Αποχαιρετισμός στον Κωστή Γιαμαλάκη
Αγαπημένε μου Κωστή. Δεν ήταν πρακτικά δυνατό, με τη φυσική παρουσία μου, να σε συνοδεύσω στην τελευταία σου κατοικία. Να σου δώσω ένα στερνό χαιρετισμό. Από μακριά αποχαιρετώντας σε, φέρνω στη θύμηση μου με συγκίνηση, τρεις ιστορίες που μοιραστήκαμε.
Αρχές δεκαετίας του 60. Εσύ δεν είχες μπαρκάρει ακόμα, δούλευες σε μανάβικο στον Πειραιά. Εγώ επιστρέφοντας για θερινές διακοπές, από τη Γερμανία που σπούδαζα, ήρθα και έμεινα δυο μέρες στο σπίτι σου στον Πειραιά, πριν φύγω για Κρήτη. Απέναντι έμενε μια ευπαρουσίαστη κυρία που εσύ είχες ερωτευτεί, και με σινιάλα από το παράθυρο, πριν γίνεις ακόμη Μαρκόνι, εξέφρασες την ερωτική σου διάθεση για τη ωραία κυρία. Μα και η κυρία, δεν έμεινε απαθής στο ερωτικό σου κάλεσμα. Προφανώς ρόλο έπαιξε το αρρενωπό παρουσιαστικό σου, με τα βοστρυχωτά κατράμι μαλλιά και τα σπινθηροβόλα μάτια, μορφή Άραβα βεδουίνου που ξέφυγε από κάποιο Δροσουλίτη του Φραγκοκάστελλου. Μια μέρα, λοιπόν που ήμουν μόνος στο δωμάτιο σου, εσύ είχες καθυστερήσει στη δουλειά, η ωραία γειτόνισσα χτύπησε την πόρτα. Όταν με είδε κοκκίνισε, έχασε τα λόγια της, ψέλλισε κάτι αδιάφορο και έφυγε. Όταν ήλθες εσύ, την ώρα που έβγαζες το παντελόνι, σου διηγήθηκα όσα προ ολίγου είχαν συμβεί, κι εσύ με το πηγαίο χιούμορ σου, όρθιος στο κέντρο του δωματίου μου είπες: «Μιχάλη σώπα! Αλλιώς θα σκίσω τα ιμάτια μου ωσάν τον Καϊάφα».
Τελειώνοντας τις σπουδές μου στη Γερμανία άρχισα να δουλεύω περιμένοντας την πτώση της χούντας για να επιστρέψω στην Ελλάδα. Πήρα ένα γράμμα σου που με πληροφορούσες πως ήθελες να αγοράσεις Γκαρσονιέρα στην Αθήνα και αν μπορούσα να σε δανείσω ένα μικρό ποσόν που σου έλλειπε. Σου έστειλα τα χρήματα στο λογαριασμό σου, και εσύ με πρεμούρα έσπευδες να μου αποπληρώσεις το ποσό του δανείου, τηρώντας αυστηρά το χρονοδιάγραμμα που εσύ είχες ορίσει. Στο τέλος πήρα ευχαριστήριο γράμμα σου, που συγχρόνως εξέφραζες την επιθυμία σου να μου πληρώσεις και τους τόκους του δανείου. Μόνο η οργισμένη μου αντίδραση σε ανάγκασε να παραιτηθείς από την επιθυμία – απαίτηση σου να μου πληρώσεις την απώλεια των τραπεζικών τόκων. Και όταν, με τη Μεταπολίτευση ήλθα στην Ελλάδα, στην πρώτη μας συνάντηση, μου έδωσες κλειδιά για να μένω στην Γκαρσονιέρα σου, οπότε ερχόμουν στην Αθήνα, θεωρώντας το ως υποχρέωση σου.
Δυο χρόνια μετά την Μεταπολίτευση έχω εγκατασταθεί και εργάζομαι στη Λάρισα, μια ελληνική μεγαλούπολη χωρίς θάλασσα. Τα συμπλέγματα της από την έλλειψη θάλασσας, προσπαθεί να αντισταθμίσει με εξωραϊσμό της πόλης και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Δημιουργούνται το Θεσσαλικό θέατρο, το ωδείο, παιδικές χορωδίες, κινηματογραφική λέσχη, πνευματικό κέντρο, πινακοθήκη αξιώσεων, και αναδεικνύονται ηθοποιοί και σκηνοθέτες κύρους, αξιόλογοι ζωγράφοι και υψίφωνες ντίβες διεθνούς προβολής, με παρουσίες στη Μετροπόλιταν της Νέας Υόρκης και στις Όπερες του Βερολίνου, της Μόσχας και της Βιέννης. Και οι νέοι, όπως όλοι οι νεολαίοι της εποχής εκείνης στην Ελλάδα, σε κουλτουριάρικες παρέες λογομαχούν, με την υποστήριξη ερυθρού ή λευκού «Πνεύματος», μέχρι πρωίας για την πολιτική, τον πολιτισμό και τη φιλοσοφία.
Τότε, έχοντας μόλις ξεμπαρκάρει, εκφράζεις την επιθυμία σου να με επισκεφτείς για 2-3 μέρες, να γνωρίσεις και τη Λάρισα. Σε φιλοξενώ στο διαμέρισμα μου και σε παρουσιάζω στην «κουλτουριάρικη» παρέα μου. Μαθαίνοντας την ιδιότητα σου, του Μαρκόνι σε φορτηγά πλοία, κάποιος από την παρέα, προφανώς για να σε προβοκάρει, αρχίζει να σου απαγγέλει:
Ο Γουίλι ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί …
Εκεί σταματάει, παρακολουθώντας την αντίδραση σου. Εσύ ατάραχος συνεχίζεις:
Όταν από τη βάρδια του την βραδινή σχολούσε,
Στην κάμαρα μου ερχότανε γελώντας να με βρει
Κι ώρες πολλές για πράγματα περίεργα μου μιλούσε.
Ή παρέα μας ενθουσιάστηκε, επειδή, μέσα της δεκαετίας του 70, τα ποιήματα του Καββαδία δεν είχαν ακόμα μελοποιηθεί και ο ποιητής και το έργο του ήταν σχετικά άγνωστα. Μετά από αυτή την «ουβερτούρα» κατόπιν γενικής παράκλησης άρχισες να μας διηγείσαι ιστορίες από τα ταξίδια σου.
Η ζωντάνια της διήγησης σου μας παρέσυρε σε άγνωστους σε μας τόπους και λιμάνια σε χώρες μακρινές, όπου, κάποιες βραδιές μας ενθουσίασαν οι φροντίδες από πρόθυμες Γκέισες κι άλλες πάλι ιδροκοπήσαμε αδειάζοντας αμπάρια με ημίγυμνους Coolie σε λιμάνια της ανατολής. Αγοράσαμε άσπρη σκόνη στο Αλγέρι και χασίς στο Ρότερνταμ και κάναμε τσάρκα θαυμάζοντας όμορφες πόρνες στις βιτρίνες τους, στο Reeperbahn του Αμβούργου. Για ενάμισι μήνα περίπου, εγκαταλείψαμε τις ανούσιες κουλτουριάρικες συζητήσεις μας για τη Χούντα και την αντίσταση, την πολιτική της μεταπολίτευσης, τους ολονύχτιους καυγάδες μας για την πολιτική θέση του Γερμανού φιλόσοφου Χάιντεγκερ και ακούγαμε τις δικές σου ιστορίες. Ξεχαστήκαμε μάλιστα και δεν πήραμε μέρος σε μια ομιλία, του μοναδικού σε γλαφυρότητα, χιούμορ και γνώσεις Κώστα Τσαρούχη στην Κινηματογραφική Λέσχη. Μαζί σου, με κρασί, χοιροκεφαλή και πρόβιο κεμπάπ παρασυρθήκαμε από το Κούρο Σίβο και το Γκολφ Στριμ και ζήσαμε το φόβο όταν βρεθήκαμε στο μάτι του κυκλώνα μετά από Depression. Κι όταν ξεφύγαμε βρήκαμε το στίγμα μας με τον εξάντα και το Σταυρό του Νότου. Χρόνια αργότερα, διαβάζοντας Ιζαμπέλ Αλιέντε, σε συνάντησα να σε θερίζει το παγωμένο αγέρι του ωκεανού στο λιμάνι του Σαν Φραντσίσκο και να πίνεις το κρασί σου στα καπηλειά του Βαλπαραΐσο. Οι τρεις μέρες που προγραμμάτιζες για το ταξίδι σου στη Λάρισα έγιναν σαράντα πέντε, και φεύγοντας για το επόμενο μπαρκάρισμα μας υποσχέθηκες, επιθυμία όλων μας, να ξανάρθεις. Υπόσχεση που δεν κράτησες.
Αγαπημένε μου Κωστή. Στο τελευταίο, το ποιο μακρινό σου ταξίδι, νιώθω πως ο ωκεανός, που αγάπησες στα γαλήνια περάσματα ξυπνώντας μέσα σου τη λυρική μούσα και μίσησες, όταν πέρασες την κόλαση σκεπασμένος από τους αφρούς του, είναι για σένα ο Αχέροντας. Στη ρότα σου εύχομαι να μη βρεθεί το Μαύρο Κύμα και το Ρεύμα του Κόλπου, ούτε να συναντήσεις Βαρομετρικό Χαμηλό. Μακροκέφαλες φυσητήρες φάλαινες και κοπάδια δελφίνια, με τοξωτές πιρουέτες, να σε συνοδέψουν στο μοναχικό, στερνό ταξίδι σου.
Κάποιες αναμνήσεις μας μένουν ξεχασμένες στις κυψέλες της μνήμης, σαν νερό αρτεσιανών πηγών που μένει πιεσμένο κι αόρατο σε υπόγειους θύλακες για χρόνια. Σε μένα, ήλθε η είδηση του θανάτου σου, γεωτρύπανο που τρύπησε το θύλακα της μνήμης μου κι οι ιστορίες ξεπήδησαν και χύθηκαν στο χαρτί. Ιστορίες που αναδεικνύουν την εξωτερική εμφάνιση και το χαρακτήρα σου, την αίσθηση χιούμορ, την εντιμότητα και ακεραιότητα στις οικονομικές συναλλαγές και την ευγνωμοσύνη που έδειχνες για ασήμαντες εξυπηρετήσεις. Θα ήταν όμως εντελώς ελλιπής η εικόνα σου αν δεν ανέφερα το πλήθος των βιωματικών εμπειριών σου, που μετέτρεπες με την δεινότητα και γλαφυρότητα της διήγησης σε απολαυστικά αφηγήματα. Για την ενασχόληση σου με την λογοτεχνία και ιδιαίτερα την ποίηση, για τα αξιόλογα ποιήματα που έγραψες έχει γίνει ήδη αναφορά σε αυτή την ιστοσελίδα.
Με τις αναμνήσεις αυτές σ’ αποχαιρετώ με πίκρα, αποχαιρετώντας συγχρόνως και μέρος από το παρελθόν μου, που παίρνεις μαζί σου. Με την έννοια αυτή, παραφράζοντας γνωστό συγγραφέα, η καμπάνα σου χτύπησε και για μένα.