.
Ήταν ένας ολόκληρος κόσμος. Ένας κόσμος που δεν χρειαζόταν πολλά για να υπάρξει. Μόνο έναν αργαλειό, λίγα νήματα, δυο χέρια που ήξεραν και μια φωνή που τραγουδούσε. Κι ένα παιδί δίπλα, που κοιτούσε, βοηθούσε και μάθαινε.
Σήμερα, τόσα χρόνια μετά, σκέφτομαι πόσα πράγματα χάθηκαν μαζί με εκείνους τους ήχους. Όχι μόνο ο αργαλειός. Μα κι εκείνη η αργή, υπομονετική διαδικασία με την οποία μαθαίναμε τη ζωή. Κοιτάζοντας. Ακούγοντας. Προσπαθώντας. Ξαναδοκιμάζοντας.
Τα χέρια μας σήμερα αγγίζουν κυρίως οθόνες. Τα χέρια εκείνα ήξεραν να γνέθουν, να τυλίγουν, να περνούν, να υφαίνουν. Ήξεραν να μετατρέπουν την κλωστή σε κάτι που έμενε. Κι όμως, κάθε φορά που θυμάμαι τη μητέρα μου στον αργαλειό, νιώθω πως τίποτα δεν χάθηκε εντελώς. Γιατί ο αργαλειός της σώπασε, αλλά κάτι από εκείνον συνεχίζει να δουλεύει μέσα μου.
Ίσως είναι η δεύτερη φωνή που της έκανα.
Ίσως είναι οι λέξεις που μου έμαθε.
Ίσως είναι εκείνη η υπομονή που την κοιτούσα και δεν καταλάβαινα τότε πόσο μεγάλη αξία είχε.
Ίσως είναι όλα εκείνα που πέρασαν από τα δικά της χέρια στα δικά μου, χωρίς καν να το καταλάβουμε.
Και σήμερα, όταν φέρνω στον νου μου εκείνη τη γωνιά του παλιού οντά, δεν ακούω μόνο τον αργαλειό. Ακούω τη φωνή της μάνας μου. Και κάπου δίπλα της, ακούω ακόμη τη δική μου. Τη δεύτερη φωνή. Εκείνη που έμπαινε δειλά στο τραγούδι της και γινόταν ένα μαζί της. Κι ίσως τελικά αυτό να είναι η μνήμη. Να συνεχίζει να υφαίνει όσα ο χρόνος νόμιζε πως είχε τελειώσει. Κλωστή την κλωστή. Μνήμη τη μνήμη. Κι έτσι, όσο θυμάμαι εκείνη τη φωνή και μπορώ ακόμη να την ακολουθήσω με τη δική μου, ο αργαλειός της μάνας μου δεν έχει σωπάσει πραγματικά. Ακόμη υφαίνει μέσα μου…
*Η Άννα Μηλιαρά είναι φιλόλογος
Φωτογραφίες προέρχονται από το βιβλίο της αείμνηστης Μαρίας Μαστρογιωργάκη με τίτλο "Ξομπλιάζοντας τις μνήμες"
Στην κεντρική φωτογραφία η Μαρία Μαστρογιωργάκη στον αργαλειό της