Τελικά έφυγες νωρίς...
Ούτε που προλάβαμε να συνειδητοποιήσουμε πως, ακόμη και στο φευγιό σου θα ήσουν τόσο βιαστικός.
Σου παραπονούμαι, γιατί δεν μας άφησες ένα ελάχιστο περιθώριο, για να πιούμε την τελευταία μας ρακή!
Να σε βλέπω να ρουφάς αρειμάνια το τσιγάρο σου και να λέμε τα καλαμπούρια μας. Να ευθυμήσουμε βρε αδερφέ! Ναι ρε Γιάννη! Σου το ’λεγα: Μην βιάζεσαι, έχουμε ακόμη πολλά μπροστά μας. Αλλά εσύ μια ζωή έκανες αυτό που σ’ άρεσε. Μεταξύ μας, και σ’ αυτό ταιριάζαμε… Αλλά εσύ, ήσουν όπως ο Ζορμπάς, που δεν λογάριαζες κόστη και μελλούμενα.
Ναι, όλοι οι φίλοι ξέραμε… πως αυτή η διαβολική αρρώστια είχε επιλέξει κι εσένα.
Δεν λογαριάζαμε όμως τη σπουδή σου. Και βέβαια μας ήρθε νταμπλάς. Ό,τι συμβαίνει δηλαδή, κάθε φορά που το τραγικά αναπάντεχο, το θλιβερά αδόκητο, το απευκταίο, σπάει με τόση χλαπαταγή την κρούστα της ηρεμίας μας. Ομολογώ πως, δεν λογαριάζαμε το Ζορμπαδιλίκι σου, την λεβεντιά σου απέναντι ακόμη και στον βέβαιο θάνατο: «Να πεθάνω να τελειώνουμε», μου είπες κάποια μέρα, σχετικά πρόσφατα και αισθάνθηκα ένα σοκαριστικό μαστίγωμα, γιατί δεν μπορούσα να αποδεχτώ τη συμφιλίωσή σου με την απόλυτη τραγική πραγματικότητα.
Τόσος ρεαλισμός, τόση λεβεντιά, μπροστά στο θάνατο. Αλλά πάλι, σκέφτηκα, δεν μπορεί να το εννοείς… Δυστυχώς με διέψευσες και το εννοούσες ρε φίλε!
Το Σάββατο, όπως κάθε Σάββατο, έκαμες την επαγγελματική σου περατζάδα. Την ύστερη, δυστυχώς! «Θα μιλήσουμε στο τηλέφωνο» μου είπες… κι έφυγες… Δεν πρόλαβα όμως ούτε στο τηλέφωνο να σου μιλήσω… Απάνω που έλεγα πως, άντε να ξεκουμπιστεί και τούτη η χρονιά, να προλάβουμε τα όποια κακά της, ήρθε το θλιβερό μαντάτο της φυγής σου σκορπώντας παντού άφατη πίκρα…
Φίλε δεν θέλω να σου πω πολλά… Δεν σου αρέσανε άλλωστε… Σου άρεσαν τα λίγα και τα εκλεκτά… Άφησες πίσω σου μια άξια σύντροφο που πορευτήκατε αγαπημένοι όλα αυτά τα χρόνια και καταφέρατε να δημιουργήσετε μια πραγματικά όμορφη οικογένεια. Τα παιδιά σας, ο Μανώλης κι ο Γιώργος, είναι πραγματικά διαμάντια, που κοσμούν την κοινωνία μας, και διαπρέπουν στον δύσκολο καλλιτεχνικό χώρο.
Η Βιάννος χάνει ένα αγαπημένο παιδί της. Ένα παιδί πρόσχαρο, χουβαρντάδικο σε αισθήματα, καλομίλητο και δοτικό. Ο Κερατόκαμπος χάνει έναν από τους πιστότερους φίλους του. Χάσαμε πολλοί από την εκδημία σου….
Φίλε Γιάννη άκουσε με προσεχτικά: Στη Χορωδία μας, την Χορωδία Βιάννου «Στάθης Μάστορας» που τόσο αγαπούσες και τόσο στήριζες, θα τραγουδάμε για σένα: «Στον άλλο κόσμο που θα πας, κοίτα, μη γίνεις σύννεφο κι άστρο πικρό της χαραυγής»… Θα τραγουδάμε «Ήταν καμάρι της αυγής και καβαλάρης όμορφος»…
Θέλω να πω δυο λόγια για τη μάνα σου, την αγαπημένη μας Μαρία του Παπά Γιωργάκη:
Κουράγιο Μάνα! Άκουσε προσεκτικά τι έγραψε ένας ποιητής, ο Σπήλιος Μεντής:
Όταν θα νιώσεις τον πικρό το χωρισμό για το ταξίδι που δεν έχει γυρισμό άλλη αγάπη θα σου δώσει τα φτερά: να μην ξεχνάς και ν’ αγαπάς και ν’ αγαπάς»!
Έχεις πολλές αγάπες πίσω σου Μαρία να κρατηθείς. Τα παιδιά σου, αλλά και τα παιδιά των παιδιών σου!
Γιάννη, αγαπημένε φίλε, μας κόστισε πολύ ο αδόκητος και πρόωρος θάνατός σου. Όμως ξέρω καλή σκοποβολή, και σου υπόσχομαι πως, θα σκοτώνω κάθε μόριο αμνησίας, για να μην σε ξεχάσουμε ποτέ!
Σπανάκης Μανώλης

Σαν τον αητό φτερούγαγε στη στράτα
τον καμαρώνει η γειτονιά στα παραθύρια
με χαμηλά τα μαύρα του τα μάτια
λεβέντης εροβόλαγε.
Στα ματιά του ένα σύννεφο
μες την καρδιά του σίδερο.
Κυλάει το αίμα, σκέπασε τον ήλιο
κι ο χάρος εροβόλαγε.
Σφαλούν τα μάτια κι οι καρδιές
σφαλούν τα παραθύρια
μετά χυμάει ο Χάροντας καβάλα
κι εκείνος χαμογέλαγε.
Ποιος κατεβαίνει σήμερα στον Άδη;
Ποιον κουβεντιάζει η γειτονιά κι ανανταριάζει;
Γιατί βουβά είναι τα βουνά κι οι κάμποι;
Λεβέντης εροβόλαγε.
Νότης Περγιάλης
*Πρόκειται για τον λόγο που εκφωνήθηκε στην εξόδιο ακολουθία του Γιάννη Εμμ. Κοτσιφάκη