«Ένα, δύο….. το πολύ τρία!»
Ο εξαιρετικός επικήδειος που ακολουθεί αφορά στον σπουδαίο Νίκο Κόμη που πλήρης ημερών "μετακόμισε" στην Αθανασία. Συγγραφέας είναι ο δευτερανιψιός του, ο αγαπητός μας Μανώλης Κόμης του Γιώργου και της Διαμάντως, ο οποίος, συγκαταλέγεται κι εκείνος στην μεγάλη καλλιτεχνική οικογένεια των Κόμηδων.
Γράφει λοιπόν ο Μανώλης Κόμης:
«Ένα, δύο….. το πολύ τρία!»
Ο Νίκος ο Κόμης, αδελφός του παππού μου και αγαπημένος μου θείος, που έφυγε χθες στα 95 του, ξεκινούσε έτσι τις συναυλίες του τα τελευταία χρόνια δοκιμάζοντας τον ήχο από το μικρόφωνο. Μία από τις πολλές ατάκες που επαναλάμβανε για να διατηρεί συνεχώς ψηλά την ευθυμία της ομήγυρης.
Αυτή ήταν η αποστολή του και ήταν γεννημένος για αυτό. Λίγη ώρα στον ίδιο χώρο μαζί του αρκούσε για να μπεις σε κατάσταση ευφορίας για τα καλά. Κάποτε σε ένα μνημόσυνο στο σπίτι του στο Μπαδιά γελάσαμε τόσο που από τότε αγάπησα τα μνημόσυνα. Πάντα ετοιμόλογος και με πηγαίο το χιούμορ του διατηρούνταν ο ίδιος συνεχώς «κουρδισμένος» και μάλιστα χωρίς να πίνει σταγόνα αλκοόλ.
Κάθε παρέα που έκανε έμοιαζε με μικρή παράσταση, πάντα διαφορετική και βέβαια αυτοσχέδια. Έφτιαχνε έτσι το κλίμα, όχι μόνο σε κάθε συνάντηση, σε κάθε οικογενειακή γιορτή και σε κάθε γλέντι αλλά ακόμη και στις καθημερινές εργασίες. Όντας πολυτεχνίτης κάποτε είχε αναλάβει να μας βάψει το σπίτι και καθώς το πρότζεκτ ήταν οικογενειακό προστέθηκα και εγώ με την Έρη, την αδερφή μου, στο συνεργείο για τις βοηθητικές δουλειές. Για μία βδομάδα και καθώς τρέχαμε από πίσω του να τον προλάβουμε, να κολλήσουμε τις ταινίες στα σοβατεπί και να μεταφέρουμε τα χαρτόνια κ.λπ. ήταν σα να συμμετέχουμε σε κωμωδία με πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη τον ίδιο.
Το μουσικό ταλέντο του μεγάλο, πολύ εκφραστικός στο βιολί και το μαντολίνο. Έμαθε μουσική μέσα στο περιβάλλον της προφορικής παράδοσης της Βιάννου (κοντυλιές, καντάδες κ.λπ.) και την πλούτισε αφήνοντας το δικό του αποτύπωμα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα λαϊκού καλλιτέχνη που δεν έχει ανάγκη το γραπτό λόγο και την παρτιτούρα.
Μεγάλωσα με αυτόν και τον αδερφό του το Σήφη (με τον οποίο αποτελούσαν για καιρό πολύ δυνατό δίδυμο) στις γιορτές του παππού μου και του θείου μου Μανώλη τα Χριστούγεννα να παίζουν τραγούδια όλο το βράδυ. Όταν αργότερα απέκτησα άνεση στην κιθάρα, αναζητούσα μια ευκαιρία να παίξουμε μαζί και αυτή δόθηκε το καλοκαίρι του 2003 σε μία εκδήλωση στη Βιάννο. Μαζί με τον Σήφη και τη θεία μου την Ελένη, στο Πλακάδο, ήταν μια μαγική βραδιά, οι παλιότεροι και οι φίλοι θα τη θυμούνται. Εγώ, κρατώντας το πάσο που λένε με την κιθάρα, εκστασιασμένος χάζευα τους καλλίφωνους και μερακλήδες Βιαννίτες να τραγουδούν μαντινάδες σε κύκλο ατελείωτα.
Τον βλέπαμε σαν ένα μικρό θεό του γέλιου, της μελωδίας και της μαντινάδας, έναν ιερέα των γιορτών της κοινότητας και ειδικότερα εμείς από το σόι καμαρώναμε λίγο παραπάνω.
Τα τελευταία χρόνια είχε προσθέσει και τα ανέκδοτα στη φαρέτρα του και θα μεταφέρω ένα από αυτά, ίσως ότι πιο σουρεαλιστικά τρυφερό έχω ακούσει ποτέ.
Σε κάποια εκδρομή ο Θείος με τη γυναίκα του τη θεία τη Φούλα (από το Συ(μ)μεφούλα) φτάνουν σε κάποιο ξενοδοχείο για να διανυκτερεύσουν. Στη ρεσεψιόν η υπάλληλος ρωτάει τα ονόματα, ο θείος λέει το δικό του και της συζύγου.
- Ρεσεψιονίστ: Συμμεφούλα είπατε; Μπορείτε να μου πείτε με πόσα μι γράφεται;
- Θείος: Να σας πω….. Κάποιες φορές με ένα, κάποιες φορές με δύο και κάποιες με τρία!!
- Ρεσεψιονίστ: Με τρία;!! Τι εννοείτε;
- Θείος: Είναι όταν τη φωνάζω «Συμμεφούλα μου!»