Το φαΐ…
Κάθε πρωί κατά τις επτά, πίνω τον καφέ μου κάτω απ’ το Μεγάλο Πλάτανο της Βιάννου, παρέα με τα πουλιά. Κάθομαι έξω, κατά κανόνα, αφού, αισθάνομαι μέρος μιας γλυκιάς μέθεξης, της γοητείας του υπεραιωνόβιου γίγαντα, των πτήσεων και των μελωδιών των πτηνών που φιλοξενούνται στα φυλλώματά του.
Γίνομαι μέρος ενός μικρού επίγειου παραδείσου, του παράδεισού μου.
Αντίθετα το εσωτερικό των καφενείων, ώρες φορές έχει στοιχεία επίγειας κόλασης, όχι μόνον γιατί εισπνέεις τη χθεσινή φασολάδα που έφαγε ο συγχωριανός, αλλά κυρίως, γιατί, θέλοντας και μη, εισπράττεις τις βαρβαρίζουσες παρλαπίπες των πολιτικών που, υποτίθεται, «φιλοξενούνται» στα πρωινάδικα των τηλεοράσεων.
Παράδεισος και κόλαση λοιπόν, πάντα σιμά και τόσο δίπλα μας! Εσύ διαλέγεις πού θα πας, δεν σε διαλέγουν αυτά. Άλλος επιλέγει την κόλαση, γιατί τη βρίσκει με την εισπνοή των πτητικών εκδόχων, των κατά τα άλλα συμπαθών (και θρεπτικών) οσπρίων και τα νικοτονούχα απόβλητα των αρειμάνιων καπνιστών κι άλλος επιλέγει την κουβέντα με τα πουλιά του πλατάνου.
Ρουφώντας τον καφέ, συνομιλώ με τα σπουργίτια και τις δεκοχτούρες. Τ’ απολαμβάνω να πηγαίνουν στη βενετσιάνικη βρύση να πιουν νεράκι, να χαριεντίζονται βουτώντας το κεφαλάκι τους στο κρυστάλλινο νερό κι ύστερα, να έρχονται ίσαμε τα πόδια μου, αναζητώντας τροφή. Βλέπετε, το έτοιμο φαγητό, αρέσει σε όλα τα είδη του ζωικού, αλλά και του φυτικού βασιλείου.
Οι νεοέλληνες λ.χ. είναι μανούλες στην καταβρόχθιση του έτοιμου φαγητού. Θα μου πείτε και σε ποιον δεν αρέσουν τα έτοιμα; Σάμπως οι σημερινές ντοματιές και τα υπόλοιπα λαχανικά δεν τρώνε απ’ τα έτοιμα; Ο άνθρωπος έχει χαλάσει τα πάντα. Ακόμη κι οι γάτες, τρέφονται πια με γατοτροφές και βέβαια έχουν στήσει τρελό χορό τα ποντικόπουλα!
Ο καφές γλυκαίνει όσο λιγοστεύει κι οι δεκοχτούρες ραμφίζουν με βουλιμία τα σπυριά της φακής. Κι όταν λιγοστεύουν, αρχίζουν οι μεταξύ τους καβγάδες! Τι ίδιες Θεέ μου που είναι με τους ανθρώπους! Τη μοιρασιά, δογματικά ακολουθεί τ’ αλληλοφάγωμα. Η πιο γερή, ένα αρσενικό με χαρακτηριστικά Τσοχατζόπουλου, επιτίθεται στα υπόλοιπα με το σουβλερό της ράμφος, που αμυνόμενα απομακρύνονται προς στιγμήν, ενώ εκείνο απολαμβάνει, έστω για λίγο, τη μοναξιά του μοναχοφαγά. Χθες το βράδυ έζησα μια ανάλογη σκηνή, αλλά με πρωταγωνιστές δυο συγχωριανούς μου, οι οποίοι, τσακώνονταν στην αρχή με λεκτικές απειλές και λίγο μετά πιάστηκαν στα χέρια! Για το φαΐ κι εκείνοι! Για να είμαι ακριβής για τα σύνορα των χωραφιών των. Προχθές πάλι, έζησα ένα τρελό σκυλοκαβγά, όταν δυο αδέσποτα συνορίζονταν τα κόκαλα που ανέσυραν από τους κάδους των απορριμμάτων.
Τις προάλλες έγινα αυτόπτης μάρτυρας κάποιου άλλου πρωτόγνωρου καβγά, μεταξύ ενός πανύψηλου ευκάλυπτου και μιας υπεραιωνόβιας ελιάς, αφού ο αδηφάγος και άπληστος ευκάλυπτος, δεν την άφηνε ούτε νεράκι να πιει. Θα μου πείτε: μα αφού τα πάντα εν σοφία εποιήθησαν, τότε προς τι όλη η φαγωμάρα; Προφανώς, δεν εποιήθησαν με σοφία…
Λιγάκι σοφοί γινόμαστε, όταν κατευοδώνουμε κάποιο φίλο ή συγγενή. Τότε βγαίνουν απ’ τα χείλη μας οι «βαριές» κουβέντες του τύπου: « Τι κατάλαβε; Τι πήρε μαζί του; Ματαιότης ματαιοτήτων!» Όμως η «σοφία» μας, διαρκεί όσο και η εξόδιος ακολουθία, γιατί αμέσως μετά, ξαναφοράμε τη λεοντή των θεριών και είμαστε έτοιμοι να κατασπαράξουμε τον συνάνθρωπό μας για ένα κόκκο φακής. Έτυχα μια μέρα στην κηδεία μιας δεκοχτούρας. Άκουσα τις ίδιες μεγάλες κουβέντες. «Τι κατάλαβε; Τι πήρε μαζί της;»!
Αλήθεια, τι παίρνουμε μαζί μας όταν φεύγουμε οι άνθρωποι; Δυο μέτρα γη κι εκείνη δανεική για 2-3 χρόνια, για να πάρουν σειρά οι επόμενοι ένοικοι. Αν κάτι μένει από την ύπαρξή μας, είναι όσες αξίες μπορέσαμε να αφήσουμε στους επιγόνους μας. Ο Πλάτωνας λ.χ. δεν θα πεθάνει ποτέ. Όπως δεν θα πεθάνουν κι όλα τα υπόλοιπα μεγαθήρια του πνεύματος, οι «Αριστοτέληδες» και οι «Καζαντζάκηδες», αυτά που μεγάλωσαν το πνευματικό μπόι του ανθρώπινου είδους, όσο κι αν υπολείπονται ακόμη πολλά για την τελειοποίησή του…
*Έχει δημοσιευτεί στην "Ηχώ της Βιάννου