Ο Σταυρός της Βιάννου
Η γιορτή του Τιμίου Σταυρού είναι για μένα μια ιδιαίτερη ημέρα. Ίσως γιατί ο Σταυρός δεν είναι μόνο ένα σύμβολο της πίστης. Είναι και μια λέξη που όλοι γνωρίζουμε καλά. Ο καθένας μας, κάποια στιγμή στη ζωή του, σηκώνει τον δικό του σταυρό. Άλλοτε βαρύ, άλλοτε αθέατο, μα πάντα μοναδικό.
Κάθε χρόνο, όμως, αυτή η ημέρα με κάνει να σκέφτομαι και έναν άλλον Σταυρό. Τον Σταυρό του τόπου μου. Της Βιάννου.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1943, ανήμερα της γιορτής του Τιμίου Σταυρού, άρχισε ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια της ιστορίας της Βιάννου και της ευρύτερης περιοχής. Οι εκτελέσεις και οι καταστροφές από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής συνεχίστηκαν τις επόμενες ημέρες. Άμαχοι άνθρωποι δολοφονήθηκαν, σπίτια και χωριά καταστράφηκαν, περιουσίες και σοδειές χάθηκαν.
Πίσω όμως από κάθε αριθμό υπήρχε ένας άνθρωπος. Μια μάνα. Ένας πατέρας. Ένα παιδί. Ένα σπίτι που ξαφνικά έμεινε άδειο. Ως παιδί, δεν μπορώ σήμερα να θυμηθώ με βεβαιότητα πόσα από εκείνα τα γεγονότα μάς είχαν μιλήσει στο σχολείο. Ίσως η μνήμη μου να κρατά άλλα και να έχει αφήσει κάποια στην άκρη. Αυτό που θυμάμαι, όμως, είναι πως η Ιστορία δεν έλειπε από τη ζωή μας. Δεν ήταν μόνο μια ημερομηνία στα βιβλία. Ζούσε μέσα στα σπίτια μας, στις αφηγήσεις των μεγαλύτερων, στις κουβέντες των ανθρώπων του χωριού, στις σιωπές τους. Και ίσως έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε τότε, μαθαίναμε την Ιστορία με έναν διαφορετικό τρόπο. Τη μαθαίναμε μέσα από τις ζωές εκείνων που είχαν ζήσει τα γεγονότα.
Η μάνα μου, πολλές φορές, μου μιλούσε για τις γυναίκες που έφευγαν από τα καμένα χωριά. Μαυροφορεμένες, ρακένδυτες, με τα παιδιά τους δίπλα τους, γύριζαν στα γύρω χωριά ζητώντας λίγο λάδι, λίγο ψωμί ή ένα ρούχο. Κι όταν τις ρωτούσαν από πού ήταν, έδιναν μια απάντηση που έμοιαζε να χωρά μέσα της όλη την καταστροφή: «Από τα καμένα χωριά της Βιάννου».
Τότε δεν μπορούσα να συλλάβω το μέγεθος αυτών των λέξεων. Σήμερα τις ακούω διαφορετικά. «Τα καμένα χωριά». Τόσο λίγες λέξεις για να χωρέσουν τόσα σπίτια, τόσες οικογένειες, τόσες χαμένες ζωές. Κάποιοι άνθρωποι, όμως, επέζησαν. Στο χωριό μας θυμάμαι να μιλούν για τον Μιχάλη Βερυκοκάκη. Στο χωριό τον γνώριζαν και ως «Στρατηγό». Έλεγαν πως είχε πλακωθεί κάτω από τα σώματα των νεκρών και έτσι γλίτωσε τη χαριστική βολή. Όταν οι γυναίκες πήγαν να αναζητήσουν τους δικούς τους, τον βρήκαν ζωντανό και τον έκρυψαν σε έναν στάβλο, μέσα στην κοπριά, για να τον προστατεύσουν. Είχε τραυματιστεί βαριά και τα σημάδια εκείνης της ημέρας έμειναν πάνω του για όλη του τη ζωή. Κι όμως, η ζωή συνεχίστηκε.
Ο Μιχάλης παντρεύτηκε τη Μαρία στην Κάτω Βιάννο και δημιούργησαν την οικογένειά τους. Τον θυμάμαι ως περήφανο άνθρωπο, ευγενικό και με χιούμορ. Και τη Μαρία πάντα χαμογελαστή, νοικοκυρά και φιλόξενη. Το σπίτι τους βρισκόταν κοντά στη στάση του σχολικού λεωφορείου. Τους κρύους χειμώνες η πόρτα τους έμενε ανοιχτή και η φωτιά αναμμένη, για να ζεσταίνονται τα παιδιά που περίμεναν το σχολικό. Θυμάμαι να περνώ από το σπίτι τους με τη μάνα μου και να μας φωνάζουν από την πόρτα: «Ελάτε να σας κεράσουμε»! Και πάντα κάτι θα υπήρχε. Ένας καφές, μια πορτοκαλάδα, ένα σοκολατάκι. Μικρά κεράσματα. Μα για ένα παιδί, μεγάλες χαρές. Εγώ, όμως, περισσότερο από όλα θαύμαζα την αυλή τους. Ήταν γεμάτη κάθε λογής λουλούδια. Και το σπίτι μοσχομύριζε ασβέστη και καθαριότητα. Μια μέρα η κυρία Μαρία πρέπει να κατάλαβε πόσο πολύ μου άρεσε η αυλή της. Την επόμενη μέρα έδωσε στη μάνα μου μια ανθοδέσμη για μένα. Δεν θυμάμαι σήμερα ποια λουλούδια είχε. Θυμάμαι όμως την ανθοδέσμη. Και θυμάμαι το συναίσθημα. Ίσως γιατί κάποια δώρα δεν τα μετράς με το μέγεθός τους. Τα μετράς με την αγάπη που κρύβουν. Ο Μιχάλης και η Μαρία ήταν, θα έλεγα σήμερα, μερακλήδες της ζωής. Κι όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πόσο σπουδαία είναι αυτή η εικόνα. Ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει τη φρίκη και είχε κουβαλήσει στο σώμα του τα σημάδια της, συνέχισε τη ζωή του. Έφτιαξε οικογένεια. Και εκείνη η οικογένεια είχε μια πόρτα ανοιχτή για τους ανθρώπους, για τα παιδιά, για ένα κέρασμα, για μια ζεστή φωτιά τον χειμώνα, για μια ανθοδέσμη σε ένα παιδί που θαύμαζε τα λουλούδια. Η μνήμη έμεινε μέσα τους, αλλά δεν έγινε μόνο πόνος. Έγινε ζωή. Έγινε οικογένεια, φιλοξενία, καθημερινότητα. Έγινε μια αυλή γεμάτη λουλούδια. Ο Θεός να αναπαύσει τις ψυχές τους. Και να μας αξιώνει να θυμόμαστε.
Γιατί η μνήμη ενός τόπου δεν βρίσκεται μόνο στα μνημεία και στις ημερομηνίες. Βρίσκεται στους ανθρώπους του. Στις ιστορίες που μεταφέρουν οι μεγαλύτεροι στους νεότερους. Στις γυναίκες που στάθηκαν δίπλα στους τραυματίες. Στις οικογένειες που ξαναστάθηκαν στα πόδια τους. Στα παιδιά που μεγάλωσαν ακούγοντας ιστορίες και κάποτε τις μετέφεραν στα δικά τους παιδιά.
Έτσι περνά η Ιστορία από γενιά σε γενιά. Όχι μόνο μέσα από τα βιβλία. Αλλά μέσα από τις ζωές των ανθρώπων.
Κάθε 14η Σεπτεμβρίου η Βιάννος στέκεται απέναντι στον δικό της Σταυρό. Θυμάται εκείνους που χάθηκαν και εκείνους που έμειναν για να κουβαλήσουν τη μνήμη. Και ίσως αυτό είναι το χρέος μας, να θυμόμαστε χωρίς να μισούμε, να τιμούμε χωρίς να ξεχνούμε και να παραδίδουμε την Ιστορία στις επόμενες γενιές όχι μόνο μέσα από τις ημερομηνίες, αλλά μέσα από τις ανθρώπινες ιστορίες.
Γιατί η μνήμη δεν είναι βάρος που πρέπει να ξεφορτωθούμε. Είναι ευθύνη που πρέπει να σηκώσουμε.
Και ίσως, τελικά, η πιο δυνατή απάντηση στη φρίκη να βρίσκεται σε μια εικόνα τόσο απλή... μια πόρτα ανοιχτή, μια φωτιά αναμμένη για να ζεστάνει ένα παιδί, μια αυλή γεμάτη λουλούδια, και μια μικρή ανθοδέσμη στα χέρια ενός κοριτσιού. Γιατί η ζωή, ακόμη κι όταν έχει περάσει μέσα από τη φωτιά, βρίσκει κάποτε έναν τρόπο να ξαναβγάλει λουλούδια.
*Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι Φιλόλογος