Ο χειμώνας του '62
«Σταυρό βοήθεια», ανέκραζε ο κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερός μου ξάδερφος, κάθε φορά που μια εκτυφλωτική λάμψη αυλάκωνε τον ουρανό.
Ως μεγαλύτερος, εγνώριζε ότι τη λάμψη ακολουθούσε μια εκκωφαντική βροντή, τέτοια που έτριζαν οι τοίχοι του πατρικού μας σπιτιού. Εγώ μαζί με τα δύο αδέλφια μου είχαμε καπαρώσει τον πυρόμαχο, δίπλα στην παραστιά, που άναβε νυχθημερόν. Το ένα μερί μας ήταν ζεστό και τ’ άλλο, είχε κοκκινάδες απ’ το τσουχτερό κρύο. Ήταν ιδιαίτερα «βαρύς» εκείνος ο χειμώνας του ’62. Θύμιζε εκείνο του 1940, τότε που ο ελληνικός στρατός, εκτός από τους κατακτητές, είχε να αντιμετωπίσει το αφόρητο κρύο, που άλλους έστειλε στο θάνατο κι άλλους τους κατέστησε δια βίου ανάπηρους.
Για μέρες έβρεχε ασταμάτητα. «Ανοίξανε οι καταρράκτες τ’ ουρανού», έλεγε η θεία μου, που ήρθε, κρατώντας πεσκέσι, τηγανήτους, περιλουσμένους με χαρουμπία! Ο Βράσκος «μούγγριζε» καθώς τα ορμητικά του νερά κουβαλούσαν τεράστιους βράχους, ενώ δεν υπολείπονταν σε ορμητικότητα και ο Καρυδιώτης, ο έτερος των χειμάρρων. Οι δύο αυτοί χείμαρροι σμίγουν στην είσοδο της γραφικής και σφύζουσας τότε γειτονιάς, της Πλάκας. Και επειδή «εν τη ενώσει η ισχύς», οι δύο χείμαρροι, στην ένωσή τους καθίσταντο προσέτι επικίνδυνοι σκάβοντας βαθειά τη γη, μέχρι κάτω το Βούλισμα, όπου, ως δια μαγείας, παραιτούνταν της μανίας των και παροχέτευαν τα νερά τους στα ενετικά χαντάκια των Λιβαδιών και μέσω αυτών, οδηγούνταν στη Ρίχτρα, όπου σχηματίζονταν o εκπάγλου ομορφιάς καταρράχτης. Το «μουγγρητό» των χειμάρρων ήταν δηλωτικό της πολυήμερης βροχόπτωσης και στους μεγαλύτερους αφυπνίζονταν, οι έτσι κι αλλιώς νωπές μνήμες, της μεγάλης πλημμύρας του ’58, τότε που ο Κοπρώνυμος, ο έτερος των χειμάρρων της Άνω Βιάννου, τα έκανε γης μαδιάμ, αφήνοντας στο δρόμο πολλές οικογένειες.
«Πλημμύρα θα κάμει κακομοίρηδες, μόνο μη κουνήσετε από την παραστιά», μας είπε η μακαρίτισσα η μάνα μας, που εκάτεχε τι σημαίνει «μανία της φύσης». Όπως όλες οι μάνες της γης, έτσι κι η δική μας, εφρόντιζε, με τα διαθέσιμα πενιχρά μέσα, να μας παράσχει τα απαραίτητα. Σχεδόν δεν κλάδευε μάτι, για να τροφοδοτεί την παραστιά με ξύλα. Το δίχωρο χωριατόσπιτό μας, με τη χωμάτινη σκεπή, μας παρείχε τα άκρως στοιχειώδη. Όμως το νερό, σαν καλός μετροπόντικας, έβρισκε διεξόδους από τα ευάλωτα σημεία της χωματένιας στέγης, κι εκείνη είχε τοποθετήσει τενεκέδια, στα σημεία όπου έσταζε, ενώ, ακόμη και πάνω στο κρεβάτι, είχε αναθέσει σε μια πετρολεκανίδα το ρόλο του υδροσυλλεκτήρα!
Τις δύσκολες εκείνες ώρες της κοσμοχαλασιάς, έβγαζε από το τραπέζι την καινούρια ανακάλυψη της τεχνολογίας, έναν μουσαμά με σχέδια χειροποίητου τραπεζομάντηλου, και το έριχνε πάνω στα βαριά-τσούπινα κλινοσκεπάσματα, ώστε, αν γενικεύονταν το στάλαγμα του νερού να προλάβει τα χειρότερα…
«Σταυρό βοήθεια», ξαναφώναξε ο ξάδερφος και εμείς «λουπάξαμε» πιο μέσα στον πυρόμαχο σαν τα πεταξάρικα πουλιά, που κρύβονται κάτω απ’ τις φτερούγες της μάνας τους. Πράγματι, μια εκτυφλωτική λάμψη αυλάκωσε τον ορίζοντα και αμέσως μετά, άρχισε ένα παρατεταμένο μπουμπουνητό!
Η μάνα μας, έστεσε το τσικάλι στην παραστιά, για το μεσημεριανό φαγητό. Κεντανές (πράσα) με το μπακαλιάρο. Φτωχογιάννη τον έλεγαν τότε, αφού αυτό ήταν το κρέας των φτωχών. Οι σκανδαλιστικές οσμές εκτράχυναν τις γαστριμαργικές μας ορέξεις και σε λίγο, ολόκληρη η οικογένεια, καθόμασταν στο τραπέζι. Οι γονείς μας καθισμένοι στις δυο-μοναδικές καρέκλες κι εμείς στα σκαμνάκια…
Την επομένη, το χιόνι ήταν 40 εκατοστά! Βγήκαμε έξω στη δημοσιά για να χαρούμε το σκανδαλιστικά λευκό ουράνιο δώρο. Εγώ γέμισα ένα πιάτο και πασπαλίζοντάς το με την ελάχιστη διαθέσιμη ζάχαρη, νόμισα ότι έτρωγα γρανίτα!
Οι μεγάλοι, άνοιξαν ένα μικρό διάδρομο, ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση προς τα δυο μεγάλα μπακάλικα και το καφενείο, όπου συναθροίζονταν οι ηλικιωμένοι για καφέ, σουμάδα ή κανελάδα, ενώ οι πότες, απολάμβαναν τη ρακή τους με ρεβύθια και ξερά κουκιά, ψημένα με μπόλικο αλάτι πάνω στην ξυλόσομπα. Το παιγνίδι, μ’ έφερε στην αυλή της εγκαταλειμμένης οικίας του Τίτου, όπου, σ’ ένα και μοναδικό δωμάτιο, φιλοξενούνταν μια πάμφτωχη οικογένεια με τα δυο μωροκόπελά της, βοηθώντας να διαπιστώσω πως «δεν πρέπει να γκρινιάζω αν δεν έχω παπούτσια, γιατί κάποιοι άλλοι δεν έχουν πόδια»…
*Έχει δημοσιευτεί στην "Ηχώ της Βιάννου"
Φωτογραφία: Λευτέρης Σπανάκης