Ο Καπετάν Γιώργης Μυλωνάς
Άστραψε και βρόντηξε ο καπετάν Γιώργης Μυλωνάς, μόλις διάβασε το ραπόρτο με τα νέα.
-Και πώς σου φανήκανε Μιχάλη τα σημερινά γίβεντα που μας έστειλαν από το Υπουργείο μας; Κατάλαβες καλά ίντα γράφει το σημερινό δελτίο ειδήσεων που μας έστειλαν;
-Κατάλαβα κύριε Πλοίαρχε. Το διάβασα κι εγώ, και νομίζω ότι καλά έκαναν και τον τίμησαν τον άνθρωπο, με τέτοιο κατόρθωμα που έκανε. Δεν είναι και λίγο πράγμα να κροσάρεις ολόκληρο τον Ατλαντικό Ωκεανό μόνος σου, με ένα σκάφος 15 μέτρα. Εγώ δεν θα το τολμούσα ποτέ.
-Ξαναπές το να το ακούσω καλά. «Εγώ δεν θα το τολμούσα ποτέ»!
Τώρα μίλησες σωστά. Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν θα τολμούσε να κάνει τέτοια κουταμάρα. Αυτοί Μιχάλη είναι τυχοδιώχτες. Ρίχνουν τη ζαριά και ό,τι βγάλει. Ή του βάθους ή του ύψους. Την περίοδο της επταετίας των Συνταγματαρχών, το Υ.Ε.Ν. (Υπουργείο εμπορικής ναυτιλίας) έστελνε καθημερινά ένα τηλεγράφημα προς άπαντα τα πλοία και σε μία και μόνο σελίδα έγραφαν επιγραμματικά τα νέα από την Ελλάδα. Οι τηλεγραφητές είχαν την υποχρέωση να πάρουν το τηλεγράφημα, εφόσον βέβαια μπορούσαν να ακούσουν τον ελληνικό ραδιοσταθμό, να γράψουν τρία αντίγραφα, ένα να αναρτηθεί στην τραπεζαρία αξιωματικών, το άλλο στου πληρώματος και το τρίτο στο γραφείο του Πλοιάρχου. Σε αρκετά πλοία οι ασυρματιστές και οι Πλοίαρχοι, πιο πολύ υπό την πίεση του πληρώματος και όχι από φόβο, έπαιρναν τα τηλεγραφήματα με τα νέα. Σε άλλα όμως πλοία, ίσως στα περισσότερα, πολύ σπάνια ή και καθόλου τα έγραφαν τα νέα αυτά. Ήταν ας πούμε μία μικρή πράξη αντίστασης κατά του καθεστώτος, γιατί το πρώτο πράγμα που ρωτούσε ο λιμενάρχης στα διάφορα λιμάνια, ήταν, αν ο ασυρματιστής έπαιρνε το τηλεγράφημα του υπουργείου. Δεν είχαν όμως και κανένα ενδιαφέρον. Τι μπορεί να ενδιαφέρει ένα ναύτη καταμεσής του Ειρηνικού η είδηση, ότι π.χ. «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και πρωθυπουργός κ. Παπαδόπουλος, εδέχθη σε συνεργασία τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας κ. Χολέβα»; Γιατί καθημερινά έγραφαν περίπου τα ίδια πράγματα. Όμως το σημερινό δελτίο ειδήσεων είναι διαφορετικό. Έχει θέμα. Γράφει ότι κάποιος πλούσιος Ελληνοαμερικάνος με το σκάφος «ΧΑΡΑ» μήκους 15 μέτρων, ξεκίνησε από την Νέα Υόρκη με προορισμό τον Πειραιά. Μετά από έναν ανεφοδιασμό στις Αζόρες κατάφερε να φθάσει στο Πασαλιμάνι, όπου τον υποδέχθηκε η ηγεσία του Υ.Ε.Ν. με επικεφαλής τον ίδιο τον Υπουργό. Η Πανελλήνια Ένωση Πλοιάρχων Ε.Ν. του απένειμε τιμητικά το Δίπλωμα του Πλοιάρχου Β’ τάξεως (υποπλοιάρχου), τον ονόμασε επίτιμο μέλος της και του δώρισε ασημένια αναμνηστική πλακέτα. Εγώ Μιχάλη - συνεχίζει ο Πλοίαρχος- με την χαρακτηριστική χιώτικη προφορά του, αν είχε δίπλωμα ήθελα να του το πάρω. Σήμερα κιόλας θα στείλω τηλεγράφημα στον πρόεδρο της Ένωσης Πλοιάρχων να με διαγράψουν από μέλος. Δεν θέλω να είμαι μέλος της ίδιας ένωσης που από σήμερα ανήκει και αυτός ο τυχοδιώκτης ο Ελληνοαμερικάνος. Δεν τα μπορώ εγώ αυτά τα καραγκιοζιλίκια. Δεν τα μπορώ. Καταμεσής του Ειρηνικού με το «Αργώ Ελλάς», φορτωμένο με παλιοσίδερα από το Λος Άντζελες για την Ιαπωνία. Δέκατη μέρα του ταξιδιού, άλλες τόσες ακόμα, ίσως και κάτι παραπάνω για την Γιοκοχάμα, το λιμάνι εκφόρτωσης. Πενηντάρης πια ο Καπετάν Γιώργης Μυλωνάς, όλα του τα χρόνια στα καράβια του Καρρά, ήταν στην κορυφή της ιεραρχίας. Πρώτος στη λίστα των Πλοιάρχων, είχε τον πρώτο λόγο στη εταιρεία. Για να πλοιαρχεύσει κάποιος νέος πλοίαρχος, έπρεπε πρώτα να πάει υπό την πλοιαρχία του Μυλωνά έξι μήνες σαν Υποπλοίαρχος, να δοκιμαστεί αρκετά και θα του έδιναν πλοίο μόνο εάν έκρινε ο καπετάν Γιώργης ότι ήταν ικανός και ώριμος για Πλοιαρχία. Τα γνώριζε όλα αυτά, γι’ αυτό ήταν και ιδιαίτερα σκληρός. Δεν χάριζε τίποτα, αλλά και δεν αδικούσε. Τα πληρώματα μεταξύ τους έλεγαν: «φρόντισε να κάνεις τη δουλειά σου σωστά και θα περάσεις καλά. Διαφορετικά πήγαινε κάπου αλλού, γιατί θα το μετανιώσεις».
Δεκαεπτά χρονών, για πρώτη φορά μπαρκάρισε δόκιμος σε λίμπερτι του Καρρά. Γέννημα θρέμμα Χιώτης και μάλιστα Καρδαμηλιώτης, ακολούθησε την ίδια μοίρα με όλους τους συμπατριώτες του. Αφού είσαι Χιώτης θα γίνεις ναυτικός και αφού είσαι και Καρδαμιλιώτης, θα γίνεις Καπετάνιος. Στα τριανταδυό του ανέλαβε Πλοιαρχία στο ίδιο λίμπερτι που πρωτομπαρκάρισε δόκιμος. Συμπτωματικά στο πλοίο ήταν θερμαστής ο πατέρας του και δεν πρόλαβαν από το γραφείο να τον στείλουν σε άλλο καράβι, όπως απαιτεί ο άγραφος νόμος της θάλασσας. Πατέρας – γιός – αδελφός – απαγορεύεται να συνυπάρχουν στο ίδιο ποντοπόρο πλοίο. – Τον πατέρα σου θα τον αντικαταστήσουμε μόλις φθάσεις στην Ευρώπη, τον διαβεβαίωσαν από τη εταιρεία, γιατί τα εισιτήρια από Αμερική είναι πολύ ακριβά. Το πλοίο φόρτωσε καλαμπόκι από τη Νέα Ορλεάνη για Ευρώπη. Λίγο πριν τον απόπλου αρρώστησε ο Πλοίαρχος ξαφνικά και τότε έστειλαν αυθημερόν τον καπετάν Γιώργη Μυλωνά να πλοιαρχεύσει για πρώτη του φορά και να φέρει το φορτωμένο λίμπερτι στην Ευρώπη. Είχε ξανακάνει στο ίδιο πλοίο αρκετές φορές σαν δόκιμος, σα ναύτης και ανθυποπλοίαρχος και τελευταία ως υποπλοίαρχος και το γνώριζε καλύτερα από το σπίτι του. Με το που βγήκε το καράβι στον Ατλαντικό, άρχισε να ανεβαίνει σε βορειότερα πλάτη. Ανοιχτά από το ακρωτήριο Χατέρας της Αμερικής συνάντησαν τη θύελλα. Κύματα ύψους τετραώροφης πολυκατοικίας κτυπούσαν ακατάπαυστα το λίμπερτι, που με δυσκολία προσπαθούσε να κρατηθεί στην επιφάνεια. Οι σωσίβιες βάρκες έσπασαν, έγιναν μαδέρια και χάθηκαν στη θάλασσα. Ένα τεράστιο συμπαγές κύμα κτύπησε τον καθρέπτη της γέφυρας (μπροστινό τμήμα της γέφυρας) και έσπασαν όλα τα τζάμια στα φινιστρίνια τα οποία αμέσως αντικαταστάθηκαν με λαμαρίνες ιδίου μεγέθους, που υπάρχουν έτοιμες στη γέφυρα γι’ αυτές τις περιπτώσεις, όπως απαιτούν οι ασφαλιστικές εταιρείες. Την επομένη ημέρα το κακό συνεχιζόταν. Ο καιρός ο ίδιος, χωρίς σημάδια βελτίωσης και το πλήρωμα όλο μαζεύτηκε στην τραπεζαρία, όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Μεταξύ τους ήταν και ο γέρο Μυλωνάς ο πατέρας του Πλοιάρχου. Διπλά στεναχωρημένος που βρήκε το γιό του τέτοιο κακό στο πρώτο ταξίδι της πλοιαρχίας του. Μερικοί από το πλήρωμα πίστεψαν ότι η θάλασσα θέλησε να τιμωρήσει πατέρα και γιό, επειδή παραβιάστηκε ο κανόνας που δεν θέλει να ταξιδεύουν μαζί. Καλά αυτοί οι δύο ας τιμωρηθούν. Εμείς όμως γιατί; Μετά από πολλές συζητήσεις, αποφάσισαν να ανέβει ο πατέρας στη γέφυρα, να συστήσει στον γιό του Καπετάνιο να βάλει τον καιρό στην πρύμνη, μέχρι να περάσει η κακοκαιρία. Η ιδέα δεν άρεσε του πατέρα γιατί γνώριζε τον χαρακτήρα του γιού του, αλλά υπό την πίεση των περισσοτέρων δέχτηκε. Ανέβηκε στη γέφυρα, και μπήκε μέσα στην σκοτεινή αίθουσα. Περίμενε λίγο να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι και τότε διαπίστωσε την κρισιμότητα της κατάστασης. Τα ανοίγματα των παραθύρων κλειστά με τις σιδερένιες ασφάλειες, οι πόρτες δεξιά και αριστερά σπασμένες, η πλοιαρχική καρέκλα (η μόνη καρέκλα που υπάρχει σε γέφυρα πλοίου) σπασμένη σε μια γωνιά. Το θαλασσινό νερό έμπαινε από την μια πόρτα και έφευγε από την άλλη. Ο γιός του, ο Καπετάνιος ντυμένος με μια νιτσεράδα (αδιάβροχο παντελόνι σακάκι), όρθιος δίπλα στο τιμονιέρη, να προσπαθούν να κρατήσουν πορεία. Οι υποπλοίαρχος, ανθυποπλοίαρχος και ναύτης σκάπουλος, να προσπαθούν να κρατηθούν όρθιοι, πιασμένοι σφικτά από τα ρέλια (χειρολαβές) της γέφυρας.
-Τι θέλεις στη γέφυρα τέτοια ώρα;
-Γιέ μου και καπετάνιε μου, άκουσέ με για λίγο. Εγώ να πνιγώ χίλιες φορές. Εσύ όμως γιατί; Τί θα γίνει μωρέ η μάνα σου αν χαθούμε και οι δυο; Ποιος θα παντρέψει τις αδελφές σου; Γύρισε να φέρεις τον καιρό πρυμάτσα, μήπως την ξεγελάσεις την θάλασσα.
-Φύγε από τη γέφυρα αμέσως και πήγαινε να κάνεις παρέα με αυτούς που σε έστειλαν. Και στρεφόμενος προς τον υποπλοίαρχο του λέει: «Γράψε αμέσως - για να μην το μετανιώσω - στο ποινολόγιο του πλοίου ότι τιμωρώ τον Θερμαστή Νικόλαο Μυλωνά με πρόστιμο πέντε λιρών, διότι απασχόλησε τον Πλοίαρχο χωρίς σοβαρό λόγο κατά την άσκηση των καθηκόντων του και ενώ το πλοίο βρισκόταν σε κίνδυνο λόγω θαλασσοταραχής». Τώρα πια πλησιάζει τα πενήντα ο καπετάν Γιώργης Μυλωνάς και είναι ο μόνιμος Πλοίαρχος του «Αργώ Ελλάς». Κάθε δύο χρόνια ζητά αντικατάσταση για λίγους μήνες να δει την οικογένεια, να ξεκουραστεί και να ξαναγυρίσει πάντα στο ίδιο πλοίο. Του πρότειναν να πάει σε κάποια άλλα νεότερα με περισσότερες ανέσεις, αλλά δεν δέχτηκε. Θεωρούσε τον εαυτό του ταυτισμένο με το «Αργώ Ελλάς».
-Εγώ Μιχάλη από όλα τα πράγματα του κόσμου πιο πολύ αγαπώ την κορούλα μου την Βαγγελίτσα. Τώρα είναι πέντε χρονών, την έχω δει δύο φορές μέχρι τώρα, γι’ αυτό και την αγαπώ τόσο πολύ. Δεύτερη στη σειρά είναι η γυναίκα μου και τρίτο το καράβι μας το «Αργώ Ελλάς», που μας δίνει το ψωμί που τρώμε. Μην νομίζεις ότι το καράβι είναι του Καρρά. Είναι δικό μου, αφού εγώ το κυβερνώ, εγώ κουβεντιάζω μαζί του, κάνει ότι του πω, του δίνω ότι μου ζητήσει. Είναι μια παράξενη σχέση που δεν μπορεί να την καταλάβει ο κάθε ένας. Εσύ θα την καταλάβεις την πρώτη κιόλας ημέρα που θα πλοιαρχεύσεις και κάθε μέρα που θα περνά θα την ζεις και θα την βιώνεις περισσότερο.
-Κύριε Πλοίαρχε το βλέπω κάπως παράξενο. Τί σχέση μπορεί να έχει ένας άνθρωπος που έχει ψυχή και μυαλό, με κάτι το άψυχο όπως είναι ένα πλοίο;
-Ποιός το λέει αυτό. Να μην το ξαναπείς Μιχάλη. Τ ο πλοίο έχει ψυχή. Οι Άγγλοι που έχουν ναυτική παράδοση δεν λένε «το πλοίο the ship» αλλά «η πλοίο she ship». Πρέπει όμως να το αγαπάς για να το νοιώσεις. Κάνει ότι του λες, αλλά και αυτό σου ζητά να του κάνεις και να του δώσεις. Έχει και αυτό τις απαιτήσεις του. Το ρωτάς και σου απαντά , υπάρχει διάλογος μεταξύ του καλού καπετάνιου και του πλοίου και αλλοίμονο στο πλήρωμα και στο πλοίο εάν σταματήσει αυτός ο διάλογος. Τότε να περιμένεις και το ατύχημα. Σε λίγο έφυγε ο Πλοίαρχος για το γραφείο του, και εγώ με τους δύο ναύτες τιμονιέρη και οπτήρα, συνεχίσαμε μέχρι να τελειώσει η τετράωρη βάρδια μας. Ο καιρός καλός αν εξαιρέσεις το τσουχτερό κρύο, αφού είχαμε ανέβει σχεδόν μέχρι τα νησιά Αλεούτιαν. Ο Ειρηνικός δεν έχει παγόβουνα, γιατί αυτά τα νησιά λειτουργούν σαν φράγμα και δεν τους επιτρέπουν να κατέβουν νοτιότερα. Την επομένη περάσαμε τον μεσημβρινό 180, που ταυτίζεται με την διεθνή γραμμή αλλαγής ημερομηνίας. Περάσαμε Παρασκευή απόγευμα, και την επομένη ξημέρωσε Κυριακή. Το Σάββατο χάθηκε, αφού η πλεύση μας ήταν από Δύση προς Ανατολή. Εάν η πλεύση είναι από Ανατολή προς Δύση, τότε θα είχαμε δύο Παρασκευές. Η Ιαπωνία πλησίαζε μέρα με την ημέρα, και άρχισαν οι προετοιμασίες. Στην Γιοκοχάμα οι περισσότεροι από το πλήρωμα ήταν πράτιγοι, δηλαδή είχαν πάει και ξαναπάει αρκετές φορές. Γνώριζαν τα μπαρ του Χιράνο, και τις κοπέλες μία προς μία. Σε κάθε ταξίδι δύο τουλάχιστον μισθοί, πολλές φορές τρεις η και παραπάνω έπρεπε να κατατεθούν στην Γιόκο, στην Κάκουκο, στη Χιρόκο στην Μάκο και σε τόσες άλλες Γιαπωνεζούλες που με ανυπομονησία περίμεναν τα θύματά τους κάθε βράδυ. Τα ήξερε αυτά ο Πλοίαρχος, αλλά συνήθως δεν επενέβαινε. Αυτή τη φορά όμως ήταν κατηγορηματικός. Οι δύο παντρεμένοι ναύτες από τους οκτώ που έχει το πλοίο, θα παραμείνουν βατσιμάνηδες (νυχτοφύλακες) καθ’ όλη την παραμονή του πλοίου στο λιμάνι. Οι μισθοί τους εστάλησαν τηλεγραφικώς στις γυναίκες τους και δεν θα τους δοθεί ούτε δολάριο μέχρι το πλοίο να φύγει από την Ιαπωνία…