Γεροντική σοφία
Αποκαμωμένος ήταν πια ο μπάρμπα Μανώλης Ραπτάκης, ο Πανάγος, όπως τον λέγαμε στη Βιάννο. Χρόνια πρεσαδόρος στα ελαιουργεία, βαροκόπος στα λατομεία, σκαφτιάς στ’ Αρχανιώτικα αμπέλια.
Αλλά και άριστος καλλιεργητής. Κατάλυσε τη δύναμή του σε σκληρόκαρδα αφεντικά εκείνες τις μίζερες εποχές, που μάλλον πως μας αναζήτηξαν και ξαναέρχονται… ορντινιασμένες…
Tα ροζιασμένα χέρια, οι ρυτίδες, βαριές χαρακιές στο πλατύ του μέτωπο, ήταν αδιάψευστος μάρτυρας της πολυκουρασμένης του ζήσης.
Καθισμένοι κάτω από μια μουριά, που την ξεριζώσανε οι «πολιτισμένοι» νεοβαννίτες για να μεγαλώσουν το τσαρδί τους, απολαμβάναμε τα καφεδάκια μας, χωρίς πολλές κουβέντες. Ο Πανάγος, δεν μιλούσε ασκόπως. Οι κουβέντες του ήταν λίγες και μετρημένες. "Αρές και βαρές" που λένε. Σε λίγο κατέφθασε ένας υποψήφιος... «τζιτζιφιόγκος» και μας ακριβοχαιρέτησε μ’ αυτό το γλίσχρο τρόπο που χαιρετούν οι περισσότεροι πολιτικοί. Δε μπορεί, κάπου θα ’χετε ανταμώσει κι εσείς αυτά τα «φρούτα», με τη γλοιώδη όψη και συμπεριφορά, που σου υπόσχονται λαγούς με πετραχήλια, αλλά, πριν αλέκτορα φωνείσαι, χίλιες τρεις σε απαρνούνται…
Ο «τύπος», προφανώς είχε προεντοπίσει το «θύμα» του και, όπως κάνουν οι πετρίτες (ανεμογάμηδες τους λέμε στην ντοπιολαλιά μας), αφού «ζύγιασε» εφόρμησε με ακρίβεια!
Έκανε ακατάπαυστα ερωτήσεις στον μπάρμπα Μανώλη, προσδοκώντας ν’ ανοίξει κουβέντα, αλλά είπαμε· ο Πανάγος δεν πετούσε κουβέντες στον… αέρα. «Να κεράσω δυο καφεδάκια;», πρότεινε ο πολιτικάντης. «Δυο έχω πιωμένους», απάντησε ο αξιοπρεπής γέροντας, θέλοντας να στείλει στον όξω απ’ ’δω τον αγενέστατο επισκέπτη.
Όμως, εκείνος επέμενε φορτικότατα αυξάνοντας τη… δόση: «Να σε κεράσω μια τυρόπιτα;». Τόσο λίγο μυαλό διέθετε ο «κύριος» και είχε την εντύπωση ότι με τέτοιο δέλεαρ θα παρέσερνε το «θύμα» του. «Δε τρώγω ’γω παιδί μου τέτοια γιαχνιά», ήταν η απάντηση του Πανάγου, πετώντας στα μούτρα την κίβδηλη γαλαντομία του υποψήφιου «σωτήρα», ο οποίος έφυγε άπραγος κι απογοητευμένος…
Σαν απομακρύνθηκε, θέλησα να «τσιγκλήσω» τον μπάρμπα Μανώλη: «Βλέπω το ’βγαλες το κερασματάκι», ψέλλισα. Και τότε, ο σοφός γέροντας μου είπε δυο κουβέντες που ζυγίζανε δέκα τόνους πνεύμα! «Μανώλη, να κατέχεις πως, τσάμπα τυρί έχει μόνο στην ποντικοπαγίδα»!!!
Πέρασαν τα χρόνια, ο μπάρμπα Μανώλης εγκατέλειψε τα εγκόσμια, που πάει να πει «σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή», μας άφησε μονάχους, χωρίς τη ζώσα σοφία του, να κουμανταριστούμε τη ζέουσα και ζοφερή εποχή μας. Έπρεπε να φτάσουμε στο χάλι αυτό, για να γίνει αντιληπτή η απουσία κάποιων «πελεκημένων» ανθρώπων, ακρογωνιαίων λίθων της ζωής, που δίχως τους, όλο το χτήρι είναι σαθρό. Θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να απαριθμήσουμε τους τόσους αφανείς ήρωες, που μάτωσαν και χαλάστηκαν σε εποχές δυσκολότερες της σημερινής, αλλά κατάφεραν με αξιοπρέπεια να αναθρέψουν ζωές. Αναφέρομαι στον μπάρμπα Μανώλη και σκέφτομαι πόσους «μπάρμπα Μανώληδες» είχε η εποχή του. Επαγωγικά έρχεται στο μυαλό μου η Κατίνα Μάστορα, μια Βιαννίτισσα, έτσι όπως λέμε μια «Σουλιώτισσα», που βίωσε τον άδικο σκοτωμό του άνδρα της από τους Ναζί, έχοντας να αναθρέψει δυο μωρά παιδιά… Κι εκείνη, η αφανής ηρωίδα, σήκωνε το σταυρό του μαρτυρίου αγόγγυστα, δίχως μεμψιμοιρίες και κλάψες. Πορεύτηκε αξιοπρεπής, δίχως να προσκυνήσει αγάδες και «τσογλάνια». Εγνώριζε, προφανώς, ότι «τσάμπα τυρί υπάρχει μόνο στην ποντικοπαγίδα».
Αναφέρθηκα ήδη σε δύο ανθρώπους της γενιάς εκείνης, αλλά επαναλαμβάνω, θα μπορούσα να ανοίξω κατάλογο. Αυτοί όμως, «δυστυχώς, έφυγαν νωρίς» για να θυμηθούμε τον Χρόνη Μίσσιο. Ή μάλλον, ευτυχώς, για να μη ζήσουν την κατάντια και τον εξευτελισμό μας.
Σε πρόσφατη επίσκεψή μου στην Αθήνα, επανεπιβεβαίωσα την εδραία πεποίθηση: ότι ο νεοέλληνας ζει σε παρατεταμένη νιρβάνα. Οι εννιά στους δέκα περιπτεράδες είναι Αλβανοί! Το ίδιο κι οι μανάβηδες κι οι ψαράδες! Κι εσείς, ω άνδρες Αθηναίοι, επιζητείτε τα προς το ζειν στους κάδους απορριμμάτων…