Βιάννος-Vienn
Η Βιάννος της Κρήτης, η Βιέν του Ροδανού και μια θρασύτατη λογοκλοπή
Γράφει ο Τάκης Γεράρδης*
ΜΕΡΟΣ 1ο
Η παράδοση, η φιλολογία και ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα, μαρτυρούν πως υπάρχουν δύο μακρινά σημεία του αρχαίου κόσμου που σχετίζονται μεταξύ τους. Αυτά είναι η Βίεννος της Κρήτης και η Vienne της Γαλατίας. Δηλαδή η σημερινή Βιάννος του Ηρακλείου Κρήτης και η πόλη Βιέν που βρίσκεται στις όχθες του Ροδανού, περίπου τριάντα χιλιόμετρα νότια της Λυών.
Η σχέση δεν στηρίζεται μόνο στην ομοιότητα των δύο ονομάτων. Υπάρχει μια αφήγηση και ιστορικές αναφορές σύμφωνα με τις οποίες η Vienne της Γαλατίας ήταν κρητικομασσαλιώτικη αποικία. Και υπάρχει μια ακόμη, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα μαρτυρία, που συνδέει την μετοίκηση ορισμένων Κρητών, με ένα γεγονός πολύ συγκεκριμένο: μια μεγάλη και παρατεταμένη ξηρασία που κατά τον 5ο αιώνα π. Χ. έπληξε την Κρήτη.
Η μετανάστευση
Σύμφωνα με το Στέφανο Βυζάντιο η Βίεννος ήταν
"πόλις Κρήτης, οι μεν από Βιέννου του των Κουρητών ενός, οι δε από της περί τον Άρην γενομένης βίας, ην ενταύθα φασίν από Ώτου και Εφιάλτου των παίδων Ποσειδώνος, και μέχρι και νυν τα καλούμενα εκατομφόνια θύεται τω Άρει".
Ο Ρόμπερτ Πάσλει, ένας από τους κορυφαίους ερευνητές του κρητικού πολιτισμού στο πρώτο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, έγραψε ότι κοντά στη Βιάννο βρέθηκε τάφος γίγαντα, ο οποίος σύμφωνα με τις τοπικές παραδόσεις πιστεύεται ότι ήταν του Ώτου.
Η Βιάννος ήταν αυτόνομη πόλη, όπως πιστοποιούν τα νομίσματά της, τα οποία έφεραν στη μία όψη την κεφαλή της Αρτέμιδος ή Βιάννης και στην άλλη ένα λουλούδι με τη λέξη ΒΙΑΝΙ. Ας σημειωθεί πως σήμερα βρίσκεται περίπου στη θέση της αρχαίας πόλης Βίεννος ή Βίεννας. Οι κάτοικοί της ονομάζονταν Βιάννιοι ή Βιέννιοι. Το δε όνομα θεωρείται προελληνικό. Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο, προέρχεται είτε από τον Βιέννο (έναν από τους Κουρήτες) είτε στη βία που ασκήθηκε στην περιοχή από τους γιους του Ποσειδώνα, τον Ώτο και τον Εφιάλτη, κοντά στο ιερό του Άρη, όπως λέει ο σχετικός μύθος.
Η ιστορία της Κρήτης έχει πολλές χιλιετίες βάθος και μερικές δικές μας αναφορές σε αρχαία εποχή συνήθως είναι για την ιστορία του νησιού απροσδιορίστου χρονολογίας. Παρόλα αυτά με τα υπάρχοντα στοιχεία μπορούμε να εικάσουμε ότι η μετανάστευση στην Γαλατία δεν ήταν εξαρχής μια απλή αναζήτηση νέας γης. Ίσως είχε προηγηθεί κάποια συμφωνία με τους Μασσαλιώτες, οι οποίοι είχαν συμφέροντα και παρουσία στον Ροδανό, και οι Κρήτες της Βιάννου να μετακινήθηκαν προς τη Γαλατία ως μισθοφόροι πολεμιστές. Το πότε ακριβώς συνέβησαν όλα αυτά θα το δούμε παρακάτω, από άλλη πηγή. Η παράδοση της ξηρασίας θα εξηγούσε τότε τον λόγο για τον οποίο μια ολόκληρη ομάδα ήταν διαθέσιμη να εγκαταλείψει την Κρήτη, ενώ η πολεμική της εξειδίκευση εξηγεί τον ρόλο που ανέλαβε.
Πάντως σήμερα η Βίαννος ακμάζει στην περιφέρεια νότια του Ηρακλείου, βρίσκεται κοντά στην Κνωσό και στο Ιδαίον Άντρον και απλώνεται σε εύφορη πεδιάδα με εκτενή παράλια αλλά και με ορεινό όγκο. Αυτή η Βιάννος είναι συνδεδεμένη και με ένα από τα φρικτότερα εγκλήματα της γερμανικής Κατοχής στην Κρήτη: το Ολοκαύτωμα του Σεπτεμβρίου του 1943, όταν, από τις 14 έως τις 16 Σεπτεμβρίου, οι γερμανικές δυνάμεις εκτέλεσαν περίπου 500 αμάχους και κατέστρεψαν δεκάδες χωριά της περιοχής.
Στην έκδοση Ethnika, Epitome, σ. 169, στ. 12, ο Στέφανος Βυζάντιος μας πληροφορεί:
Βίεννος, πόλις Κρήτης. οἱ μὲν ἀπὸ Βιέννου τοῦ τῶν Κουρήτων ἑνός, οἱ δὲ ἀπὸ τῆς περὶ τὸν Ἄρη γενομένης βίας, ὃν ἐνταῦθα [δεδέσθαι] φασὶν ὑπὸ Ὄτου καὶ Ἐφιάλτου τῶν παίδων Ποσειδῶνος, καὶ μέχρι καὶ νῦν τὰ καλούμενα ἑκατομφόνια θύεται τῷ Ἄρει. οἱ πολῖται Βιέννιος· οἱ δὲ τιμὰς ἀποπέμπειν τῷ τε Μιλίῳ Διὶ καὶ Βιεννίῳ. ἔστι καὶ ἑτέρα πόλις ἐν Γαλλίᾳ. αὐχμοῦ γάρ ποτε τὴν σύμπασαν Κρήτην κατασχόντος εἰς ἑτέρους τόπους ἀπῳκίζοντο, οἰκῆσαι δέ τινας Ὑδροῦντα τῆς Ἰταλίας οὔπω πεπολισμένον. χρησμοῦ δ’ αὐτοῖς δοθέντος ὅπου ἑλωδέστατον τόπον θεάσονται κατοικῆσαι, ἐλθόντες οὖν ἐπὶ τὸν Ῥόδανον ποταμὸν τῆς Γαλλίας ἑλώδη ὄντα οἰκῆσαι, καὶ τὴν πόλιν οὕτως ὀνομάσαι, ἐπειδὴ μία τῶν σὺν αὐτοῖς παρθένων Βίαννα καλουμένη χορεύουσα ὑπό τινος χάσματος ἐλήφθη. ἧς μνημονεύει πόλεως Εὐσέβιος ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ ἱστορίᾳ. τὸ ἐθνικὸν ὁμοίως Βιέννιος, εἰ μὴ κατὰ τὸν ἐγχώριον τύπον Βιεννήσιος ὡς Λουγδουνήσιος. τῆς δὲ Βιέννης Βιενναῖος.
(Σε ελεύθερη απόδοση)
Βίεννος, πόλη της Κρήτης. Άλλοι λένε ότι πήρε το όνομά της από τον Βίεννο, έναν από τους Κουρήτες, και άλλοι από τη βία που ασκήθηκε εκεί εναντίον του Άρη, τον οποίο, όπως λένε, έδεσαν εδώ ο Ώτος και ο Εφιάλτης, οι γιοι του Ποσειδώνα. Και μέχρι σήμερα τελούνται εκεί τα λεγόμενα «εκατομφόνια» προς τιμήν του Άρη. Ο κάτοικος λέγεται Βιέννιος και αυτοί αποδίδουν τιμές στον Μίλιο Δία και στον Βιέννιο.
Υπάρχει όμως και άλλη πόλη στη Γαλλία. Επειδή κάποτε ξηρασία είχε καταλάβει ολόκληρη την Κρήτη, οι κάτοικοί της μετανάστευαν σε άλλους τόπους. Μερικοί εγκαταστάθηκαν στον Υδρούντα της Ιταλίας, που τότε δεν είχε ακόμη γίνει πόλη. Αφού όμως τους δόθηκε χρησμός να εγκατασταθούν εκεί όπου θα έβλεπαν τον πιο ελώδη τόπο, έφθασαν στον Ροδανό ποταμό της Γαλλίας, ο οποίος ήταν ελώδης, και εγκαταστάθηκαν εκεί. Και ονόμασαν έτσι την πόλη, επειδή μία από τις παρθένες που ήταν μαζί τους, ονομαζόμενη Βίαννα, ενώ χόρευε, ρουφήχτηκε από κάποιο χάσμα της γης. Την πόλη αυτή μνημονεύει ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική Ιστορία.
Το εθνικό όνομα είναι επίσης Βιέννιος, ή, σύμφωνα με τον τοπικό τύπο, Βιεννήσιος, όπως Λουγδουνήσιος. Ο κάτοικος της Βιέννης λέγεται Βιενναῖος.
Στην παράδοση λοιπόν αναφέρεται ότι κάποτε μια μεγάλη ξηρασία έπληξε ολόκληρη την Κρήτη. Οι κάτοικοι της Βιάννου, όπως λέγεται, αναγκάστηκαν να στείλουν αποίκους σε άλλους τόπους. Οι Βιαννίτες, φτάνοντας αρχικά στην Ιταλία, έλαβαν χρησμό που τους υπεδείκνυε να εγκατασταθούν εκεί όπου θα συναντούσαν έναν ιδιαίτερα ελώδη τόπο. Κάποιοι έμειναν στην ιταλική χερσόνησο όπου ονομάτισαν τον ποταμό που έρεε στο μέρος Ύδαριν ο οποίος έδωσε το όνομα Οτράντο στην πόλη. Οι υπόλοιποι ακολουθώντας τον χρησμό έφθασαν τελικά στο Ροδανό. Εκεί ίδρυσαν πόλη στην οποία έδωσαν το όνομα της γενέτειρά τους. Η ξηρασία αυτή, παρόλο που μας είναι δύσκολο να την πιστοποιήσουμε με επιστημονικά κριτήρια, πρέπει να συνέβη τον 5ο αιώνα π. Χ. κι αυτό προκύπτει από το ότι μπορούμε με σχετική ασφάλεια να πιστοποιήσουμε από άλλες πηγές. Ας σημειωθεί ότι οι Κρήτες μετανάστες είναι πιθανόν να κλήθηκαν από τους Μασσαλιώτες σαν μισθοφόροι πολεμιστές και σε συνδυασμό με την ξηρασία να βρέθηκαν στη Γαλατία.
Η Μασσαλία είχε ήδη αναπτυχθεί εντυπωσιακά και σαν μητρόπολη φρόντιζε για την προώθηση ελληνικών εποίκων στα ενδότερα της Γαλατίας. Οι έποικοι κατέφθαναν από τον ελλαδικό χώρο πιεζόμενοι κυρίως από την εισβολή των Περσών ή από εμφύλιες συγκρούσεις αλλά και από άλλες αιτίες. Προωθούνταν δε από τους Μασσαλιώτες στην ενδοχώρα με βάση την εξειδίκευση κάθε πληθυσμού που κατόπιν συνεννοήσεως έφτανε. Δηλαδή σε άλλο μέρος έστελναν τους χτίστες, τους γιατρούς, τους Γραμματικούς, τους θεατρίνους, σε άλλο μέρος τους χειροτέχνες, αλλού τους βυρσοδέψες και αλλού τους έμπειρους στις μάχες, εφόσον οι ανάγκες για ειδικά επαγγέλματα και δεξιότητες ήταν περιζήτητα από τους ιθύνοντες. Και όλοι αυτοί συνήθως παρέμεναν ισοβίως στα μέρη που τους έστελναν. Στην κοιλάδα του Ροδανού, κοντά στη σημερινή Λυών, προωθήθηκαν οι Κρήτες από τη Βιάννο για να φυλάνε τα σύνορα από τους εισβολείς, επειδή ήταν ικανοί και έμπειροι πολεμιστές.
Η ιστορία αυτή είναι ασυνήθιστα συγκεκριμένη: κατονομάζει το χρόνο, τη γενέτειρα, αναφέρει την αιτία της μετακίνησης, αναφέρει χρησμό, προσδιορίζει τον προορισμό και εξηγεί πειστικά ακόμη και το όνομα της νέας πόλης. Η σημαντικότερη γραπτή μαρτυρία που διαθέτουμε είναι από τον Στέφανο Βυζάντιο, τον λεξικογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., ο οποίος συνέταξε τα «Εθνικά», ένα γεωγραφικό λεξικό βασισμένο σε πολύ παλαιότερη γραμματεία.
Επομένως η σύνδεση Κρήτης και γαλλικής Vienne δεν είναι νεότερη εικασία. Υπάρχει ως μαρτυρία καταγεγραμμένη από έναν συγγραφέα της ύστερης αρχαιότητας, ο οποίος έζησε περίπου 10 αιώνες μετά τα γεγονότα και άντλησε το υλικό του από παλαιότερες πηγές.
Μασσαλία
Γύρω στο 600 π.Χ. Φωκαείς, Έλληνες της Ιωνίας, εγκαταστάθηκαν στις ακτές της νότιας Γαλατίας, στον όρμο του Λακυδώνα, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα η Μασσαλία. Η Φώκαια, στη μικρασιατική ακτή, ήταν ήδη μια από τις σημαντικές ναυτικές πόλεις της Ιωνίας και οι Φωκαείς είχαν αναπτύξει έντονη εμπορική δραστηριότητα σε ολόκληρη τη δυτική Μεσόγειο. Η θέση που επέλεξαν ήταν εξαιρετική: προστατευμένος όρμος, ασφαλές αγκυροβόλιο και, κυρίως, πρόσβαση στον Ροδανό και μέσω αυτού στο εσωτερικό της Γαλατίας.
Η Μασσαλία εξελίχτηκε γρήγορα σε σημαντικό εμπορικό και ναυτικό κέντρο. Από τη θέση της μπορούσε να επικοινωνεί με τις παράκτιες περιοχές της δυτικής Μεσογείου αλλά και να διεισδύει προς το εσωτερικό της Γαλατίας μέσω του Ροδανού και των άλλων ποταμών. Η επικράτειά της ήταν σημαντική και πολυμέτωπη. Δημιούργησε εμπορικούς σταθμούς και αποικίες σε διάφορα σημεία της δυτικής Μεσογείου και απέκτησε ιδιαίτερη επιρροή στις συναλλαγές με τους κατά κανόνα φιλήσυχους λαούς της Γαλατίας. Αβινιόν, Τουλούζη, Εμπορείον, Αρλ (Αρελάτη), Νίκαια, ήταν μερικοί σημαντικοί σταθμοί-κώμες που ίδρυσαν και μετά έγιναν πόλεις με σχετική αυτονομία.
Εξερεύνησαν σχεδόν ολόκληρη τη Γαλατία αξιοποιώντας την ευκολία πλεύσης των ποταμών της. Ονομάτιζαν τα πάντα με ελληνικά ονόματα, ακόμη και τον Σηκουάνα (από σηκούς που έστησαν και τοποθέτησαν αγάλματα καθώς τον διέπλεαν) και το Παρίσι, από τις νήσους Πάρισους που συνάντησαν στη μέση του ποταμού. (Παρ’ εκτός ίσα μέρη απεχόντων).
Σύμφωνα με την περιγραφή του Στράβωνα, καθώς αναπτύχθηκε η Μασσαλία κι έφτασε στην ώριμη μορφή του πολιτεύματός της υπήρχε ένα σώμα 600 εξεχόντων πολιτών – οι Τιμούχοι - οι οποίοι κατείχαν το αξίωμα ισοβίως. Από αυτούς επιλεγόταν ένα ανώτερο σώμα δεκαπέντε ανδρών, υπεύθυνο για την καθημερινή διοίκηση της πόλης. Από τους δεκαπέντε ξεχώριζαν τρεις, στους οποίους συγκεντρώνονταν η ανώτατη εκτελεστική εξουσία, με έναν από αυτούς να ασκεί την κύρια αρχηγία.
Έτσι ως μητρόπολη του ελληνικών πληθυσμών που συνεχώς κατέφθανε και αιτούνταν δικαίωμα εγκατάστασης στην περιοχή, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ήταν μια ελληνική πόλη ως προς την καταγωγή, τη γλώσσα, τη θρησκεία και τους θεσμούς της, αλλά ταυτόχρονα εγκατεστημένη μέσα σε έναν μη ελληνικό, Γαλατικό κόσμο. Ιδανικό μέρος για τους Κρήτες που θα φτάσουν εκεί. Η θέση της πόλης ανάμεσα στη Μεσόγειο και τον Ροδανό την έκανε όχι μόνο εμπορικό κέντρο αλλά και πύλη του ελληνικού κόσμου προς το εσωτερικό της Γαλατίας. Ήταν ο φυσικός κόμβος μέσω του οποίου μια ομάδα εποίκων μπορούσε να περάσει από τον κόσμο της Μεσογείου στον κόσμο της Γαλατίας.
Η αρχαιολογική ιστορία της Βιέν της Γαλατίας μάς οδηγεί αρκετά πίσω. Η θέση της πόλης βρισκόταν πάνω σε έναν εξαιρετικά σημαντικό εμπορικό άξονα του Ροδανού. Υπήρχαν στενές σχέσεις με τον ελληνικό κόσμο της Μασσαλίας και η θέση της αποτελούσε κόμβο ανάμεσα στη Μεσόγειο, την Ιταλία, την ενδοχώρα της Γαλατίας και απέναντι στα άγρια στίφη που εμφανίστηκαν και που κάθε τόσο έκαναν επιδρομές από το Βορειοανατολικό μέρος. Γιατί λαοί φιλόδοξοι και εύρωστοι υπήρχαν παντού και πάντα. Τα σύνορά του ένα κράτος αναγκαστικά πρέπει να τα φυλάει.
Αν τοποθετήσουμε την κρητική μετανάστευση χρονικά θα βρεθούμε γύρω στο 500 με 450 π. Χ. Βρισκόμαστε στην εποχή όπου η ελληνική ναυσιπλοΐα έχει ήδη δημιουργήσει ένα πυκνό δίκτυο στη Μεσόγειο. Η Μασσαλία, αποτελεί ήδη σημαντικό ελληνικό εμπορικό κέντρο στη δυτική Μεσόγειο. Ο Ροδανός και τα άλλα πλωτά ποτάμια οδηγούν από τη Μασσαλία βαθιά στη Γαλατία. Έτσι, αν κάποια ομάδα Κρητών πράγματι αναχώρησε προς τη Γαλατία, δεν χρειάζεται να φανταστούμε ένα αδιανόητο ταξίδι από μια απομονωμένη Κρήτη σε έναν άγνωστο κόσμο. Υπήρχαν ήδη θαλάσσιοι και ποτάμιοι δρόμοι. Και υπήρχαν και άνθρωποι να τους φροντίσουν στην αρχή, οι οποίοι μιλούσαν την ίδια γλώσσα και λάτρευαν τους ίδιους θεούς. Υπήρχαν οι Έλληνες Μασσαλιώτες.
Οι Μασσαλιώτες χρειάζονταν ανθρώπους στα βόρια και ανατολικά σύνορά τους που να εγκατασταθούν μόνιμα εκεί για να προστατεύουν την επικράτεια από εισβολείς. Και μάλιστα αυτοί οι νέοι κάτοικοι να μην είναι τρυφηλοί και ευάλωτοι, σαν τους Ίωνες, αλλά να είναι εξοικειωμένοι με τον πόλεμο, τις μάχες και τις κακουχίες που συνεπάγονται. Και τέτοιοι ήταν σαφώς οι Κρητικοί του Βιάννου. Πεδινοί αλλά ταυτόχρονα και ορεσίβιοι, με το μαχαίρι συνεχώς στα δόντια.
Μια θρασύτατη λογοκλοπή
Κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, η μελέτη του αρχαίου ελληνικού αποικισμού στη Δυτική Μεσόγειο γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση στους ευρωπαϊκούς επιστημονικούς κύκλους. Στο πλαίσιο αυτό, τον Ιούνιο του 1928, δημοσιεύθηκε στον ελληνικό Τύπο η προκήρυξη ενός διεθνούς επιστημονικού διαγωνισμού. Αντικείμενό της ήταν η διερεύνηση της επίδρασης του κράτους της Μασσαλίας στην ευρύτερη Γαλλία, με ειδική εστίαση στις ελληνικές αποικίες των μεσογειακών ακτών από τη γαλλική Νίκαια έως την ισπανική Βαλένθια, καθώς και στην ελληνική πολιτισμική και οικονομική διείσδυση στο εσωτερικό της Γαλλίας μέσω της κοιλάδας του Ροδανού.
Την ευθύνη της διοργάνωσης και της αξιολόγησης είχαν αναλάβει διακεκριμένοι λόγιοι με έδρα την Ελβετία, υπό την προεδρία του Ελβετού ακαδημαϊκού Μ. Μαγιεφέρ. Τα χειρόγραφα των μελετών έπρεπε να αποσταλούν απευθείας στον Πιέρ ντε Κουμπερτέν, τον ιδρυτή των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων και εξέχουσα προσωπικότητα των ευρωπαϊκών γραμμάτων, στη Λωζάννη. Ο διαγωνισμός δεχόταν εργασίες σε τέσσερις γλώσσες: γαλλική, ιταλική, ισπανική και ελληνική «καθώς και εις όλας τας εντεύθεν και εκείθεν των Πυρρηναίων διαλέκτους.»
«Δια το διαγώνισμα αυτό προσφέρουν βραβεία: Το Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας της Ελλάδος 3000 φράγκα, η πόλις της Λωζάνης 1800 φράγκα και το ίδρυμα Μπέρνετ-Μέτσε έτερον ποσόν το οποίον θα καθοριστή βραδύτερον.»
Ο Έλληνας ερευνητής και ιστοριοδίφης Σταύρος Αλούπης επέλεξε να συντάξει την πραγματεία του εξ ολοκλήρου στην ελληνική γλώσσα. Η απόφασή του αυτή εδραζόταν στη βαθιά πεποίθησή του ότι η ετυμολογική, γλωσσολογική και ιστορική ανάλυση του μασσαλιώτικου πολιτισμού, καθώς και των τοπωνυμίων της Γαλλίας, δεν ήταν δυνατόν να αποδοθεί σε όλο της το βάθος και να γίνει πλήρως κατανοητή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα.
Το 1929, η διεθνής επιτροπή απένειμε το πρώτο βραβείο στον Σταύρο Αλούπη. «Έχει εκπληρώσει, έγραφε ο Πιερ ντε Κουμπερτέν, τους όρους της προκυρήξεως και είνε λίαν ενδιαφέρουσα, προξενούσα κατάπληξιν εις κάθε σελίδαν με άγνωστα μέχρι τούδε επιχειρήματα.»
Η μελέτη προκάλεσε το θερμό ενδιαφέρον του Πιέρ ντε Κουμπερτέν, ο οποίος, εντυπωσιασμένος από την επιστημονική πληρότητα της εργασίας, ζήτησε από τον Έλληνα πρέσβη στην Ελβετία να του αποσταλούν όλα τα δημοσιευμένα βιβλία και οι μελέτες του Αλούπη. Ωστόσο, η υλική επιβράβευση του ερευνητή υπέστη σοβαρές περικοπές, καθώς τα χρηματικά έπαθλα κουτσουρεύτηκαν τόσο από τη διεθνή επιτροπή όσο και από το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας. Παρά την αδικία αυτή, ο Αλούπης δεν εξέφρασε παράπονο, επικεντρώνοντας την προσοχή του στην επιστημονική αναγνώριση.
Το ουσιαστικό πλήγμα για τον Σταύρο Αλούπη δεν ήταν η οικονομική περικοπή, αλλά η αποτυχία της διεθνούς επιτροπής να περιφρουρήσει τα πνευματικά δικαιώματα των υποβληθέντων χειρογράφων. Μετά την αξιολόγηση και τη βράβευση, τα χειρόγραφα της πραγματείας παρέμειναν προσβάσιμα στη Γαλλία και την Ελβετία, με αποτέλεσμα να καταστούν αντικείμενο ανάγνωσης και αντιγραφής από τρίτους πριν από την επίσημη αυτοτελή έκδοσή τους από τον συγγραφέα.
Τον Σεπτέμβριο του 1929, τα χειρόγραφα του Αλούπη μελετήθηκαν στη Γαλλία από εξέχοντες Έλληνες δημοσιογράφους και λογοτέχνες που κινούνταν στους φιλολογικούς κύκλους του Παρισιού. Η έλλειψη αυστηρού θεσμικού πλαισίου προστασίας επέτρεψε την ιδιοποίηση των πρωτότυπων ιστορικών, γλωσσολογικών και τοπωνυμικών ευρημάτων του Αλούπη. Τα στοιχεία αυτά μεταφέρθηκαν στη συνέχεια στον αθηναϊκό Τύπο χωρίς καμία απολύτως μνεία στο όνομα του βραβευμένου ερευνητή, γεγονός που προκάλεσε τη βαθιά πικρία του.
Εδώ ας σταθούμε λίγο σε ένα διάσημο «μούτρο» που μάλιστα ήταν και Ακαδημαϊκός. Ο Σπύρος Μελάς, 1882-1966, ήταν δημοσιογράφος, συγγραφέας, δραματουργός, σκηνοθέτης και ιδρυτής θιάσων, εκδότης και ακαδημαϊκός. Υπήρξε μία από τις πιο παραγωγικές φυσιογνωμίες των γραμμάτων με μακρόχρονη θητεία και πολύμορφη δραστηριότητα στον πνευματικό κόσμο της εποχής του.
O Σπύρος Μελάς αποτελούσε μία από τις πιο ισχυρές υπογραφές του ελληνικού Τύπου, διατηρώντας τακτική συνεργασία με εφημερίδες όπως η Πατρίς και το Έθνος. Ωστόσο ήταν ο πρωτεργάτης που συνετέλεσε στο να στερηθεί το Νόμπελ λογοτεχνίας ο Νίκος Καζαντζάκης. Τα γεγονότα είναι γνωστά. Τώρα, με αυτή την λογοκλοπή του έργου του Αλούπη, αποκαλύπτεται πως ήταν και κλέφτης περιωπής.
Μελανή κηλίδα στην ζωή του, στάθηκε η ευκολία με την οποία άλλαζε πολιτικές θέσεις και κυρίως η στήριξη της γερμανικής κατοχής. Ξεκινώντας από σοσιαλιστής στα νιάτα του, θα περάσει μετά στο στρατόπεδο των αντιβενιζελικών και θα υποστηρίξει το καθεστώς Μεταξά.
Το αποκορύφωμα όλων είναι η στάση του στην Κατοχή όταν σε ένα άρθρο του καλεί τον Ελληνικό λαό, να συνεργαστεί ειλικρινά και ενεργητικά με τον κατακτητή.
Κατά το φθινόπωρο του 1929, ο Μελάς βρισκόταν στη Γαλλία, ταξιδεύοντας και παρακολουθώντας τα ευρωπαϊκά πολιτιστικά και ιστορικά δρώμενα. Τον Σεπτέμβριο του 1929, ο Μελάς ήρθε σε επαφή με τη δημοσιευμένη έκθεση και τα χειρόγραφα του Αλούπη στη Γαλλία. Δύο μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1929, δημοσίευσε στην αθηναϊκή εφημερίδα Πατρίς (φύλλο 5, σελίδες 5-6) δικό του εκτενές άρθρο. Στο άρθρο αυτό αναπαρήγαγε αυτούσιες τις ιστορικές παρατηρήσεις, τις ετυμολογικές αναλύσεις και τα συμπεράσματα του Αλούπη σχετικά με την επίδραση της αρχαίας Μασσαλίας και τη διείσδυση του ελληνισμού στην κοιλάδα του Ροδανού, παρουσιάζοντάς τα ως δική του πρωτότυπη έρευνα και παραλείποντας κάθε αναφορά στον βραβευμένο ερευνητή ή στον διαγωνισμό της Λωζάννης.
Παρά την αδικία, ο Σταύρος Αλούπης επικεντρώθηκε στην εκδοτική κατοχύρωση του έργου του. Το 1930 κυκλοφόρησε την πρώτη αυτοτελή έκδοση της μελέτης του. Το 1980 το θεμελιώδες σύγγραμμά του «Η αρχαία Μασσαλία και ο πολιτισμός της» επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις «Ελεύθερη Σκέψις». Στο προλογικό σημείωμα καταγράφεται το ιστορικό της προκήρυξης του διαγωνισμού το 1928 και της βράβευσής του το 1929. Στον επίλογο ο Αλούπης ιστορεί με κόσμιο και διακριτικό τρόπο την επαίσχυντη λογοκλοπή από τον Σπύρο Μελά χωρίς να τον κατονομάζει. Αργότερα, το 1996, δημοσιεύθηκε η εξειδικευμένη γλωσσολογική μελέτη του «Τα ονόματα της Μασσαλίας. Ο μασσαλιώτικος πολιτισμός», Ελεύθερη Σκέψις.
Η υπόθεση του Σταύρου Αλούπη προσφέρει μια διαφωτιστική ματιά στις συνθήκες πνευματικής παραγωγής και δημοσιογραφικής ηθικής στον ελληνικό Μεσοπόλεμο. Η ταυτοποίηση του Σπύρου Μελά ως του συγγραφέα που αναπαρήγαγε τα βραβευμένα χειρόγραφα στην εφημερίδα Πατρίς τον Νοέμβριο του 1929 επιβεβαιώνει τις αιτιάσεις του Αλούπη για την παντελή έλλειψη προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων από τη διεθνή επιτροπή της Λωζάννης.
Στο βιβλίο του Η αρχαία ιστορία της Μασσαλίας, που γράφτηκε το 1930, ο Αλούπης παρακολουθεί τις ελληνικές διεισδύσεις στη Γαλατία και ανασυνθέτει, μέσα από τις αρχαίες πηγές και μέσω της ετυμολογίας τον τρόπο με τον οποίο αυτές πραγματοποιήθηκαν. Η εικόνα που παρουσιάζει είναι πολύ ευρύτερη από μια απλή αποικιακή εξάπλωση. Μιλά για διαδοχικές ομάδες Ελλήνων, οργανωμένες ή μεμονωμένες, που έφθαναν στη Μασσαλία και κατευθύνονταν στο εσωτερικό της Γαλατίας ανάλογα με την ειδικότητα και την τέχνη τους και σύμφωνα με τις ανάγκες της Μασσαλίας. Και ανάμεσα σε αυτές τις ομάδες τοποθετεί και τους Κρήτες της Βιάννου.
Ποιοι ήταν οι Αλλόβρογγες;
Αναφερόμαστε σε μια φυλή για την οποία οι αρχαιολόγοι και οι φιλόλογοι δεν έχουν καταλήξει για την προέλευσή της. Η κρατούσα άποψη σήμερα είναι πως ήταν Γαλατική πολεμική φυλή. Όμως μια ετυμολογία της λέξης δείχνει allenigenae = αλλογενείς, αλλόφυλοι. Και μια άλλη ετυμολογική ερμηνεία του Allobroges που θεωρείται γαλατική/κελτική σύνθεση δείχνει: allo = «άλλος» και brogi = χώρα, περιοχή, επικράτεια, με τη σημασία περίπου, «οι άνθρωποι από άλλη χώρα/περιοχή», «οι ξένοι», «οι επήλυδες».
Διάφορες ιστορικές μαρτυρίες τους περιγράφουν ως έναν από τους πλουσιότερους και πιο ισχυρούς λαούς της Γαλατίας με μεγάλο πληθυσμό. Οι Αλλόβρογγες που είχαν πρωτεύουσα τη Βιέν, όργωναν με άροτρο και καλλιεργούσαν σιτάρι, σίκαλη και αμπέλια. Είχαν αναπτύξει κτηνοτροφία και παρήγαγαν τυρί, καλλιεργούσαν τα τεράστια δάση τους και εξόρυσσαν μεταλλεύματα. Ο Πλίνιος αναφέρει τα ορυχεία μολύβδου, χαλκού, σιδήρου και αργύρου της περιοχής τους. Έλεγχαν ένα τμήμα της κοιλάδας του Ροδανού και βρίσκονταν στην αρχή των κύριων διαδρομών για τη διέλευση των Άλπεων, στις οποίες είχαν εγκαταστήσει διόδια.
Η ιστορία αποκτά ακόμη μια διάσταση από το γεγονός ότι η Βιέν της Γαλατίας ήταν η μητρόπολη των Αλλοβρόγγων, όπως μας λέει ο Στράβων, την οποία ο Ιούλιος Καίσαρας κατέλαβε. Τον 1ο αιώνα π. Χ. η Βιέν έγινε κέντρο μεγάλης πολιτικής σημασίας. Μάλιστα ομάδες Αλλόβρογων συμμετείχαν στα πολιτικά ζητήματα της Ρώμης παίρνοντας ηθελημένα ή μη μέρος στις εμφύλιες διαμάχες, όπως στην συνωμοσία του Κατιλίνα που αποκάλυψαν υπέρ του Κικέρωνα. Μετά την εξέγερση των Αλλοβρόγγων και την εκδίωξή τους από τους Ρωμαίους από τη Βιέν, οι εξόριστοι εγκαταστάθηκαν βορειότερα, στην περιοχή του Λούγδουνου. Το 43 π.Χ. το Λούγδουνο οργανώθηκε ως ρωμαϊκή αποικία από τον Λεύκιο Μουνάτιο Πλάνκο και εξελίχθηκε στη σημερινή Λυών.
Όπως σημειώνει ο Αλούπης:
..Εν τούτοις, κανείς εκ των σοφών ιστορικών και γλωσσολόγων δεν απεφάσισε μέχρι τούδε να εξετάση πώς εν των μέσω της Γαλλίας εκτίσθη πόλις ελληνική, φέρουσα το όνομα επισημοτάτης αρχαίας πόλεως της πολεμικής Κρήτης και εις την οποίαν μέχρι του 5ου αιώνος μετά Χριστόν ετελείτο μεγάλη εορτή τα «Εκατομφόνια» προς τιμήν του Άρεως..
Ο Αλούπης γράφει, πως οι Ρωμαίοι προσκείμενοι εγγύτερα στα πρόσωπα και τα γεγονότα τούς γράφουν Allobroggi. Ο Στράβων Αλλόβρογγες και ο αρχαιότερος όλων Απολλόδωρος Αλλόβρυγγες. Τα δύο πρώτα ανταποκρίνονται στο ελληνικό αλλόβρογχοι, δηλαδή «οι άλλους βρόγχους έχοντες», αυτοί που εκφωνούν δια του λάρυγγος. Το τρίτο, το Αλλόβρυγγες σχηματίστηκε από την ρίζα βροχ του ρήματος βρύχω και από την βρυχή, βρυγμός και σημαίνει «άλλα βρυχήματα.» Αλλά και τα τρία ονόματα τονίζουν τη διαφορά στην ξεχωριστή εκφώνηση και τους περιγράφουν λαρυγγόφωνους. Είναι δε γνωστό πως προπαντός οι ορεινοί κρητικοί έχουν λαρυγγοφωνία. Όλα αυτά, κατά τον Αλούπη, οδηγούν σε ένα πολύ τολμηρό συμπέρασμα: οι Αλλόβρογγες της Γαλατίας ήταν Κρήτες και ειδικότερα Βιαννίτες της Κρήτης.
Όταν οι Κρήτες από την Βιάννο καταφθάνουν στη Μασσαλία, οι Μασσαλιώτες τους μοίρασαν σε ομάδες και τους διεκπεραίωσαν κατά συνοικισμούς και κώμες στην περιοχή νότια της σημερινής Λυών, όπου και έκτισαν και ονόμασαν την πόλη προς τιμής της γενέτειρά τους Βιέννα. (Κατά τον Στράβωνα Ουιέννα και όπως είναι σήμερα γνωστή Vienne.) Η πολεμική αναμέτρηση που ακολούθησε μερικών εξ αυτών με τους Λιγύους στέφτηκε με επιτυχία γι’ αυτό και οι Μασσαλιώτες τους μισθοδότησαν και αρκετοί παρέμειναν στις Δυτικές Άλπεις να φυλάνε τα περάσματα, από όπου και καθιερώθηκε να λέγονται Γραικές Άλπεις.
Άλλους δε τους έστειλαν ως μισθοφόρους στις Βαλεαρίδες νήσους για να αποκρούσουν την κατάληψή τους από τους Καρχηδόνιους. Αυτό βγαίνει ως συμπέρασμα διότι μεταχειρίζονταν τα ίδια φοβερά όπλα των συμπατριωτών τους που ήταν στις Δυτικές Άλπεις. Τα ονόματα των κρητικών ομάδων προέρχονται από τα όπλα που χρησιμοποιούσαν και εξηγούνται με την ετυμολογία τους: Ουακόντιοι, αυτοί που χρησιμοποιούσαν με δεινότητα τα ακόντια. Τρικόριοι, οι σφενδονιστές που είχαν τρεις περικεφαλαίες, και οι δεινοί τοξότες Ικόνιοι «…ήτις εγύμναζον τα τέκνα τους από μικράς ηλικίας και δεν έδιδον άρτον εις αυτά, μέχρι ού να επιτύχουν το κέντρον των εικονίων.»
Συμπερασματικά διαβάζουμε στον Αλούπη:
… και ότι κατά πολλάς μυριάδες εξεστράτευσαν οι Αλλόβρογγες και εις τα υψηλότερα μέρη και εις τας φάραγγας των Δυτικών Άλπεων κατώκουν κωμηδόν, ήτοι κατά συνοικίας, δικαιούμεθα να ισχυρισθώμεν ότι μετακλήθησαν ως μισθοφόροι εκ Κρήτης, δια να συγκρατούν τας επιδρομάς των υπερκείμενων βαρβάρων προς ασφάλειαν των Μασσαλιωτών.
Ο Σταύρος Αλούπης ισχυρίζεται στο βιβλίο του:
1ο Διαπιστώνονται εννέα διεισδύσεις Ελλήνων στην Γαλατία κατά συγκροτημένες ομάδες ή μεμονωμένα άτομα. Αυτές έγιναν στο πέρασμα πολλών χρόνων στα πλαίσια της εξερεύνησης και αξιοποίησης της Γαλατίας. Οι δύο πρώτες διεισδύσεις έγιναν από γεωπόνους και γεωργούς. Η τρίτη ήταν από ναυτικούς και τεχνίτες, η τέταρτη από κατασκευαστές σαγμάτων εν γένει, η πέμπτη από Τραγωδούς και Κωμωδούς θεάτρου, η έκτη από μισθοφόρους πολεμιστές, η έβδομη από φιλοσόφους, η όγδοη από γιατρούς και φαρμακοποιούς και η ένατη από εμπορικούς πράκτορες.
Για τους ανθρώπους που συνετέλεσαν στην ανάπτυξη των Γραμμάτων στη Γαλατία ας σημειώσουμε ότι στα Ρωμαϊκά χρόνια η ελληνική γλώσσα ήταν πλατειά διαδεδομένη και καθιερωμένη σε όλο τον Μεσογειακό κόσμο. Δεν μπορούσε κανείς να μορφωθεί αν δεν την μιλούσε καλά και αν δεν έσκυβε πάνω στην ελληνική φιλοσοφία και ρητορική με ευλάβεια. Εν ολίγοις οι Φιλόσοφοι και Γραμματικοί εκείνα τα χρόνια έγιναν περιζήτητοι. Το παράδειγμα του ρήτορα Φαβωρίνου που δίδαξε στη Ρώμη και στην Ιωνία φιλοσοφία και ρητορική, απέκτησε φήμη, πλούτο και ισχυρές γνωριμίες είναι γνωστό. Γεννήθηκε το 80 μ.Χ. στην Αρελάτη και πέθανε το 160. Έγινε φίλος με τον Ηρώδη τον Αττικό στον οποίο δώρισε τη βιβλιοθήκη του, με τον Πλούταρχο, ακόμη και με τον αυτοκράτορα Αδριανό. Αλλά και ο Λουκιανός που γεννήθηκε στα Σαμόσατα της Συρίας γύρω στο 125 μ. Χ., σπούδασε ρητορική και σοφιστεία και πριν γίνει γνωστός για τα πρωτοποριακά και ανατρεπτικά έργα που έγραψε, περιόδεψε τον κόσμο διδάσκοντας. Μέχρι και στη Γαλατία έφτασε περιοδεύων και διδάσκοντας και μάλιστα ως τα ακριανά της σημεία, όπως η Μάγχη. Αποκόμισε δε από τη Γαλατία, όπως έχει πει ο ίδιος, ένα τεράστιο ποσόν.
2ο Ο Ιούλιος Καίσαρας σημειώνει κύρια ονόματα, και σπουδαία γεγονότα τα οποία είναι προγενέστερα της κατακτήσεως της περιοχής από τη Ρώμη, Τεκτοσαγείς, Αρηκομίσκοι, Αλλόβρογγες, Αιδούοι, Αουέρνοι (αυτούς που ο Στράβωνας αποκαλεί Κουάριους) και δέκα ακόμη ομάδες οι οποίες ζούσαν μεταξύ τους ειρηνικά. Ο δε Καίσαρας και άλλοι συγγραφείς διαπίστωσαν πως σε όλη την επικράτεια της Γαλατίας προάγονταν τα γράμματα και διάφορες τέχνες, το εμπόριο, η σωστή καλλιέργεια των αγρών, και κατείχαν άφθονο χρυσό και άργυρο. Πριν η Γαλλία δεχτεί την επίδραση των Ρωμαίων, δέχτηκε την ισχυρή επίδραση των Ελλήνων όπως μαρτυρείται, αν μη τι άλλο, από την γλωσσική επίδραση, τα τοπωνύμια και τη φιλοσοφική κουλτούρα της Γαλλίας που φτάνει ως τα σύγχρονα χρόνια.
3ο Λέει ο Σταύρος Αλούπης, ότι η ετυμολογία των ονομάτων δεν δηλώνει διαφορετικά φύλα άλλα αποκαλύπτει επαγγέλματα ή καταγωγή ή ιδιότητες ή προγενέστερους τίτλους. Ερχόμενοι από την Ιωνία και από άλλα μέρη της Ελλάδας οι πρόσφυγες συγκεντρώνονταν κατά επαγγέλματα και διεκπεραιώνονταν στα ενδότερα όπου οδηγούνταν πλησίον ποταμών και έσπερναν και καλλιεργούσαν τη γη. Αλλού δε έσπερναν δημητριακά, αλλού ορόβια (ρόβη, φακή και άλλα όσπρια) γι’ αυτό και ο ποταμός που διέρρεε την περιοχή ονομάστηκε Όροβις, και μετονομάστηκε σήμερα σε Orb. Κάποιοι από αυτούς δεν εύρισκαν χώρο εγκατάστασης αμέσως και οδηγήθηκαν πιο βορειοδυτικά. Εκεί οι υφαντουργοί, οι εριουργοί και οι βυρσοδέψες πήγαν σε ένα σημείο όπου ο ποταμός Γαρούνας ελισσόταν συνεχώς και ίδρυσαν μία κώμη. Επειδή τα νερά θόλωναν πολύ από την επεξεργασία υφαντών και δερμάτων ονόμασαν την πόλη Θολώσσα που σήμερα είναι γνωστή ως Τουλούζ. Όπως και οι κατά χιλιάδες Ρόδιοι τεχνίτες του χαλκού και του σιδήρου και εξαιρετικοί ναυπηγοί που είχαν συρρεύσει ονόμασαν τον άλλο μεγάλο ποταμό Ροδανό. Άλλωστε και ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, στη Φυσική Ιστορία του, αναφέρει ότι στις ακτές της Γαλατίας υπήρχε κάποτε η Ρόδα, αποικία των Ροδίων, από την οποία, κατά την παράδοση που καταγράφει, πήρε το όνομά του ο Ροδανός.
4ο Οι Αλλόβρογες, που όπως λέει ο Αλούπης ήταν οι Κρητικοί, που τον 5ο αιώνα π. Χ. έφτασαν από την Βίαννο στη Μασσαλία, υπολογίζονται σε 100.000 μαζί με τα γυναικόπαιδα που σταδιακά συνέρρευσαν. Οι αναγραφές τυχαίνουν λίγες και ασαφείς είναι όμως ικανές να εξηγήσουν πολλά. Όπως λέει ο Στράβωνας ήταν πολεμική φυλή οι επιφανέστεροι δε εξ’ αυτών ονομάζονταν Κουάριοι ή Ουάριοι και κατοίκησαν στη αριστερή όχθη του Ροδανού όπου και έκτισαν κώμη την Ουιένναν. Κάποιοι εξ αυτών όπως οι Ουακόντιοι, Τρικόριοι, Ικόνιοι, Μέδυλλοι, πήγαν ψηλότερα στις Άλπεις. (Ο Αλούπης όλα αυτά τα ονόματα τα ετυμολογεί πειστικότατα αλλά εμείς για την οικονομία αυτής της εργασίας δεν αναφέρουμε παρά ορισμένα.)
Στην πόλη Ουιέννα, που οι Ρωμαίοι την έγραφαν σωστά ως Vienna, ανασύρθηκαν διάφορα αρχαία ελληνικά ευρήματα. Και είναι απορίας άξιον πώς και γιατί οι αρχαιολόγοι και γλωσσολόγοι δεν αναρωτήθηκαν για την άμεση σχέση της με την κρητική Βίαννο.

*Ο Τάκης Γεράρδης γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Σπούδασε οικονομικά στη Βιομηχανική Σχολή Πειραιά και δημοσιογραφία στο Frei Universität Berlin. Ζει στην Αθήνα.
Συνεχίζεται