"Μέρες Χριστουγέννων" του Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη
Λάβαμε από το Μεγάλο Κάστρο, πολύτιμο δώρο, το παραπάνω νέο βιβλίο-ποιητική συλλογή του αγαπητού και ξεχωριστού φίλου Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη, του πασίγνωστου «Του Κάστρου Ταχυδρόμος». Ο εμπνευσμένος και πολυγραφότατος Δημ. Ν. Θεοδοσάκης, μπαίνει με το νέο του αυτό έργο στην Τρίτη δεκάδα των βιβλίων του με τον αρ. 31. Ο σεβαστός Καθηγητής Π. Α. Ε. Α. Κρήτης κ. Απόστολος Ν. Μπουρνέλης, που υπηρέτησε λίαν ευδόκιμα την εκπαίδευση, και στην πόλη μας, ( Χανιά) γράφει προλογίζοντας το θαυμάσιο αυτό ποιητικό αριστούργημα, τα παρακάτω, μεταξύ των άλλων:
«Μετά πολλής χαράς, ευθύμως και ανυποκρίτως , χαιρετίζω την παρούσα ποιητική συλλογή «Μέρες Χριστουγέννων» του δόκιμου τεχνίτη του λόγου, του λαϊκού ποιητή και πεζογράφου Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη. Η παρούσα ποιητική συλλογή αποτελεί μια ένθερμη κατάθεση ψυχής πενήντα ποιημάτων προσφερομένη σαν ένα ποτήρι κρύο νερό στην διψασμένη εποχή μας.
Το δημοσιευμένο ποιητικό και πεζογραφικό έργο του λογοτέχνη Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη, υπερβαίνει τα τριάντα έργα και έχει πολύ διαβαστεί και αγαπηθεί.
Στη παρούσα ποιητική συλλογή «Μέρες Χριστουγέννων», ο ποιητής ασχολείται ενδελεχώς με τρία θέματα σχετιζόμενα με τις ευφρόσυνες εορτές των Χριστουγέννων, του Αγίου Βασιλείου και των Θεοφανείων. Σκοπός του λογοτέχνη δεν ήταν να γράψει μια σειρά ποιημάτων, αλλά να παρουσιάσει το χαμένο ήθος του ανθρώπινου κόσμου, το οποίο ευρίσκει και ανασύρει από τη Γεωργική-Κτηνοτροφική κοινωνία της Κρήτης.
Η παράδοση, ο πολιτισμός, η ιστορία, ο μόχθος και οι αξίες, οι θυσίες ενός λαού χαρισματούχου και περήφανου εκφράζονται μέσα από τον ποιητικό λόγο του λογοτέχνη Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη κατά τρόπο θαυμαστό και εύληπτο. Ο λόγος του δεν είναι μία στείρα αναφορά στο παρελθόν, ούτε σε έθιμα ή καταστάσεις συντήρησης, αλλά είσοδος στο αθέατο κάλλος ενός τρόπου ζωής αξιομίμητου...» ( σ. 9)
Ενώ ο ίδιος ο συγγραφέας, δημιουργός του έργου Δ. Ν. Θεοδοσάκης, στο δικό του Πρόλογο σ. 11-13, μεταξύ των άλλων, σημειώνει και τα ακόλουθα:
«ν και έχουν περάσει πενήντα χρόνια από τότε που έφυγα από το χωριό μου και ζω πλέον στην πολιτεία, κάθε που σιμώνουν οι γιορτές η φαντασία με γυρίζει στις παιδικές μου πατρίδες. Τι ομορφιά και τι μαγεία είχαν εκείνες οι γιορτές στην μικρή μου πατρίδα, στο αγαπημένο μου χωριό! Στην καλόγεννη κοιλάδα του Χόνδρου της Βιάννου, που τη δροσοποτίζουν δυο ποταμοί. Όλη η κοιλάδα είναι ένα παραδεισένιο περβόλι, με πολλά οπωροφόρα δέντρα, λιανολιές και κηπικά. Η Μαδάρα τη δροσίζει με το μαδαροβόρι, ο γιαλός με την αύρα του και ο ήλιος ολοχρονίς της χαμογελά.
Το χωριό μου, ξέμακρο από την πολιτεία του Μεγάλου Κάστρου, για πολλά χρόνια δεν είχε αυτοκινητόδρομο να το συνδέει με το Ηράκλειο. Για να πάμε στην πόλη, περπατούσαμε περίπου μισή ώρα και κάτι, μέχρι το διπλανό χωριό, την Κάτω Βιάννο, από όπου και περνούσε το λεωφορείο της γραμμής. Κάτω από αυτές τις δύσκολες συνθήκες, αργούσαν πολύ τα αγαθά του τεχνολογικού πολιτισμού και οι μόδες της πολιτείας να φτάσουν σ’ εμάς.
....Τις μεγάλες γιορτές θυμούμαι με τι λαχτάρα τις περιμέναμε και με πόση χαρά τις γιορτάζαμε. Στην μικρή μου πατρίδα οι κάτοικοι είναι φιλήσυχοι άνθρωποι, βαθιά θρησκευόμενοι, δοξάζουν το Θεό, λατρεύουν τους αγίους, βαστούνε τις παραδόσεις και τηρούνε τα ήθη και τα έθιμα. Ένας καλόβολος κόσμος που πορευότανε μ’ένα παραδοσιακό κώδικα αξιών, ο οποίος δεν σου επέτρεπε εύκολα να ξεστρατίσεις.»
Και συνεχίζει:
«Σε εκείνη την εποχή του λαογραφικού παραδείσου έζησα τα αλησμόνητα παιδικά και τα πρώτα χρόνια της νιότης, που μου χάραξαν στην ψυχή την ευτυχία ενός παλιού κόσμου. Από τότε πολλά έχουν αλλάξει, όπως έχουν σβήσει τα παλιά Χριστούγεννα στο χωριό. Με οδηγό τη μαγεία από τις χαρές που μου χάρισε η μοίρα στα παιδικά μου χρόνια, άρχισα να γράφω «τα Κρητικά Χριστουγεννιάτικα διηγήματα». Ένιωσα μεγάλη χαρά, που αξιώθηκα το 2006 και τα δημοσίευσα, σε ένα καλαίσθητο τόμο...»
... Στέκομαι με θαυμασμό στις κοινωνίες των χωριών, που γεννήσανε και μεγαλώσανε ισορροπημένες γενιές, γιούς και θυγατέρες που αιματοδοτήσανε τις κοινωνίες των πόλεων, κουβαλώντας ακόμη εκείνο το παλαιό χαμένο ήθος, που όλο και λιγοστεύει στις μέρες μας...» σ.12
Εμείς στη συνέχεια, πήραμε σελίδα σελίδα το έργο του, και χαρήκαμε την πλούσια έμπνευση του δημιουργού του, τα βιώματα του στο χωριό του, όταν: «Κοντοσιμώνουν οι γιορτές», ώσπου να τις ζήσουμε, να τις βιώσουμε, να τις χαρούμε, και να θυμηθούμε κι εμείς τα ανάλογα βιώματα των παιδικών μας χρόνων, από τις «Γουρουνοχαρές» ως «Τα Στολίσματα» κι από «Τα σπερνά των Χριστουγέννων» ως τα αξέχαστα «Κάλαντα», «Τη Χριστουγεννιάτικη Θεία Λειτουργία» και τα «Σπιτικά τραπέζια» μετά, μ’ όλη «Τη Φαμελιά παρούσα» και κεφάτη. Και στη συνέχεια, όλες οι σελίδες των σχολικών μας βιβλίων, γίνονται εδώ εμπνευσμένες ποιήσεις, καλύπτοντας όλο το Δωδεκαήμερο, μ’ έναν τρόπο που συνεπαίρνει κι εμάς και τα παιδιά κι εγγόνια μας, που καθισμένα στα «κουτσουράκια τους» δίπλα μας, ακούν κι απολαμβάνουν «Τη Γέννηση του Χριστού», στη φάτνη (σ. 39), «Την «Άγια Φωτιά» που ζεσταίνει ληχούνα και νεογέννητο μωρό» (σ. 41), «Την Απογραφή του Καίσαρα» (σ. 43), «Τ’ αστέρι της Βηθλεέμ, που φέγγει και στους Μάγους να’ ρθουν» (σ. 45), τους «βοσκούς που καμαρώνουν τα ζώα, καθώς συνομιλούν» (σ. 55) και πάνε πρώτα «να προσκυνήσουν τον νεογέννητο Χριστό» (σ. 57), ενώ λίγες μέρες μετά (σ. 63), θα ζήσουμε τη «Φυγή στην Αίγυπτο» και της «Προσφυγιάς τη στράτα» (σ.65). Και με το «Μήνα του Χριστού» (σ.75) θα πάρουμε την ευλογία του δωδεκαήμερου με την οικογενειακή γαλήνη του σπιτιού μας. «Παραμονή Πρωτοχρονιάς» (σ. 77), «Καλαντιστάδες» (σ. 79) κι αναμνήσεις από «Παλιές Πρωτοχρονιές» (σ.87), τα «Δώρα του Αϊ- Βασίλη» με την «Καλή Χέρα» (σ. 89) και «Του Μεγάλου Αγιασμού» (σ.97) τη μέρα.
Αγαπητέ Δημήτρη, τριάντα πέντε χρόνους Δάσκαλος, δίδασκα τα όσα περιλαμβάνει το συναρπαστικό σου, αυτό, βιβλίο, με το σωστό Χριστιανικό και γνήσιο Παραδοσιακό Κρητικό σου τρόπο γραμμένο. Παίρνεις Άριστα! Ο εμπνευσμένος λόγος σου, και σ’ αυτό σου το έργο, ανοίγει τις πόρτες και καρδιές, διδάσκει χαρισματικά, εμπνέει και συνεπαίρνει.
Μίλησα σε συναδέλφους για το βιβλίο σου αυτό, τους πρότεινα να το αναζητήσουν πριν κλείσουμε για τις γιορτές, γιατί τ’ αξίζει και του πρέπει βράβευση! Πάντα άξιος και ευχές για καλή συνέχεια, γιατί επιτελείς έργο πολύτιμο και γνήσια Κρητικό! Και το δώρο στους αναγνώστες μας, επίκαιρο, θαυμάσιο. Χαρήτε το:
΄Οντε σιμώνουν οι γιορτές
Κοντοσιμώνουν οι γιορτές κι οι μέρες το ζητούνε
οι φαμελιές να σμίξουνε, τσι σκόλες να χαρούνε.
Η ανεζήθια με πονεί, ’πο μέρες ανημένω
νά ’ρθει και το ξενάκι μου το παραπονεμένο.
Να σφάξω το θροφάρη μου και να τον-ε μαδήσω,
να φάμε και να δώσομε, τσι σκάφες ν’ αλατσίσω,
τα Γέννα να γιορτάσομε, πλούσο σοφρά να στέσω,
με της αγάπης τη χαρά να ξεσαρακοστέψω.
Και το Δωδεκαήμερο το τζάκι δεν θα σβήσει,
να μου φωτίζει τ’ όνειρο, χαρές να με γεμίσει.
Οι μυρωδιές απ’ τα γλυκά στο φτωχικό ν’ απλώνουν,
του καντηλιού το άγιο φως τίς νύχτες να μερώνουν.
Οι μέρες είναι όμορφες και τη χαρά σκορπίζουν,
μα σαν θα λείπει μια ψυχή, παράπονο μυρίζουν.
Χειμώνα, καλοσύνεψε, οι στράτες να περνιούνται,
τ’ αλαργοξορισμένα μας να πάνε και να ’ρθούνε.
Στρώσε τσι θαλασσόστρατες του γιαγερμού γλυκάδα,
άπλωσε στσ’ ουρανόστρατες καλοκαιριού ομορφάδα,
να ταξιδέψει μια ψυχή, ο γιός μου να γιαγείρει,
του φεγγαριού τ’ ολόγεμου μάγια χαράς να σπείρει.
Με τη χαρά του γιαγερμού το σπίτι να γεμίσει,
των Χριστουγέννων έσμιξη το νου μου να μεθύσει.
Δημήτρη Ν. Θεοδοσάκη: «Μέρες Χριστουγέννων»
Ηράκλειο, 2019, σχ. 8ο, σ.112, έγχρωμο, εικονογράφηση: π. Μιχ. Πατεράκη
Γράφει ο Κ. Σταμάτης Απ. Αποστολάκης
Δάσκαλος Λαογράφος
