Τα λιβάδια που κλαίνε…
Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα…
Φαίνεται πως αυτός ο μεγάλος, ο πολύ μεγάλος, Μάνος Χατζιδάκις παραήταν προφητικός! Μελοποιώντας το αριστουργηματικό ποίημα του Νίκου Γκάτσου με τίτλο «Ο εφιάλτης της Περσεφόνης», το συμπεριέλαβε στον κύκλο τραγουδιών «Τα παράλογα»!
Πόση μεγάλη αλήθεια! Ο Νίκος Γκάτσος, αρχές ακόμη της δεκαετίας του ’70 (τόσο νωρίς!), «είδε» την συντελούμενη περιβαλλοντική καταστροφή και έστειλε τα ποιητικά του μηνύματα:
Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα!
Κι ο Μάνος, άρπαξε αμέσως τον γυμνό στίχο και τον έντυσε τόσο, μα τόσο γλυκά! Δεν υποτιμώ την συνεισφορά της Φαραντούρη, αλλά νομίζω πως στίχος και μουσική είναι από μόνα τους Παρθενώνας δημιουργίας! Όλα τα προλεχθέντα δείτε τα ως πρόλογο…
… Στο επέκεινα της πρώτης φθινοπωρινή βροχής, δέχτηκα το δελεαστικό κάλεσμα της Βιαννίτικης φύσης, να σεργιανίσω σε γνώριμα μέρη, στην εγγύς της κωμόπολης αγροτική περιοχή, να οσμιστώ την έντονη χωματίλα και να
αποτυπώσω τα ζωντανά της χρώματα. Πράγματι, με το που βρέθηκα στη φρεσκοποτισμένη γη ένας σίφουνας ικανοποίησης αλάφρωσε ψυχή και σώμα…
Διήλθα τον «Σκανταλιανό»* και τους «Πετριάδες»* και βρέθηκα στου «Μπαμπακομάρκου»*, την άλλοτε αρτεσιανή-ανεξάντλητη πηγή που ύδρευε και άρδευε μια ολόκληρη περιοχή των Λιβαδιών της Άνω Βιάννου!
Ξάφνου, από απόλαυση η εκδρομή μου μετατράπηκε σε εφιάλτη! Τα όμορφα συναισθήματα εξατμίστηκαν μπροστά στην θλιβερή εγκατάλειψη και, χωρίς να το καταλάβω, η εκδρομή μου μετατράπηκε σε περιήγηση στη νεκρόπολη της Βιάννου! Συναντήθηκα με εκατοντάδες προγόνους που ναι μεν έχουν εκδημήσει προ πολλού, αλλά βρίσκονται εκεί! Αυτός ήταν, κι αυτός παραμένει, ο κόσμος τους!
Ένας κόσμος στοιχειωμένος από τον ιδρώτα και τα βάσανά τους…
Θυμήθηκα ένα ποίημα που είχα διαβάσει στο στρατό. Ήταν του Κώστα Ουράνη:
«Ο παγερός που απ’ τις κλειστές
πόρτες γλιστράει αέρας
κούφιων βημάτων φέρνει αχούς
και ψίθυρους σβησμένους,
που κάνουν όποιον νείρεται
ν’ αναθυμάται ξάφνου
αγάπες χρόνων παλαιών
και φίλους πεθαμένους».
Το αέρινο βήμα μου πάγωσε μπροστά στις θλιβερές εικόνες. Το σώμα μου κέρωσε, καθώς βρέθηκα απέναντι από τις ευδιάκριτες-γνώριμες φιγούρες εκατοντάδων προγόνων, συγγενών, φίλων και συγχωριανών, που μ’ έβαλαν στη μέση και με κοιτούσαν βλοσυροί σαν στρατοδίκες. Κι ύστερα ένας ορυμαγδός ερωτημάτων: «Γιατί τόση εγκατάλειψη, γιατί τόση ρημαγή; Για τούτο βασανιστήκαμε τόσο πολύ; Τόσο πολύ λαθέψαμε στις επιλογές μας; Τόσα πολλά ήταν τα εγκλήματά μας»!
Σήκωσα ψηλά τα χέρια κι απ’ το στόμα μου δεν μπορούσε να βγει λέξη! Ναι, είχαν δίκιο…
Βρέθηκα απέναντι από μια κυδωνιά. Στα νιάτα της ήταν περιζήτητη κοπέλα και τα παιδιά της το ίδιο! Κυδώνια μυρωδάτα για το γλυκό της οικογένειας και για τη συνοδεία της ρακής… Τώρα, απότιστη κι απεριποίητη μαραζώνει στην ερημιά και την εγκατάλειψη…
Είναι τόση η πίκρα κι ο καημός της που με το πρώτο φύσημα του αέρα τα εκατοντάδες καχεκτικά γεννητούρια της ξαπλώθηκαν καταγής…
Κάποτε για πάρτη της σφάζονταν παλικάρια! Ο ιδιοκτήτης καμάρωνε τα πανέμορφα-κατακίτρινα μυρωδάτα κυδώνια και αδημονούσε πότε να ωριμάσουν για να τα κάμει πλεκτές και να τα κρεμάσει στην αποθήκη! Όμως ταυτόχρονα κι οι κλέφτες καιροφυλακτούσαν γιατί ήταν εξαιρετικός μεζές της ρακής. Ήδη τα ρακοκάζανα του Βουλγαράκη, του Κλήδονα, του Ματαράγκα, του Σαπουνά και του Κνεκνέ περίμεναν τους… πάμπολλους ρακοφονιάδες. Άλλος έβαζε τις πατάτες, άλλος τα ρόγδια, άλλος τα κυδώνια κι άλλος το λάχανο… Αυτά ήταν ο μεζές της ρακής κι όχι βέβαια οι… χοιρινές μπριζόλες! Τα κλεφτρόνια λοιπόν εποφθαλμιούσαν αλλά κι οι δραγάτες παραφύλαγαν! Αλίμονο και τρισαλίμονο όποιον συλλάμβανε ο φρουρός της υπαίθρου! Το «κακό Γιωργιό», ο αγρονόμος, ήταν φωτιά και τσεκούρι!

Χαμόστρωμα τα καχεκτικά κυδώνια !
Σχεδόν ακίνητος γύρισα προς τα δυτικά το βλέμμα μου και… τι να δω; Μια πανέμορφη-υπερφορτωμένη ρογδιά! Την κοίταξα καλά και την είδα να στάζει πίκρα: «Ντροπή σας Νεοβιαννίτες να μ’ αφήσετε απότιστη κι άσκαφτη, να με κάνουν βίζιτες τα τρωκτικά και τα πτηνά»! Τι να απαντήσω σ’ αυτή την τραγική αλήθεια; Άλαλα τα χείλη των ασεβών…

Αμέτρητα ρόγδια-βορά στα τρωκτικά και στα πτηνά!

Τρωκτικά και πτηνά συναγωνίζονται… Τη νύχτα τα πρώτα την ημέρα τα δεύτερα….
Εκεί, στου Μπαμπακομάρκου, στο άλλοτε περιβόλι της χαράς, σήμερα, εκτός από την εγκατάλειψη, βασιλιάς της χλωρίδας είναι τα βάτα…
Θυμάμαι τα χρόνια εκείνα, που με πόση χαρά έφευγα από το παρακείμενο μεγάλο λιβάδι της νονάς μας, τον Καραμέτη*, όπου ήταν το σπαρμένο μας, αλλά και η βουκολιά μας, όπως και μετά τον θερισμό το μποστάνι μας, να τρέχω για να γεμίσω το σταμνί από το γάργαρο αρτεσιανό νερό. Η πέριξ της βρύσης περιοχή ήταν κάτι σαν την Γη Χαναάν! Εξαίσια-καλογραμμισμένα περιβόλια με πατάτες, αγγούρια, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες και μπάμιες, κρεμμύδια και μαρούλια κι ό,τι άλλο βάζει ο νους του ανθρώπου! Κι άνθρωποι! Πολλοί άνθρωποι! Και ζώα! Πολλά ζώα! Υπερπληθυσμός οικόσιτης κτηνοτροφίας με τις αίγες και τα πρόβατα, τα βόδια, τα γαϊδούρια και τα πουλάρια τους, τα μουλάρια και τα μουλαράκια τους. Το καθένα από αυτά είχε λόγο ύπαρξης, αλλά και ρόλο!
Το βλέμμα πέφτει πάνω σε μια κυδωνιά που την έχουν πνίξει τα βάτα. Ωστόσο μια κληματαριά, αναζήτησε με αξιώσεις το δικαίωμά της να βγει στο ξέφωτο, και χωρίς να λογαριάσει κόστη ερωτοτροπεί με τα βάτα και την κυδωνιά! Μέσα σ’ αυτό το εχθρικό περιβάλλον, γεννοβόλησε σαν… Κινέζα! Αμέτρητα βυσσινί τσαμπιά είναι κρυμμένα ανάμεσα στα σουβλερά βάτα. Δεν αντέχω τον πειρασμό. Ματώνουν τα χέρια μου για το ακριβό αντίτιμο της βυσσινί-τραγανής και πεντανόστιμης ρώγας που έβαλε τα γυαλιά στους φαρμακολάγνους-θύματα των φονικών εταιρειών θανατηφόρων σκευασμάτων…
Κόβω ένα τσαμπί και αισθάνομαι όλη τη γλύκα και τις ευωδιές του ευλογημένου καρπού!


Μελαγχολώ… Σκέφτομαι τον άνθρωπο που το φύτεψε… με πόσο κόπο και πόση περιποίηση το ανάθρεψε ίσαμε να μπορεί να επιβιώσει σ’ κείνες τις στερημένες εποχές… Έχει αποδημήσει χρόνια πολλά, αλλά εγώ αισθάνομαι να με καρφώνει με τα μάτια της ψυχής του και να με εγκαλεί για λογαριασμό όλων των επιγενόμενων Βιαννιτών. Η σιωπή μου είναι αυστηρή επιλογή. Σε περιπτώσεις σαν κι αυτές το να βγάζεις το σκασμό είναι μονόδρομος… Κρείττον το σιγάν…
Χαμηλώνω συνένοχα τα μάτια και προσπαθώ να κάμω λίγα πλάγια βήματα… Δεν αντέχεται αυτή η ανάκριση. Αισθάνομαι πως, μόνον η ηλεκτρική καρέκλα απουσιάζει από την περικύκλωσή μου. Ο μπάρμπα Νικολής τεντώνει το χέρι του και μου δείχνει μια ρογδιά! «Ξέρεις παιδί μου με πόσο κόπο την ανάθρεψα ίσαμε να τη βγάλω στο μαξούλι;», με ρώτησε αυστηρά… Τι να του πω; Τι να του απαντήσω; Αλλά εκείνος ήταν καταπέλτης! «Κοίταξε: μπορεί τα ρόγδια να είναι μικρούλικα γιατί η ρογδιά είναι απότιστη, αλλά για δοκίμασε ένα! Είναι λιγορτιανά!!! Τα δωρήσατε στους ποντικούς και στα πετεινά του ουρανού κι εσείς ταΐζετε τα κοπέλια σας με… μπάρες τάχα μου δημητριακών»!!!
Πράγματι η υπερφορτωμένη ρογδιά δεν μπόρεσε να θρέψει τα τόσα ρόγδια που γέννησε, ενώ άλλα άνοιξαν κι άλλα τα καταβρόχθισαν τα τρωκτικά… Κόβω ένα ρόγδι, το χαράζω και βγάζω μαεστρικά τις παπαδούλες, έτσι όπως μ’ έμαθαν οι πρόγονοί μου. Το στόμα μου πλημμυρίζει νοστιμιά, θρεπτικούς χυμούς κι αρώματα! Τι να του πω του μπάρμπα Νικολή; Το είπα παραπάνω: Άλαλα τα χείλη…
Παίρνω την απόφαση για την μεγάλη έξοδο… Δεν αντέχω άλλο την περικύκλωση και την ανάκριση… Δεν αντέχω το βάρος τόσων βλοσυρών βλεμμάτων! Δεν αντέχω την αγανάκτηση από τα τόσα δίκια! Οι πρόγονοι, καταλαβαίνουν τη δυσχέρειά μου. Κάποιοι κουνούν το κεφάλι τους από λύπηση και κάποιοι άλλοι εκστομίζουν βαριές κουβέντες… Ο μπάρμπα Μιχάλης βαράει χωρίς λύπηση: «Να τα βράσομε μωρέ τα μνημόσυνά σας και τσοι συχωρεμούς σας… Μόλις πας στο χωριό να τους πεις πως, είσαστε αγνώμονες κι αχάριστοι»!
Το στερνό χαστούκι, αυτό που μ’ αποτέλειωσε, ήρθε από τον πατέρα μου: «Για κοίταξε στη ρίζα εκείνης της ρογδιάς… Κοίταξε και καμάρωσε πολιτισμό… Φιου σας μωρέ!», μου είπε αυστηρά. Κοίταξα φοβισμένος προς τη ροδιά και τι να δω; Ένας σκουπιδότοπος! Αμέτρητα κουτάκια μπύρας κι αναψυκτικών και πλαστικά μπουκάλια κάθε είδους και χρώματος…
Ήθελα να δώσω μιαν απάντηση στον κύρη μου, αλλά φοβήθηκα. Πάντα τον φοβόμουν. Ήθελα να του πω πως απ’ τους χειρότερους κατακτητές είναι οι Νεοβιαννίτες…
…Έφυγα με γεμάτη την ψυχή μου τύψεις… και πόνο… πολύ πόνο… Αυτός ο κόσμος παραείναι παράλογος κύριε Μάνο μου.
Στα χείλη μου ήρθε ξανά ο στίχος του κυρ-Νίκου:
Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς….

* Πετριάς: Αγροτική περιοχή 500 μ. νότια της Άνω Βιάννου. Η ονομασία, προήλθε πιθανότατα από τις πολλές πέτρες-φερτά των τριών χειμάρρων που καταλήγουν στο παρακείμενο «Βούλισμα».
*Σκανταλιανός: Αγροτική περιοχή γειτνιάζουσα με τον Πετριά…
*Καραμέτης: Υποπεριοχή στα Λιβάδια της Βιάννου. Πιθανολογείται ότι η ονομασία προήλθε από τον Τούρκο ιδιοκτήτη Καρά-Αχμέτ… ή μαύρος Μεμέτης…
*Μπαμπακομάρκος: Αγροτική περιοχή στα Λιβάδια της Βιάννου. Εικάζω ότι η ονομασία προήλθε από το βαμβάκι που τότε καλλιεργούνταν και από κάποιον κτήτορα Μάρκο.
Σημείωση: Στα Λιβάδια της Άνω Βιάννου, τα οποία σήμερα βρίσκονται στην χειρότερη μορφή τους, παρατηρείται το φαινόμενο των υποπεριοχών… Δηλαδή η περιοχή Καραμέτης συμπεριλαμβάνει 3-4 αγροτεμάχια… Η περιοχή «Τυράς» ή «Καγιαρός» το ίδιο…
Υπάρχουν όμως και περιοχές, όπως π.χ. Μαγιάρι ή Ποταμίσσα στις οποίες συγκαταλέγονται πολλά μικρά και μεγάλα αγροτεμάχια…