Στάθης Μάστορας: η μαρτυρία ενός μαθητή του…
Πολλοί είναι αυτοί που θυμούνται τον σπουδαίο Μαθηματικό, Συνθέτη και Ποιητή Στάθη Μάστορα. Δυστυχώς, οι περισσότεροι δεν είναι πια στη ζωή… Ανάμεσα σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνεται και ο αείμνηστος Γιώργος Χρηστάκης, ο άνθρωπος που μας άφησε τόσα πολλά!!!
Ο καλός μας φίλος, ο πανεπιστημιακός δάσκαλος Δημήτρης Χρηστάκης, έστειλε στο Viannitika.gr ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο του πατέρα του που ο τίτλος του είναι «Περαστικός». Στο εν λόγω απόσπασμα αναφέρεται στον καθηγητή Στάθη Μάστορα ο οποίος τον έκαμε να ερωτευτεί τα μαθηματικά και να ασχοληθεί σε όλη του τη ζωή μ’ αυτά. Το παραθέτουμε όπως γράφτηκε:
«… Θα γίνει όμως αναφορά και για το Στάθη Μάστορα, με τα πολλά ταλέντα, στην ποίηση, στο θέατρο, στη μουσική και φυσικά στα μαθηματικά. Με καταγωγή την Κέρκυρα, υπηρέτησε σε διάφορα Γυμνάσια της χώρας μας και στην Αίγυπτο. Το 1937 μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Βιάννου, παντρεύτηκε, δημιούργησε οικογένεια κι έγινε μόνιμος κάτοικός της, ως το 1943, που, στις ομαδικές εκτελέσεις από τους Γερμανούς, εκτελέστηκε και ο Μάστορας.
Ο Στάθης Μάστορας δεν ήταν ικανοποιημένος από το περιεχόμενο των διδακτικών βιβλίων που χορηγούσε το Υπουργείο Παιδείας για τους μαθητές του Γυμνασίου. Συμπλήρωνε την ύλη τους και κυρίως τις ασκήσεις με δικές του, γραμμένες με μικρά και στρογγυλά γράμματα, σ’ ένα μικρό πολυσέλιδο τετράδιο 9 επί 13 εκ. περίπου, που το κρατούσε πάντα στην τσέπη του σακακιού του. Αλλά και η διδασκαλία του ήταν συναρπαστική. Μαζί με την Άλγεβρα, τη Γεωμετρία και την Τριγωνομετρία στο πρόγραμμά του ήταν και η Κοσμογραφία. Αυτά προέβλεπε το τότε Αναλυτικό Πρόγραμμα των Γυμνασίων.
Μια μέρα, δώδεκα με μία η ώρα του μαθήματος. Έγινε η εξέταση στο μάθημα της ημέρας, όπως συνηθιζόταν και ο Καθηγητής άρχισε την παράδοση στο επόμενο κεφάλαιο του βιβλίου, για τους αστερισμούς. Σε κάποια ονομασία σηκώνει το χέρι του συμμαθητής μας, που συνήθιζε να προετοιμάζεται πάντοτε, για το επόμενο μάθημα, και λέει:
«Δεν το λέει, κύριε, έτσι το βιβλίο».
Ο Μάστορας σταμάτησε για μια στιγμή κι απαντά:
«Σωστά το λέει το βιβλίο, Κουφαλιτάκη, έχει όμως και το όνομα που σας λέω».
Δεν θυμάμαι τις λέξεις. Θυμάμαι μόνο το Μάστορα να τινάσσει τα μαλλιά της κεφαλής του, κουνώντας το κεφάλι του μια ή δυο φορές και να συνεχίζει να μιλά για τους αστερισμούς του ηλιακού μας συστήματος, για δορυφόρους, για Γαλαξίες, για τα άλλα πλανητικά συστήματα, για το σύμπαν, πότε από την έδρα και πότε με σχέδια πίνακα, που έκανε με μεγάλη ευχέρεια κι εμείς με νεκρική σιγή να τον παρακολουθούμε. Κι όταν σε μια στιγμή κοίταξε το ρολόι του, σταματά και μας λέει: «Παιδιά σας έφαγα την ώρα, είναι δυόμισι μόνο ετοιμαστείτε να φύγετε». Κι εμείς με μια φωνή, σαν να είμαστε προσυνεννοημένοι: « Όχι κύριε Καθηγητά, συνεχίσετε!συνεχίσετε»!
Δεν θυμάμαι πόση ώρα μας μιλούσε ακόμη, γιατί κανείς μας δεν είχε ρολόι. Θυμάμαι μονάχα πως όταν γύρισα στον Βαχό ο ήλιος βασίλευε.
Στο Γυμνάσιο διάβαζα πολύ. Ξενυχτούσα κάτω από το φως του λύχνου με το λιόλαδο και το χοντρό φυτίλι στα πρώτα χρόνια, της λάμπας με το πετρέλαιο στα τελευταία, λύνοντας ασκήσεις ή κλίνοντας ονόματα, ρήματα ή ό,τι άλλο μας ανέθεταν για το σπίτι. Ο λύχνος μου δημιουργούσε καμιά φορά μεγάλο πρόβλημα. Μια σταγόνα λαδιού πάνω στο τετράδιο ή στο βιβλίο με υποχρέωνε να κόψω το φύλλο και να το ξαναγράψω ή να ρίξω στάχτη από το τζάκι, να απορροφήσει το λάδι και η λαδιά να φαίνεται λιγότερο. Στα ιστορικά μαθήματα μου αρκούσε μια γρήγορη ματιά που καμιά φορά γινόταν και στο δρόμο το πρωί, μετά το Μάρτιο συνήθως, που ο καιρός ήταν καλός, χωρίς βροχή...».