Στερνό αντίο στη μάνα
Το πεπρωμένο πήρε τις αποφάσεις του και η κουρασμένη μάνα έκλεισε για πάντα τα γλυκά και εκφραστικά της μάτια. Η νομοτέλεια του θανάτου (ενδεχομένως) αποκατάστησε μια αδικία που η μοίρα (που δεν είχε ιερό και όσιο) είχε διαπράξει, συσσωρεύοντας επί σειρά ετών τη μάνητά της σ’ αυτό το αγαπημένο πρόσωπο.
Ένα πρόσωπο που, ψήθηκε χωρίς να καεί στην υψικάμινο της φτώχειας, των πολέμων και των πολιτικά υψηλών θερμοκρασιών. Ένα πρόσωπο που οι μεταπολεμικές πολιτικές δαγκάνες προσπάθησαν να ακινητοποιήσουν κι αυτή απαντούσε αγέρωχη, χωρίς χλωμάδες, αμφιταλαντεύσεις και διαζευκτικά.
Οι επόμενες μέρες από την Πέμπτη εκείνου του Γενάρη, έχουν εντελώς άλλα χαρακτηριστικά. Τίποτα δεν είναι όπως παλιά.
Η κάθε προσπάθεια να αντιμετωπίσω με ρεαλισμό το μυστήριο του θανάτου, συντρίβεται μπροστά στον ορυμαγδό των συναισθημάτων. Η μνήμη τσιτώνεται και κραυγάζοντας, μου θυμίζει το μέγεθος της απώλειας.
Πρόκειται για το πρόσωπο που, για χάρη των παιδιών του, στις θαμπές εκείνες εποχές συνέτριβε με συνοπτικές διαδικασίες τις κακοτυχίες της ζωής.
Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που πελεκούσε νυχθημερόν αγκωνάρια με τα οποία, εγώ και τ’ αδέρφια μου, κτίσαμε την προσωπικότητά μας.
Πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο που μας έμαθε να αγαπούμε τους ανθρώπους, να συμμεριζόμαστε τα βάσανα και τις πίκρες τους, να πολεμούμε το άδικο, να γνοιαζόμαστε τους αδικημένους και τους κατατρεγμένους…
Πρόκειται για τον άνθρωπο που μας έμαθε ότι, το περιγιάλι δεν είναι μόνο κρυφό αλλά και άσπρο σαν περιστέρι…
Πρόκειται για τον ίδιο άνθρωπο που μας δίδαξε τα πανανθρώπινα ιδανικά της ειρήνης και μας διάβαζε από τους «Δρόμους της Ειρήνης» τις ζωές και τις δολοφονίες του Γρηγόρη Λαμπράκη, του Μπελογιάννη και του Σωτήρη Πέτρουλα γιατί, όπως μας έλεγε, με τη γνώση ξορκίζεις την υποταγή.
Πρόκειται για τη γυναίκα που μας δίδαξε νωρίς-νωρίς, πόση δύναμη και πόσο σθένος πρέπει να διαθέτει ένας άνθρωπος για να αντιπαρέρχεται με αξιοπρέπεια και χωρίς δεκανίκια τις φουρτούνες της ζωής. Όπως μας δίδαξε και να είμαστε ταπεινοί αλλά ποτέ ταπεινωμένοι.
Πρόκειται για την επονίτισσα που μόλις στα 34 της χρόνια, έχοντας ήδη δυο μικρά παιδιά κι ένα τρίτο στην κοιλιά, είδε τον χάρο να χτυπά την πόρτα του σπιτιού της και να καλεί επειγόντως τον αντάρτη Μακρονησιώτη άνδρα της.
Πανάνειο, Ιπποκράτειο, μέρες πικρές, μήνες αλησμόνητοι, που μύριζαν θανατικό κι ορφάνια, κι αυτή παστερίωνε τους πόνους, τη φτώχεια και τις πίκρες της και προσπαθούσε με το δρεπάνι της να θερίσει τροφή για να θρέψει τα παιδιά της.
Πρόκειται για τη μάνα που χειμώνες και καλοκαίρια «Μ’ αγκάθια προσκεφάλι», αντιμετώπιζε το ίδιο βαρύ και βασανιστικό ωράριο, που δεν είχε προ και μετά μεσημβρίας, ούτε καθημερνές και σκόλες, που δεν είχε μέρες και νύχτες αλλά μονάχα μερόνυχτα.
Λιομαζώχτρα, θερίστρα, αλωνίστρα, περβολάρισσα τις μέρες, και τις νύχτες μάνα και νοσοκόμα στον άρρωστο άνδρα της.
Αντιμετώπιζε τη φτώχεια μας με απίστευτο ρεαλισμό και αισιοδοξία. Κοιτούσε τη μιζέρια των εποχών με ανεπανάληπτη ειρωνεία και σαρκασμό. Τραγουδούσε απ’ το πρωί ως το βράδυ, πότε τραγούδια της φτωχολογιάς κι άλλοτε του έρωτα, προσπαθώντας να εξοβελίσει τις απανωτές προκλητικές συμπεριφορές της μοίρας. Οι σοφές και στοχαστικές της συμβουλές γίνονταν η γύρη για να γονιμοποιηθεί κάθε ωραίο νόημα…
Μας απαγόρεψε να ζούμε στη ζωή μας με αυταπάτες και δανεικά όνειρα και μας δίδαξε πως, μόνο «όταν χαμογελάμε, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο»!
Μας δίδαξε να μην ξοδεύουμε τη ζωή μόνο για «πάρτη μας», γιατί πάντα υπάρχει κάποιος άλλος σε δυσκολότερη θέση.
Αμαλία, ήσουν η πιο γλυκιά και η πιο τρυφερή μάνα!
Καλό σου ταξίδι.
*Πρόκειται για επικήδειους στοχασμούς στο φευγιό της μάνας μου, και λόγω της ημέρας, αφιερώνεται σε όλες τις κουρασμένες μανάδες αυτού του κόσμου.