Ο πλανόδιος
Όταν είχε πανσέληνο ή ξαστεριά δε σου έκανε καρδιά να κοιμηθείς ανάμεσα σε ντουβάρια.
Κι ας ήταν πλίνθοι ασβεστωμένοι διάστικτοι με αποξηραμένα ματσάκια λουλουδιών, πανωφόρια και εικονίσματα κρεμασμένα σε μακριές πρόκες. Το καντήλι σαν πολύ να αντιφέγγιζε τα καρφιά ώστε οι σκιές τους φάνταζαν θεόρατες μαύρες ρομφαίες στους πάλλευκους τοίχους, σκλήραινε η πολλή πίστη στα βλέμματα των αγίων και τα πουκάμισα αδειανά έμοιαζαν αποφόρια κάποιου σκιάχτρου. Ο ουρανός με έσκιαζε λιγότερο κι ήταν σκέτο έρεβος.
Όταν είχε πανσέληνο ή ξαστεριά, δε σου έκανε καρδιά να κοιμηθείς μέσα στο σπίτι, ακόμα και με ανοιχτά τα ξύλινα πορτοπαράθυρα που έστρωναν το κόκκινο χαλί να περάσει η ορχήστρα από τις πιο μελωδικές μυρωδιές, γαζίες και βασιλικοί, φούλια και υάκινθοι, κρίνα και γιασεμιά. Έτσι στην πηχτή σιγαλιά του μικρού ορεινού χωριού σε νανούριζαν οι ευωδιές και το τριζόνι.
Κάτι τέτοιες νύχτες ο παππούς χάριζε σε εμάς τα εγγόνια του, το μεγαλόπρεπο δώρο: στρωματσάδα στην ταράτσα. Οι γυναίκες -κόρες και συμβία- πάντα πιο μυαλωμένες, πάντα πιο συνετές, πάντα τα πόδια τους πιο βαθιά στο χώμα, να ριζώνουν οι έγνοιες και να μην τις αφήνουν ρούπι να κουνήσουν, τόσο δα να απογειωθούν, τον μάλωναν. Πέντε παιδιά να τα κοιμίσει έξω, επικίνδυνο. Ας μας κοίμιζε τουλάχιστον στην αυλή, που΄ χε περβάζι μη γκρεμιστούμε. Μα όχι, η κρεβατίνα στην αυλή δεν θα άφηνε να βλέπουμε τον έναστρο θόλο ή το ολόγιομο φεγγάρι. Κι επέμενε να στρώνει καταμεσής της ταράτσας.
Ύστερα ξεδίπλωνε από τη μαγική του σφαίρα, το λαμπερό μυαλό του μέχρι σήμερα πατημένα πια τα ενενήντα, τις πιο αλλόκοτες και κωμικές αφηγήσεις. Στα χρόνια που ακολούθησαν, δυσκολεύτηκα να ξεμπερδέψω τον Μεγαλέξανδρο από τον Χατζηαβάτη, τον Πάτροκλο από τον Διγενή Ακρίτα και τον Μινώταυρο από τον Βενιζέλο γιατί όλα είχαν υφανθεί γλυκά κι αστεία στα έπη του μικρού, δικού μας Όμηρου-Αριστοφάνη.
Ήταν από πάντα γεροντάκι στα μάτια μας, μικροκαμωμένο και θαλερό, αεικίνητο και ορεξάτο με μεγάλα άκακα μάτια κι ένα μουστάκι λεπτό. Ίσως εκείνον είχα στο μυαλό μου, όταν σκαρφίστηκα “τον κουρέα με το ποντικομουστακάκι” στο “Ανκόρ”, κρίμα στο μυθιστόρημα, φύτρωσε κάτω από τη σκιά του πρώτου βιβλίου, το έκαψαν τα πολλά “Φώτα στο βάθος”. Ας είναι, πιο καλό μας κάνουν οι αποτυχίες μας αν δε τις αφήσουμε να γίνουνε σαράκι.
Ο παππούς μου ο Μανόλης είχε το τζαγκαριό στο χωριό. Πιο παλιά ήταν μέτοχος στο ελαιοτριβείο και πρέπει να είχε πιάσει καλά λεφτά. Επειδή έβλεπε μπροστά κι ήταν ανήσυχο πνεύμα, είχε φέρει ένα μηχάνημα που έκανε φυγοκέντρηση στις ελιές προτού να τις αλέσει, διαχωριζόταν τα φύλλα από τον καρπό και έβγαινε πιο ποιοτικό το λάδι. Έτσι συνέρρεαν από τα γύρω χωριά οι ελαιοπαραγωγοί, πήγαν καλά οι δουλειές. Μα ύστερα πήγαν να τον ρίξουν οι συνέταιροι, επειδή τον περνούσαν για αγαθό, που θα πει πια βλάκας όχι καλός... Πούλησε το μερίδιό του, αγόρασε ένα οικόπεδο στη Χώρα - κλήρος ενός μικρασιάτη πρόσφυγα- κι έχτισε μια “βίλα”.
Η “βίλα” εκείνα τα χρόνια, αρχές της δεκαετίας του ’60, ήταν μια μονοκατοικία με όλα κι όλα δυο υπνοδωμάτια, καμιά ενενηνταριά τετραγωνικά το πολύ. Μα είχε σκεπή από τσιμέντο κι όχι τσίγκο, είχε βεράντα με μωσαϊκά κι όχι ασβεστωμένο αυλόγυρο, είχε πόρτα με περίτεχνο μπρούντζινο διάκοσμο κι ανάγλυφο γυαλί κεντημένο με σύρματα κι όχι μια χαρχαλόπορτα από φθαρμένο ξύλο. Κι είχε τρία σκαλοπάτια να ανεβείς ως την εξώθυρα, δεν ήτανε χαμόσπιτο χύμα στον χωματόδρομο. Νοίκιασε το διαμέρισμα σε μια οικογένεια νιόπαντρων δικηγόρων κι έβγαζε ένα εισόδημα.
Έπειτα πάντρεψε την πρώτη κόρη του, μετοίκησε με τον άντρα της στην πόλη, εγκαταστάθηκαν στη “βίλα”, αλλά αυτός αγρότης κι αυτή οικιακά, έκαναν το ένα πίσω από το άλλο τα παιδιά, δεν ήθελε πολύ να ξεφυτρώσει ένα μικρό μποστάνι στην πίσω αυλή, για το φρέσκο μας λαχανικό, και ένας “κούμος” για το φρέσκο μας αυγουλάκι. Τώρα αν είχε περισσότερο χώρο, θα έφερναν και καμιά αίγα να μας βράζει γάλα η μάνα μου, γιατί στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του ’70 ο μητρικός θηλασμός ήταν μόνο για τις γύφτισσες και όσες δεν είχανε στον ήλιο μοίρα. Εμείς πίναμε από μπιμπερό σκόνες, διότι ζούσαμε σε δική μας βίλα, ασχέτως αν κακάριζαν οι κότες στον ακάλυπτο.
Το τζαγκαριό το έκλεισε γιατί όσο περνούσαν τα χρόνια, κόστιζε πιο φθηνά η αγορά καινούργιου υποδήματος παρά η επιδιόρθωσή του. Έπειτα είναι που ερήμωσε και το χωριό, εξασθένησε η πελατεία.
Όμως στο μεταξύ είχε ρίξει τα θεμέλια για άλλες δυο κατοικίες πάνω από το σπίτι μας, να προικίσει και τις άλλες δυο του κόρες. Έτσι, μπήκε στα δάνεια. Και για να τα βγάλει πέρα, ασχολήθηκε με την καλλιέργεια ενός βοτάνου που ενδημεί στα μέρη του, τον δίκταμο ή αλλιώς “'ερωντα”,γιατί έχει αφροδισιακές ιδιότητες. Ενώ τ’ αρώματα π’ ανέδιδε ο περίβολος της γιαγιάς με έκαναν να γουργουρίζω από ευτυχία, η μυρωδιά του δίκταμου μού προκαλούσε μεγάλη αποστροφή. Πρώτη φορά έβρασα κι ήπια ρόφημα από κείνο το βότανο, στις απέλπιδες προσπάθειες να σώσω τον γάμο μου από την πλήρη αδελφοποίηση με τον πατέρα των παιδιών μου. Όμως ολόκληρες τις Μαδάρες να έπινα “βραστάρι”, το διαζύγιο δεν το γλιτώναμε. Στη δεκαετία του ’90 είχαμε ρημάξει για τα καλά τη “βίλα. Το κοτέτσι είχε εκλείψει βέβαια, αλλά ο πατέρας μου είχε χτίσει στη θέση του ένα κακάσχημο αποθηκάκι με “ελενίτ”, τα μωσαϊκά είχαν ξεθωριάσει, η μπρούτζινη πορτα είχε σκουριάσει και μέσα οι τρεις έφηβοι είχαμε κάνει επέλαση με τα κασκόλ του Ολυμπιακού, τον Κερτ Κομπέιν και τα βελάκια στους τοίχους. Επίσης καπνίζαμε κρυφά μέσα στο σπίτι, όταν έλειπαν οι δικοί μας, και κιτρινίζαμε κουρτίνες και ντουβάρια.
Την ίδια εποχή, ο πατέρας μας είχε μείνει άνεργος γιατί ο Μητσοτάκης είχε βάλει λουκέτο στις “προβληματικές επιχειρήσεις”. Με τα λεφτά της αποζημίωσης από το εργοστάσιο όπου ήταν εργάτης, άνοιξε ένα καφενείο. Μετά έβαλε και ηλεκτρονικά παιχνίδια με κερματοδέκτη, μαζεύονταν όλα τα καλόπαιδα της περιοχής, αλλά τουλάχιστον δεν είχαμε τους γονείς ανάμεσα στα πόδια μας, οπότε μπορούσαν να πάρουν την κάτω βόλτα οι αδερφοί μου ανενόχλητοι: κοπάνες, τσιγάρα, μπίρες, μπάφους, πίρσιν, μηχανάκια και βρισιές. Η δική μου επανάσταση έφτανε μέχρι το να ακούω Τρύπες, Παύλο Σιδηρόπουλο και Doors, να διαβάζω τη Βαβέλ, να γράφω ποιήματα και να αναρωτιέμαι ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να αυτοκτονήσω. Εκείνη την εποχή, αν δεν είχαμε το δικό μας σπίτι, θα είχαμε βρεθεί στο δρόμο.
Μια από εκείνες τις μέρες, ο μικρός μου αδερφός την είχε κοπανήσει από το Γυμνάσιο, είχε καβαλήσει το παπάκι και είχε αράξει με την παρέα του στην πλατεία Κοραή, όπου έπαιζαν τάβλι και κάπνιζαν τα Κάμελ δίχως αύριο. Σε μια στιγμή, εμφανίστηκε ένα κοντούλι γεροντάκι με ποντικομουστακάκι. Κουβαλώντας ένα παραγεμισμενο σακ βουαγιάζ, πλησίαζε τους θαμώνες και τους ρωτούσε αν ήθελα να αγοράσουν δίκταμο κρατώντας ένα-δυο πακέτα στα χέρια.
Τους χειμώνες, όταν πηγαίναμε στο χωριό με τους γονείς για το λιομάζεμα, ο παππούς έπαιρνε έμας τα εγγόνια στο πρώην τζαγκαριό όπου συσκευάζαμε τα αρωματικά βότανα. Μπήγαμε το αποξηραμένο φυτό σε διαφανή σακουλάκια, τα γεμίζαμε μέχρι τα 3/4, έπειτα δίπλωνε όσο περίσσευε και τα σφράγιζε με ένα συρραπτικό. Εμένα με έβαζε να γράφω με κεφαλαία γράμματα τις ονομασίες τους, ΔΙΚΤΑΜΟΣ, ΦΑΣΚΟΜΗΛΟ, ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΑ, επειδή έκανα τα καλύτερα γράμματα.
“Μαλάκα, είδα σήμερα τον παππού, όπως καθόμασταν έξω στο Αβγό. Στο τσακ πρόλαβα να χωθώ στις τουαλέτες μη με δει” μου είπε γελώντας ο μικρός αδερφός καθώς τρώγαμε αργότερα το μεσημεριανό μας στο σπίτι.
Κι εγώ τον είχα δει κάποια στιγμή στο κέντρο και τον είχα αποφύγει για να μη ρεζιλευτώ στις φίλες μου που είχα παππού έναν πλανόδιο πωλητή. Μονάχα που δεν το εξομολογήθηκα στον αδερφό μου. Ήμουν η μεγαλύτερη, έκανα καλά γράμματα κι έπρεπε να δίνω το γαμημένο το καλό παράδειγμα. Κι αντί να διακωμωδώ τη ντροπή που σου προκαλεί η φτώχεια, την έκανα θηλιές στο λαιμό μου και σφαίρες στους κροτάφους μου.
Ύστερα άνοιξα τα φτερά, πετώ πια πάνω από εκείνο το αμφιθεατρικό ορεινό χωριουδάκι κι οσφραίνομαι τα αρώματα της σιγαλιάς του. Στον ύπνο μου πάντα έχει θάλασσα αντί για ξεροπόταμο.