"Τ’ άγρια πουλιά τα ημερεύω..."
Ευτυχώς που οι ποιητές, και εν γένει οι λογοτέχνες, δεν απαιτούν τόκους στην παροχή των λογοτεχνικών τους κεφαλαίων, γιατί διαφορετικά, πολλοί από μας, τους κοινούς θνητούς, δεν θα ξεχρεώναμε ποτέ!
Προσωπικά, πολύ συχνά καταφεύγω στο λογοτεχνικό δανεισμό, για να περιγράψω κάτι που συνέβη. Έτσι κι απόψε δανείζομαι το στίχο του συμπαθέστατου Κώστα Φασουλά, για να περιγράψω μια όμορφη σκηνή. Καθόμουν εκεί, στο γνωστό πια τραπεζάκι, κάτω από τον φίλο μου, το γέρο πλάτανο, κι απολάμβανα τον απογευματινό μου καφέ…
Εδώ, σ’ αυτό τον ελάχιστο χώρο που δικαιούμαι, απολαμβάνω τους μονολόγους μου. Εδώ συνομιλώ με τον εαυτό μου, εδώ στοχάζομαι, εδώ διδάχτηκα κάτι απ’ τη γλώσσα των πουλιών… Δύσκολη γλώσσα. Θα θυμάστε, λέω, μια συζήτηση που είχα με μια δεκοχτούρα. Έτσι κι απόψε, δεν πρόλαβα να πιω τη δεύτερη ρουφιά και… νάσου την απρόσμενη επίσκεψη. Ήταν μια (ίσως και ένας) δεκοχτούρα νεοσσός, στα πρώτα-μετέωρα βήματά της. Μια τυχερή δεκοχτούρα, που τη γλίτωσε στο «τσακ», χάρη στην έγκαιρη παρέμβασή μου. Διαφορετικά θα ήταν ήδη στο στομάχι της καιροφυλακτούσας γάτας…. Τον έβλεπα από μέρες, μαζί με την δίδυμη αδερφή του, να απολαμβάνουν τα γονικά χάδια, και τα ακατάσχετα τσιμπούσια… Η φωλιά της οικογένειας βρίσκεται 2,5-3 μέτρα πάνω απ’ το κεφάλι μου. Όσο απέχει ο πάνω ο κόσμος απ’ τον κάτω… «Τυχερός που είσαι φίλε μου», του είπα. Κάτι πήγε να πει, αλλά… πού να καταλάβω τη μωρουδιάστικη γλώσσα του! Οι γονείς του, είναι φιλαράκια μου από χρόνια. Κάθε πρωί, με το που φτάνω, νάσου τους να περιμένουν το μερτικό τους. Εγώ θα πιω τον καφέ μου κι αυτοί θα τσιμπολογήσουν το ξαρέσκι που θα τους τρατάρω. Άλλες φορές ρυζάκι, άλλες μπισκότο… Πιάνουμε και κουβέντα πολλές φορές… Τους είχα μιλήσει για τους ανθρώπους, για τις κακίες μας, «για του κάτω κόσμου τα πουλιά», που νύχτα-μέρα «ακονίζουν τα σαγόνια τους», για να θυμηθώ κι ένα άλλο μεγάλο απόντα, τον Μάνο Ελευθερίου.
Η γάτα με κοιτούσε με μίσος, γιατί της στέρησα το μεζέ της… Βλέπετε… η ζούγκλα δεν είναι μόνο στον.. Αμαζόνιο… Είναι κι εδώ, δίπλα μας… Κι όποιος προλάβει…
Ζεστάθηκε πολύ το χέρι μου κι άκουγα τους χτύπους της καρδιάς της. Καταλάβαινα την αγωνία της και τους φόβους της. Άκουγα τα αναστενάγματά της… Το είπε τόσο όμορφα ο Φασουλάς: «Τ’ άγρια πουλιά στο πέταγμά τους
αναστενάζουν μες απ’ το κελάηδημά τους»!
«Λοιπόν, άκου φίλε μου», του είπα με αγάπη. «Θα σε στείλω ξανά στον Απάνω Κόσμο… Ο Κάτω Κόσμος είναι για μας, τους ανθρώπους… Ζήσε τη ζωή σου και… πού είσαι; Εδώ θα είμαι κι αύριο… Μεθαύριο δεν ξέρω…. Εγώ έτσι κι αλλιώς στον Κάτω Κόσμο μένω. Χρόνια πασκίζω να βρεθώ στον Απάνω αλλά... δεν είναι και τόσο απλό… Ο Ίκαρος που το επιχείρησε πριν από χρόνια, έγινε πέλαγος...».