Οι ήχοι που χάθηκαν από τα χωριά
Όταν ήμουν παιδί, πίστευα πως οι πέτρες μιλούν. Καθόμουν μόνη, με τις ώρες, στο πέτρινο πεζούλι του σπιτιού και κουβέντιαζα μαζί τους. Τους ζητούσα να μου πουν τις ιστορίες τους. Ήμουν σίγουρη πως θυμούνταν περισσότερα από τους ανθρώπους. Πως μέσα τους είχαν φυλαγμένες τις φωνές όσων πέρασαν από εκεί, γέλασαν, αγάπησαν, έκλαψαν, αποχαιρέτησαν. Τότε δεν ήξερα πως, χρόνια αργότερα, θα επέστρεφα στα ίδια σοκάκια αναζητώντας όχι μόνο τις πέτρες... αλλά και τους ήχους που χάθηκαν από τα χωριά.
Γιατί κάποτε τα χωριά είχαν τη δική τους μουσική. Δεν ήταν μουσική γραμμένη σε νότες. Ήταν η μουσική της ζωής.
Το πρώτο λάλημα του πετεινού πριν ακόμη χαράξει. Το γκάρισμα από τα γαϊδουράκια που περίμεναν υπομονετικά στην αυλή. Τα κουδούνια των κοπαδιών που ανηφόριζαν στα βουνά. Ο χαρακτηριστικός ήχος από τα «τζένια», τα σιδερένια καρφιά που κάρφωναν στο χώμα για να δέσουν τα ζώα. Το ρυθμικό χτύπημα από τα πέταλα του αργαλειού, που ύφαινε όχι μόνο υφαντά αλλά και ολόκληρες ζωές. Το μονότονο τραγούδι του χειρόμυλου, καθώς άλεθε τα όσπρια με υπομονή. Το γάργαρο νερό που κυλούσε ασταμάτητα από τις πηγές και δρόσιζε ανθρώπους, ζώα και ψυχές.
Η καμπάνα της εκκλησίας, που χτυπούσε αλλιώς στη χαρά κι αλλιώς στο πένθος. Το ραδιόφωνο του γείτονα, που έπαιζε δυνατά και γινόταν η μουσική ολόκληρης της γειτονιάς. Η φωνή του ταχυδρόμου. Του μανάβη. Του ψαρά. Του καρεκλά. Του γανωματή. Του παλιατζή. Οι καντάδες τα καλοκαιρινά βράδια. Οι μαντινάδες στα γλέντια. Τα γέλια που έφταναν από αυλή σε αυλή. Οι καλημέρες που αντηχούσαν στα σοκάκια. Κάθε ήχος είχε έναν άνθρωπο. Και κάθε άνθρωπος ήταν η ψυχή του χωριού. Θυμάμαι ακόμη τα πρωινά των παιδικών μου χρόνων. Δεν με ξυπνούσε ξυπνητήρι. Με ξυπνούσε η ζωή. Η φωνή της γιαγιάς μου. Η γειτόνισσα που φώναζε από την αυλή. Το γνώριμο τσιτσίρισμα από τα τηγανητά κουλούρια της μάνας μου, που γέμιζαν το σπίτι μυρωδιές και την καρδιά μου χαρά.
Και λίγο αργότερα...το αργόσυρτο βήμα του πατέρα μου καθώς γύριζε κουρασμένος από τη δουλειά. Δεν χρειαζόταν να τον δω.Τον αναγνώριζα μόνο από τον τρόπο που περπατούσε. Κάθε βήμα του μου έλεγε: «Ήρθα...», Και μαζί του ερχόταν εκείνη η σιγουριά που μόνο ένα παιδί μπορεί να νιώσει.
Πως όλα ήταν στη θέση τους.
Πως ο κόσμος ήταν ασφαλής.
Τότε όλα αυτά μου φαίνονταν αυτονόητα. Πίστευα πως θα υπάρχουν για πάντα. Δεν ήξερα πως οι ήχοι γερνούν κι αυτοί. Σήμερα περπατάς στα ίδια σοκάκια... και ακούς τη σιωπή. Τα σχολεία έκλεισαν. Οι παιδικές φωνές σώπασαν. Τα καφενεία άδειασαν. Οι ξυλόφουρνοι έσβησαν. Οι αυλές κλείδωσαν. Οι λεμονιές ανθίζουν χωρίς να τις μυρίζει κανείς. Ο βασιλικός ξεραίνεται μόνος του στο περβάζι. Οι νέοι έφυγαν. Οι ηλικιωμένοι λιγοστεύουν. Και μαζί τους φεύγουν οι τελευταίοι άνθρωποι που θυμούνται πώς ακουγόταν κάποτε το χωριό.
Κι όμως...η μεγαλύτερη απώλεια δεν είναι τα γκρεμισμένα σπίτια. Ούτε τα κλειστά σχολεία. Ούτε τα άδεια καφενεία. Είναι ότι χάθηκαν οι ήχοι. Κι όταν σβήνουν οι ήχοι ενός τόπου, αρχίζει να σβήνει και η μνήμη του.
Κι όμως, θέλω να πιστεύω πως δεν χάθηκαν όλα.
Γιατί όσο υπάρχει μια γιαγιά που περιμένει τα εγγόνια της το καλοκαίρι...όσο ένας παππούς συνεχίζει να ποτίζει τον κήπο του...όσο μια καμπάνα θα χτυπά την Κυριακή...όσο ένας ξυλόφουρνος θα ανάβει έστω μία φορά τον χρόνο...όσο ένα παιδί θα τρέξει ξυπόλυτο σε μια αυλή...υπάρχει ακόμη ελπίδα. Ίσως τελικά μεγαλώνουμε με τις λέξεις. Μα η ψυχή μας μεγαλώνει με τους ήχους. Κι εκείνοι οι ήχοι των χωριών εξακολουθούν να αντηχούν μέσα μας, ακόμη κι όταν τα χωριά σώπασαν. Κι αν κάποτε βρεθείς σε ένα μικρό, σχεδόν ξεχασμένο χωριό, μην πεις βιαστικά πως δεν ακούγεται τίποτα. Στάσου για λίγο. Άκου καλύτερα. Ίσως μέσα στη σιωπή να ακούσεις ακόμη το λάλημα του πετεινού. Το κουδούνισμα ενός κοπαδιού. Το χτύπημα του αργαλειού. Το τραγούδι του χειρόμυλου. Το γάργαρο νερό της πηγής. Το αργό βήμα ενός πατέρα που γυρίζει στο σπίτι. Τη φωνή μιας γιαγιάς που καλεί τα εγγόνια της να φάνε. Ίσως όλα αυτά να μην χάθηκαν ποτέ. Ίσως να κρύφτηκαν μέσα στις πέτρες. Και να περιμένουν κάποιο παιδί να καθίσει ξανά στο παλιό πεζούλι, να τις αγγίξει και να τους ζητήσει, όπως κάποτε κι εγώ, να του διηγηθούν την ιστορία τους.
*Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι Φιλόλογος