Ρυτίδες....
Με τον καιρό, τα αφύλαχτα πρόσωπα όσων τσαπίζουν, οργώνουν, θερίζουν, αλωνίζουν και ξεβοτανίζουν τη γη απ’ τα ζιζάνια, γίνονται ένα άνυδρο χωράφι, που το καίει ο ήλιος κι όπου το χώμα σκάει και γεμίζει αυλακιές.
Οι αυλακιές στο μέτωπο είναι δρόμοι πολυπερπατημένοι, σε μονότονες διαδρομές. Σπίτι-χωράφι και πίσω.
Για κάποιους είναι μόνο δυο.
Όσοι και οι δρόμοι των χωριών.
Χωματόδρομοι σκαμμένοι και δύσβατοι απ’ τα ορμητικά νερά μιας βροχής, που δεν πέφτει πια να ελεήσει τα άνυδρα, χαρακωμένα πρόσωπα.
Στους πιο πολλούς, γίνονται πέντε αυλακιές, σαν το πεντάγραμμο που, πάνω του δε γράφτηκε ποτέ μια εύθυμη οπερέτα.
Κάποιες στιγμές ίσως, ένα μουρμούρισμα, στον ήχο του κλαρίνου.
«Γιαννούλα μου, απόκαμες σκυμμένη στο χωράφι».
Μπορεί και μελωδίες από τα νανουρίσματα πολλών παιδιών, που μετά έγιναν χελιδόνια και πέταξαν μακριά.
Τις πιο πολλές φορές πάντως, εμβατήριο ηρωικό και πένθιμο.
Σε άλλους πάλι μια διαρκής διερώτηση για όλα τα παράξενα και αταίριαστα του κόσμου.
Οι αυλακιές στο μέτωπο χαράσσονται, καθώς το βλέμμα υψώνεται σε μόνιμη απορία, για ερωτήσεις που δεν απαντήθηκαν και σκληρές απαντήσεις που δόθηκαν, δίχως να ξέρουν καν ποια ήταν η ερώτηση.
Στις κάθετες χαράδρες, ανάμεσα στα φρύδια, σκαλώνει το συνοφρύωμα ενός ισόβιου θυμού, που ποτέ δεν εκτονώθηκε, μέχρι που έγινε παραίτηση.

Τα ακτινωτά χαντάκια, στις άκρες των ματιών, τα έσκαψαν τα βλέφαρα όταν μισοκλείνουν για να μετριάσουν το ανελέητο θάμπος του ήλιου, που ιριδίζει στις σταγόνες του ιδρώτα και η ανυπόφορη αντανάκλασή του στο χιόνι, που κρυστάλλωσε τα πορτοκάλια κι έκαψε τη σοδειά
Οι χαρακιές, γύρω απ’ τα χείλη, είναι γιατί δεν γέλασαν πολύ.
Στις δυο βαθιές χαράδρες, που κατεβαίνουν στο στόμα, από την άκρη της μύτης, ροβολούν τα δάκρυα και αφήνουν τη γεύση της αλμύρας, που μοιάζει με θαλασσινό νερό.
Έτσι ξεπλένονται τα κουρασμένα μάτια, που κανάκεψαν σπόρους, μωρά, ένα σβώλο χώμα, τη χαίτη ενός κατάκοπου Ντορή, το χνούδι του τροφαντού ροδάκινου και μένουν για πάντα λαμπερά κι ελπιδοφόρα.
Κείμενο: Νίνα Αγγελική Γεωργιάδου
Η κεντρική φωτογραφία είναι του Κων/νου Μάνου και δημοσιεύτηκε στον Αγώνα Κρήτης