Τα Χριστούγεννα της Γρα Μαγδαληνής
Μυρωδιές καμμένου ξύλου, αγουρόλαδου και πυρήνας βαστούσαν τα χωματένια σοκάκια του χωριού.
Ηλεχτρικό δεν είχε ακόμη φτάσει στο ξέμακρο χωριό της πολιτείας και μουχλιάσματα της γης ανάφτανε τους λύχνους κι όσο βράδιαζε, σκοτίδι σκέπαζε τα πέτρινα χαμόσπιτα του χωριού.
Πρόσαργο της παραμονής των Χριστουγέννων, το μαγαζί του Νίκου τ’ Αντρέα στην Αμμούδα παρουσίαζε γιορταστική όψη. Ο καφετζής ζύαζε στο βεζινέ και λογάριαζε τις οκάδες το λιόλαδο που του έφερναν οι χωριανοί για τα χριστουγεννιάτικα πουσούνια τους, έψηνε καφέδες, βραστάρια, γέμιζε ρακή, κρασί και κονιάκ των πελατών τις κούπες και κάθε λίγο εντρούμπερνε το λουξ να φέγγει. Είχε μια μεγάλη φωτιά σε μια αλμινένια λεκανίδα και καθότανε ένα γύρο όλοι οι πελάτες να πυρώνονται. Εκείνη την εποχή, τα βασίλεια των γυναικών ήταν τα σπίτια και μονάχα το αντρομάνι κάθ’ αργά αποσπέριζε στα μαγαζά να δώσει και να πάρει.
Πρώτη ώρα της αποσπερίδας, φάνηκε στο μαγαζί ο Γιάννης της Πολύμνιας, ο εισπράχτορας του λεωφορείου που έκανε τη γραμμή χωριό - Ηράκλειο. Τονε τρατάρανε ένα τσάι με μια στάξη κονιάκ και τον ρωτήσανε ίντα χαμπέρια άκουσε. Εκείνος έμπαινε κάθε μέρα στη Χώρα, εκεί που πρωτόφτανε η μόδα του πολιτισμού, εθώργειε πολύ κόσμο, γροικούσε πολλά και τονε λογούσανε κατεχάρη. Εγάτεχε ποιοι αλαργοξορισμένοι γιαγύρανε τις σκόλες, ευχότανε τα «καλώς τα δεχτήκανε» στους δικούς τους και ήταν πρόθυμος να εξυπηρετήσει τον καθένα. Άναψε ένα τσιγάρο, ξάνοιξε ένα γύρω όλους και προβληματισμένος κίνησε τη διήγηση:
-Απόψε είχα ένα παράξενο, ξενοχωριανό επιβάτη. Δε γατέω πώς ξεπέστειλε ο έρμος στο χωριό μας. Δε μου μίλησε μήδε από πού έρχεται μήδε και πού πάει. Μήδε και στα γυροχώρια τον έχω ξαναδεί. Μα δεν εφάνηκε επαέ; Ήρθα να τονε πάρω στο σπίτι μου, να κάμομε Χριστούγεννα.
-Όσκιες, δεν εφάνηκε επαέ, είπε ο καφετζής και οι πελάτες.
-Απόψε το λοιπόν είχα πολλούς επιβάτες χωριανούς. Καθότανε όλοι στα μπροστινά καθίσματα. Στα μεσακά καθίσματα καθότανε αμοναχός ο ξένος, γροίκανε όσα λέγαμε, δίχως να μιλεί. Στην τρίωρη διαδρομή από τη Χώρα μέχρι επαέ δεν εμίλησε σε κανένα.
-Και πώς ήτανε, μικρός, μεγάλος, μεσοστρατημένος;
-Γεροντής, ψαρομάλλης, κοντοσίμωνε τα εβδομήντα, μισοβασιλεμένα ήταν τα μάτια του, βαθιές αυλακιές είχανε χαρακώσει τη μούρη του, κακοπορεμένος και στενάχωρος φαινόταν. Μόλις και σταμάτησε το λεωφορείο, βιαστικά κατεβήκανε όλοι, αρπάξανε τα χριστουγεννιάτικα πουσούνια τους και χαθήκανε στα χωματένια σοκάκια.
Το παγωμένο βοργιαέρι ρημάσσει τη μικρή πλατεία κι από νωρίς μανταλοκλειδώνει τους χωριανούς στ’ αναμμένα τζάκια. Όλοι είχαν φύγει, μοναχά ο ξένος καθότανε στο κάθισμά του και ξάνοιγε με απορία τη μικρή πλατεία από τα θολά τζάμια. Σίμωσα και του μίλησα:
-Ξεχάστηκες και ήθελες σ’ άλλο χωριό να κατεβείς, μα ίντα να σου κάμω κι εγώ, πολύς κόσμος μπαινοβγαίνει και ο καθένας πρέπει να έχει το νου του για το δικό του προορισμό. Γι’ απόψε επαέ είναι το τέρμα, κατέβα κι άμε αντίκρυ στο μαγαζί του Νίκου τ’ Αντρέα να σε κονέψει και τ’ ασκέρου ο Θεός έχει. Καλά Χριστούγεννα.
-Μη νοιάζεσαι, κάπου θα με κονέψουν κι εμένα. Καλά Χριστούγεννα και σ’ εσένα.
Το λεωφορείο έκαμε στροφή κι έφυγε. Ο ξένος αψηφούσε το κρύο, κούμπησε για λίγο στο χτιστό γειτονοπέζουλο του Μανταντώνη και ξάνοιγε τους αργοπορημένους ξωμάχους που γυρίζανε στο χωριό. Τους βουκόλους να λαλούν τα ζούμπερα και να σύρνουν τα συρτά τους, φαμελίτες να έχουν φορτωμένες μιγόμια λιανολιές στα χτήματα, να έχουν λιοφούνταλα στα σομάρια για τα συρτά και για την παραστιά, ραβδιστάδες και μαζώχτρες να βαστούν τα ντεμπλοκάτσουνα.
Το χωριό είναι απλωμένο σε μια διπόταμη κοιλάδα σε έξε οικισμούς. Ο ξένος κίνησε για τον πίσω οικισμό, τον Αποστολιανό. Διακόσιες ασκελιές θέλουνε οι δυο οικισμοί για να σμίξουν, μα δεν έσμιξαν, γιατί τους χωρίζει το μεγάλο γυρομπεντενιασμένο νεκροταφείο. Ο ξένος, μόλις έφτασε στο νεκροταφείο, ξάνοιξε τ’ αψηλά μπεντένια, τη μεγάλη σιντερένια πόρτα και τα χορταριασμένα μνήματα. Άνοιξε τη μισοϋπόγεια πόρτα του ξωκκλησιού του Αγίου Θοδώρου, άναψε ένα κερί, προσκύνησε, σιγομουρμούρισε κάποια λόγια και γρηγορωπά έσυρε την πόρτα και προχώρησε.
Ο ξένος πήγαινε κι ερχόταν στο έμπα του οικισμού του Αποστολιανού από τη δεξιά του πάντα, ξάνοιγε τα χαμόσπιτα, σαν κάτι να ζητούσε. Είχε πολλές φορές περάσει από την αυλή του φτωχικού της κακομοίρας της γρα-Μαγδαληνής, που στα εικοσιπεντάχρονά της είχε χηρέψει. Κάθε χρόνο την άγια βραδιά της Μεγάλης Παρασκευής, έμπαινε κάτω από τα πόδια του λουλουδοστολισμένου και μυροφορεμένου Επιταφίου με πολλά μικρά κοπέλια του χωριού. Στιγμές στιγμές την έπιανε κρίση, γαύγιζε μέσα στην εκκλησία, όπως γαυγίζει ο σκύλος. Η βασανισμένη και καταφρονεμένη γυναίκα δεν ενταγιαντούσε τα νεύρα της. Μα οι χωριανοί δίδανε τη δική τους εξήγηση. Πως μια μεγάλη Παρασκευή, την ώρα που στολίζανε τον Επιτάφιο, την επέψανε μοναχή της να πάει στον ποταμό να πλύνει τα ρούχα ενός ποθαμένου και γράντισε.
Η βασανισμένη γυναίκα επαρακάλειε την άγια βραδιά να την γιατρέψει. Ήταν ψηλή, αδύνατη, ξερακιανή, μαυροφορεμένη με μακρά μπαλωμένα φυστάνια μέχρι τους αστραγάλους. Είχε και τρεις άμοιρες θυγατέρες πρωιμογερασμένες γεροντοκόρες, την Αργυρή, τη Μαρία και την Τσιτσινιά. Τόσες γυναίκες δίχως το σκέπασμα ενός αντρούς. Και από τα γυροχώρια ερχότανε κακοτυχημένοι, φέρνανε προξενιές, παίρνανε για λίγο τις θυγατέρες της κι ύστερα τις γυρίζανε. Ήταν η πιο θεόφτωχη φαμελιά στο χωριό. Μήδε μια ρίζα ελιάς δεν είχανε στον κάμπο.
Η μεσακή θυγατέρα της Μαγδαληνής, μαυροφορεμένη όπως και οι αδερφάδες της, σαν είδε τον ξένο να τριγυρνά και να ξανοίγει το σπίτι τους, τον ρώτησε:
-Ίντα ζυγώνεις και πας απάνω κάτω και όλο ξανοίγεις οθέ παέ;
-Της Μαγδαληνής το σπίτι ζυγώνω, επαέ ’ναι;
-Επαέ ’ναι, μα ίντα τη θες τη μάνα μου τέτοια ώρα; Πήγαινε στη δουλειά σου. Ανέ φέρνεις προξενιά, δεν έχομε καμιά για παντριγιά.
Είχαν αποφασίσει μάνα και θυγατέρες άντρας να μην ξαναπατήσει την πατητήρα του σπιτιού τους, να πάψουνε οι χωριανοί να τις καταλαλούνε. Η γρα κοντοσίμωνε τα ενενήντα, μα και οι θυγατέρες της, τη γέρικη στράτα προπατούσανε κι εκείνες. Ο ξένος ακούμπησε στους κλώνους της ρογδιάς που ήταν στην αυλή, καλοξάνοιξε την πρωιμογερασμένη γυναίκα και την παρακάλεσε να φωνάξει τη μάνα της. Άκουσε η μάνα της, η γρα Μαγδαληνή, τις κουβέντες και πρόβαλε στο πανωπόρτι με τα ψαρά λυμένα της μαλλιά, ρυτιδιασμένη, γεμάτη απορία και σχεδόν μανιστικά ρώτησε:
-Ποιος είσαι, χριστιανέ μου, και ίντα ζυγώνεις τέθοια ώρα στο σπίτι μου;
Την καλοξάνοιξε ο ξένος και, αντί να της απαντήσει, τη ρώτησε:
-Εσύ ’σαι η Μαγδαληνή;
-Ναι, εγώ είμαι, μα ίντα θες;
-Δε με γνωρίζεις;
-Όχι, δε σε γνωρίζω μα και δε με νοιάζει ποιος είσαι. Μόνο πήγαινε στη δουλειά σου, μην παραστεκουλίζεις στο σπίτι μου, να σε θωρούνε οι γειτόνοι να βγανίζεις τσι θυγατέρες μου.
-Δε με γνωρίζεις; Για καλοξάνοιξέ με, ο Μανώλης είμαι!
-Ποιος Μανώλης; Δε γατέχω κιανένα Μανώλη.
-Μάνα, ο γιος σου είμαι ο Μανώλης!
-Δεν έχω γιο. Πενήντα χρόνια τώρα λείπει, μα έχει τώρα και τριάντα χρόνια να πέψει γραφή, έχει ποθάνει και τον έχουνε θάψει στα ξένα.
-Μα την Παναγιά μάνα, ο γιος σου είμαι που λείπει στα ξένα. Αυτή τη ρογδιά που βαστώ δεν τη φύτεψε ο συχωρεμένος ο κύρης μου; Θυμούμαι τα ονόματα των αδερφάδων μου, Αργυρή, Τσιτσινιό και Μαρία!
-Αυτά που μου λες τα γατέχει όλο το χωριό και δεν είναι παράξενο να τα γατές κι εσύ.
Αν ήταν άντρας της, θα του ζύγωνε σουσούμια του κορμιού, για να πιστέψει, μα στο γιο ίντα μπορούσε να τον ρωτήσει. Εκείνη τη στιγμή ο ξένος ξανοίγει την Τσιτσινιά και της λέει:
-Θυμάσαι, όταν ήμαστε μικιά, ετσέ βραδιά, που ’παμε τα κάλαντα κι εσκόνταψες και βάρηκες στο γόνατο και ήσπασες το φενέρι και ήκλαιγες, γιατί φοβόσουνα πως ήθελα να σε μαλώσουνε;
-Ξεχασμένα τα ’χω τα μικράτα μου απού τα βάσανα, μπορεί να ’ναι και ετσά ή μπορεί και να το ’χεις γροικισμένο.
Βάρυνε της γρας η καρδιά και συλλογίστηκε: Αν πραγματικά ο ξένος ήταν ο γιος της ο αλαργοξορισμένος και τον έδιωχνε, ήταν πολύ βαρύ. Ή μπορεί να είναι και ο ίδιος ο Χριστός, ετσά μεγάλη και άγια βραδιά, για να τη δοκιμάσει. Δεν την έφτανε η φτώχεια και η κακομοιριά, βραδιά της παραμονής των Χριστουγέννων, μόνο της ήρθανε κι άλλες φουρτούνες.
Ξαναξάνοιξε καλά καλά τον ξένο, μα η θωριά του δεν της έλεγε τίποτε. Εκείνη, όταν αποχαιρέτησε το γιο της, ό,τι και ήβανε χερικό να βγάνει το μουστάκι και ήταν ένα νέος που έλαμπε σαν τον ήλιο και τώρα βλέπει μπροστά της ένα γέρο να της λέει πως ήταν ο γιος της. Προβληματισμένη, ρώτησε τον ξένο:
-Σαν λες πως είσαι ο γιος μου, τραγούδηξέ μου ένα τραγούδι που μου τραγουδούσες και μου άρεσε πολύ, όταν ήσουν ντεληκανής και βλέπαμε τα οζά στης Μπερμπέραινας τη μάντρα.
Σαν μαθητής που δίδει εξετάσεις, έτσι κι εκείνος. Ίσως αυτή η απόκρισή του θα δίκαζε τα πράματα. Βαθιά συγκίνηση έπνιξε τη θολωμένη του ματιά, άφησε ένα αναστεναγμό και έσυρε το σκοπό:
«Ήκουσες, Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;
Ο κύρης σου με ξόρισε στης ξενιτιάς τη στράτα.
Και πώς θα σ’ αποχωριστώ και πώς να σου μακρύνω,
και πώς θα ζήσω δίχως σου στον ξορισμόν εκείνο;»
Ως ανέβαζε και τσάκιζε το σκοπό κι έκανε γλυκά γυρίσματα, το γερασμένο πρόσωπο του ξένου φωτίστηκε, πήρε λάμψη από τις μέρες της νιότης. Η κακομοίρα η μάνα άρχισε να χάνει το χρώμα της, να μην τη βαστούν τα πόδια της, να κόβονται τα γόνατά της, να ξετρεμουλιάζει, τα χέρια της να μη βαστούνε μπλιο στο πανωπόρτι, να σκοτεινιάζει ο κόσμος.
«Άχι το φως των αμαθιών και γιάντα σκοτεινιάζει,
όντε θα ’κούσω εμιλιά τσ’ αγάπης μου να μοιάζει».
Κόμποι συγκίνησης την έπνιξαν και δεν μπορούσε να μιλήσει. Η άτυχη μάνα ξαπλώθηκε φαρδιά πλατιά στο χωματένιο δάπεδο του φτωχικού της. Μοιάζουν οι μεγάλες ξαφνικές χαρές και λύπες σαν το βραστάρι που ραΐζει το γυαλί και σπα. Δε νταγιαντά η ανθρώπινη καρδιά μονοκοπανιάς να γεμίσει, μήδε από λύπη, μήδε από χαρά.
-Μαύρη να ’ταν η ώρα που γιάγειρα, αφού έγινα αιτία παραμονή των Χριστουγέννων να ποθάνει η μάνα μου. Καλλιά να πόθαινα και να με θάφτανε στα ξένα, ετσά περιφρονημένα που θάφτουνε τα ξενάκια. Ω κακομοίρα μάνα, δε σ’ έφτανε η πίκρα που σου ’δωκα τόσα χρόνια, μόνο ετσά βραδιά ήρθα να σου κάμω το πιο μεγάλο κακό. Ξεμαντάλωσε την ξύλινη πόρτα, διάβηκε το κατώφιλο των ονείρων του, που γοργό μισό αιώνα το ονειρευόταν. Οι αδερφάδες του για ποιο να κάμουν και για ποιο να μην κάμουν. Να χαρούν για τον αδερφικό γυρισμό ή να λυπηθούν για την κακομοίρα τη μάνα τους;
Τίνος να φέξω δεν μπορώ, σε ποιο να σκοτεινιάσω,
σε ποιο χατήρι να βαστώ, τίνος να το χαλάσω;
Η Μαρία πετάχτηκε στη γειτονιά, ζήτησε μια στάξη ρακή να της κάμουν εντριβή. Το Τσιτσινιό ήβαλε ένα ποτήρι νερό από το σταμνί να τη βρέξουν στο πρόσωπο, η Αργυρή ήφερε ένα μαξελάρι και ο γιος της ο Μανώλης την επότριβε, μήπως και δεν είχε πεθάνει να τη συνηφέρουν. Αιώνας βάραινε τα δευτερόλεπτα και μαχαίρια δίκοπα γινότανε.
Σε λίγο τρεμόπαιξαν τα βλέφαρα και το πηγούνι της και έδειξαν σημεία ζωής. Ω πλουσιότατη χαρά στο θεόφτωχο κονάκι! Ω πανάκριβο δώρο δίχως λάμψη χρυσού! Μόλις συνήφερε, οι γέρικοι λάκκοι των ματιών της πνιγήκανε στο κλάημα κι αγκάλιασε το γιο της.
-Γιε μου, καλώς όρισες χίλιες φορές, υγιέ μου. Κι έκλεισε τα μάτια της σφράγισε τα χείλια της, να μη μοιραστεί με κανένα την ξαφνική και πολυπόθητη χαρά της. Τώρα πια κλαίγαν οι άμοιρες αδερφάδες, όχι από λύπη, μα από χαρά. Όλες θέλανε ν’ αγκαλιάσουνε τον αλαργοξορισμένο αδερφό τους, να του αγγίξουνε, να του μιλήσουνε, στα μάτια να τονε ξανοίξουνε κι αγάπη ν’ ανταλλάξουν.
Γλυκιά μελωδία απλωνόταν στις γειτονιές του χωριού, από το συντάλαχο των καλαντιστάδων, που με τις χαρούμενες παιδικές φωνές τους διαλαλούσαν τη γέννηση του Χριστού. Σ’ όλα τα σπίτια του χωριού τα κοπέλια λέγανε τα κάλαντα, μονάχα σ’ εκείνο το φτωχικό σπίτι της Μαγδαληνής δε λέγανε τα κάλαντα, γιατί ξέρανε πως οι θεόφτωχες γυναίκες δεν είχαν πράμα να τα φιλέψουν. Όμως εκείνη τη χρονιά ο παπα-Νικόλας είχε μαζέψει στην εκκλησία μια κοπελίστικη παρέα, κάνανε μπρόβες να μάθουνε καλά τα κάλαντα να τα πούνε. Τα παιδιά τα δασκάλεψε να μην αφήσουν καμιά πόρτα παραπονεμένη. Παίζανε λύρα και μαντολίνο και τρία καλλίφωνα παιδιά τα έψαλλαν και απάνω στην ώρα φτάξανε στη χωματένια αυλή της Μαγδαληνής, σταμάτησαν στο φτωχικό πορτομάγουλο και ρωτήσανε:
-Να τα πούμε;
-Πέτε τα.
Η γλυκύτητα της λύρας και του μαντολίνου και το «Καλήν εσπέρα» στης πατρίδας τα χώματα ήταν μαγικό. Η γρια-Μαγδαληνή συγκινήθηκε κι έλυσε το μικρό της κομπόδεμα και πλούσια φίλεψε τους καλαντιστάδες.
Στο φτωχικό σπίτι της χήρας γρια-Μαγδαληνής μήδε θροφάρης χοίρος κρεμόταν στα δοκάρια του σπιτιού, μήδε είχαν αγοράσει καινούργια ρούχα και παπούτσια για να γκινιάσουνε. Μήδε χριστουγεννιάτικα στολίδια και στρωσίδια είχανε. Στο βάθος του μονόσπιτου με το χωματένιο δώμα που έσταζε είχανε δέσει τα συρτά και στη μέση κατάχαμα είχαν απλώσει μια ψάθα όλες μαζί μια στρωματιά να ξωμένουνε. Δεν είχαν μόνο το νερό στο σταμνί. Μα στης φαμελιάς το σμίξιμο, τσ’ άγιες χαρές της πίστης, η φλόγα στη γωνιά από το αναμμένο τζάκι και το φως του λύχνου άρχιζαν να παίρνουν μαγικές διαστάσεις και να μοιάζουν με το άστρο της Βηθλεέμ! Οι κρυγιοί γυμνοί και ασοβάντιστοι τοίχοι του φτωχικού της γρα-Μαγδαληνής γίναν ξανά το σπήλιο που ξαναγεννήθηκε ο Χριστός.
βγανίζω=συκοφαντώ
*Έχει δημοσιευτεί στην "Ηχώ της Βιάννου"