Νέοι Συνεταιρισμοί και το φωτεινό παράδειγμα της Ιεράπετρας
Γιατί δεν έχουν κυριαρχήσει στις παγκόσμιες αγορές τα εξαιρετικά προϊόντα της ελληνικής γης; Γιατί δεν καταναλώνουν όλοι τα υπέροχα ελληνικά ροδάκινα, ας πούμε;
Γιατί δεν έχουν όλα τα τραπέζια του κόσμου το καταπληκτικό ελληνικό ελαιόλαδο; Μήπως υπάρχει μια χαμένη ευκαιρία εδώ; Μήπως ο ελληνικός αγροδιατροφικός τομέας δεν εκμεταλλεύεται τα πλεονεκτήματά του όπως θα μπορούσε;
Η σημασία του πρωτογενούς τομέα στην ελληνική οικονομία είναι μεγαλύτερη από ό,τι στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. Ωστόσο ο τομέας αυτός εξακολουθεί να μαστίζεται από πολύ χαμηλή παραγωγικότητα και μικρή διείσδυση σε ξένες αγορές.
Γιατί συμβαίνει αυτό και πώς θα μπορούσε η χώρα μας να διεκδικήσει μια καλύτερη θέση στην παγκόσμια αγροδιατροφική αγορά;
Η νέα έρευνα της διαΝΕΟσις αναλύει ακριβώς αυτό το θέμα. Ομάδα ερευνητών, αναλύει τα μοντέλα συνεργατικότητας στον ελληνικό πρωτογενή τομέα, τεκμηριώνει τα αίτια της κατάρρευσής τους, αποτυπώνει τη νομοθετική και θεσμική πραγματικότητα στη χώρα μας, και συντάσσει ένα λεπτομερές σχέδιο μεταρρυθμίσεων που θα οδηγήσει στη θεραπεία των παθογενειών που μαστίζουν τον χώρο, και θα επιτρέψουν σε υγιείς, νέου τύπου συνεργατικές δομές να αναπτυχθούν και να γίνουν ανταγωνιστικές διεθνώς.
Η νέα έρευνα προδιαγράφει το πώς πρέπει τέτοια σχήματα να θωρακιστούν θεσμικά, και πώς άλλοι φιλόδοξοι και διορατικοί παραγωγοί θα αποκτήσουν κίνητρα για να συνεργαστούν και να αναπτυχθούν μέσα σε μεγαλύτερες, πιο ανταγωνιστικές συνεργατικές δομές.
Αν κάποιος θέλει να αναζητήσει μία απλή εξήγηση για την έλλειψη ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος της ελληνικής αγροτικής παραγωγής, μπορεί να κοιτάξει στο μέγεθος. Στην Ελλάδα οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις είναι πολύ μικρές. Ο μέσος κλήρος είναι μόλις 68 στρέμματα, σχεδόν το 1/3 από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (161 στρέμματα), ενώ περισσότερες από τις μισές εκμεταλλεύσεις έχουν μέγεθος μικρότερο από 20 στρέμματα.
"Το μέγεθος στον αγροδιατροφικό τομέα είναι τόσο μικρό", γράφουν οι ερευνητές, "ώστε να καθιστά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα τη μεγάλη πλειοψηφία των ελληνικών μονάδων μη ανταγωνιστικές σε ό,τι αφορά τις εξαγωγές και, γενικότερα, τα διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα του αγροδιατροφικού τομέα". Κι αυτό δεν αφορά μόνο τους αγρότες, αλλά και τον κρίσιμο τομέα της μεταποίησης.
Το 95% των περίπου 17 χιλιάδων επιχειρήσεων στον τομέα των τροφίμων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα έχουν λιγότερους από 10 υπαλλήλους. Το 2015 στη χώρα μας μόνο 27 επιχειρήσεις που μεταποιούν προϊόντα του πρωτογενούς τομέα είχαν πωλήσεις άνω των 100 εκατομμυρίων ευρώ. Ούτε μία -συμπεριλαμβανομένων και των θυγατρικών πολυεθνικών στην Ελλάδα- δεν είχε πωλήσεις άνω των €500 εκατ.
Αυτό δεν έχει συμβεί τυχαία. Για πολλούς Έλληνες αγρότες το μικρό μέγεθος είναι επιλογή, καθώς τους εξασφαλίζει πρόσβαση στη "μαύρη" οικονομία. Εξάλλου, το οικογενειακό δίκαιο, η ιδιοκτησιακή κουλτούρα και γενικότερα η οικονομική μας ιστορία δεν έχουν διευκολύνει τις συνεργασίες και τις συγχωνεύσεις.
Μέχρι πρόσφατα, στις εποχές των μεγάλων επιδοτήσεων και των κρατικών παρεμβάσεων στους προβληματικούς ελληνικούς συνεταιρισμούς, οι Έλληνες αγρότες δεν είχαν ιδιαίτερα κίνητρα να αναπτύξουν εξωστρεφείς στρατηγικές ή να αναζητήσουν συμμαχίες.
Βεβαίως, τόσο μικρές επιχειρήσεις είναι εξαιρετικά δύσκολο να είναι ανταγωνιστικές σε διεθνείς αγορές, να βρουν συνεργάτες στον τομέα της μεταποίησης ή πρόσβαση σε δίκτυα διανομής, ή και να επενδύσουν σε marketing ή σε καινοτομία. Έτσι ο πρωτογενής τομέας στη χώρα μας αποδίδει σε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά στρέμμα περίπου 60% λιγότερο από ό,τι ο αντίστοιχος τομέας στην Ιταλία, για παράδειγμα.

Σύμφωνα με την έρευνα, η ανάπτυξη μονάδων συνεργατικότητας στον πρωτογενή τομέα σήμερα είναι απόλυτη ανάγκη. Μάλιστα οι ερευνητές τονίζουν πως αυτές οι μονάδες δεν πρόκειται να εμφανιστούν μόνες τους ή υπό την πίεση των αναγκών της αγοράς, για μια σειρά από αίτια που έχουν να κάνουν και με τις καθόλου γόνιμες οικονομικές συνθήκες που επικρατούν σε μια χώρα μετά από δέκα χρόνια κρίσης.
Τι είναι, όμως, οι "συνεταιρισμοί" και γιατί είναι μια χρήσιμη μορφή οργάνωσης για κλάδους της οικονομίας όπως ο πρωτογενής τομέας; Σύμφωνα με τον ευρέως αποδεκτό ορισμό, "συνεταιρισμός είναι μια αυτόνομη ένωση προσώπων που συγκροτείται εθελοντικά για την αντιμετώπιση των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών και επιδιώξεών τους, διαμέσου μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης". Πρόκειται για μια εξαιρετικά επιτυχημένη μορφή οικονομικής σύμπραξης. Παγκοσμίως, οι συνεταιρισμοί που υπάρχουν αριθμούν πάνω από ένα δισεκατομμύριο μέλη και απασχολούν περίπου 279 εκατομμύρια εργαζόμενους. Οι 300 μεγαλύτεροι συνεταιρισμοί παγκοσμίως -το 1/3 των οποίων είναι αγροτικοί- έχουν ετήσιο τζίρο της τάξης των $2,02 τρισ. ετησίως.
Στη χώρα μας το "δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι" κατοχυρώθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα του 1864. Ο πρώτος συνεταιρισμός, ο "Μετοχικός Γεωργικός Σύλλογος Αλμυρού" ιδρύθηκε το 1900 και πρώτος νόμος που όρισε την υιοθέτηση του συνεταιριστικού θεσμού από το κράτος πέρασε το 1915. Εκείνη τη χρονιά στην Ελλάδα υπήρχαν 150 αγροτικοί συνεταιρισμοί -μόλις 14 χρόνια αργότερα είχαν φτάσει τους 5.186. Ως εξαιρετικά επιτυχημένο μοντέλο, όμως, δεν άργησε να προσελκύσει και πολιτικές παρεμβάσεις, ξεκινώντας από τη δεκαετία του ’30 κιόλας. Κι αυτή ήταν η αρχή του τέλους τους.
Όπως πολλοί θυμούνται, οι συνεταιρισμοί μετατράπηκαν σε κανονικό, ενεργό μέλος του πολιτικού συστήματος τη δεκαετία του ’80, μετά από μια σειρά νομοθετικών παρεμβάσεων που έμπλεκαν τα πολιτικά κόμματα και τους μηχανισμούς τους στη διοίκηση αυτών των οργανισμών. Οι συνεταιρισμοί έγιναν πρωτίστως μηχανισμοί παραγωγής ψήφων και όχι υγιείς επιχειρηματικές προσπάθειες. Η αναπόφευκτη συνέπεια ήταν η συσσώρευση γιγάντιων χρεών, που με τη σειρά της οδήγησε σε ακόμα περισσότερες πολιτικές παρεμβάσεις για τη ρύθμισή τους. Για κάποιες από τις πιο εξωφρενικές περιπτώσεις, μάλιστα (όπως τη στήριξη της γαλακτοκομικής συνεταιριστικής οργάνωσης ΑΓΝΟ, με πρόφαση την καταστροφή του πυρηνικού εργοστασίου Τσερνομπίλ), η Ελλάδα καταδικάστηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτή η στρεβλή κατάσταση οδήγησε αναπόφευκτα στην κακοδιοίκηση και, τελικά, στην αναποτελεσματικότητα και στην κατάρρευση.
Το 2000 στη χώρα μας υπήρχαν τυπικά σχεδόν 6.500 συνεταιρισμοί οι οποίοι είχαν σχεδόν 750.000 μέλη, αλλά απασχολούσαν λιγότερους από 10.000 εργαζόμενους. Η συντριπτική πλειοψηφία, όπως αντιλαμβάνεται κανείς, ήταν πρακτικά ανενεργοί ή και εικονικοί. Όταν το 2011 άρχισε η σύνταξη του σχετικού Μητρώου (μια μνημονιακή υποχρέωση) και το υπουργείο Γεωργίας έστειλε ένα ερωτηματολόγιο στους ελληνικούς συνεταιρισμούς, μάθαμε ότι λιγότερο από το ένα πέμπτο είχαν έστω και υποτυπώδη οικονομική παρουσία.
Βεβαίως, ακόμα και μέσα σε αυτό το κλίμα υπήρχαν και φωτεινά παραδείγματα, όπως η Venus και η ΑΛΜΜΕ στα κονσερβοποιημένα φρούτα, ή η Ελαιουργική και η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Λέσβου στο ελαιόλαδο.
Ευτυχώς όμως περιγράφονται και εξαιρετικά φιλόδοξες και ελπιδοφόρες προσπάθειες. Ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Ανατολή στην Ιεράπετρα, για παράδειγμα, που έχει 200 μέλη, είναι κερδοφόρος, έχει ελάχιστο τραπεζικό δανεισμό, διαχειρίζεται 1.200 στρέμματα θερμοκηπιακών καλλιεργειών και τυποποιεί και εξάγει τα προϊόντα του (ντομάτα, πιπεριά, αγγούρι και μελιτζάνα). Η επίσης κερδοφόρα ομάδα παραγωγών Ζευς στην Πιερία αριθμεί 350 μέλη, παράγει ακτινίδια, δαμάσκηνα και απύρηνα σταφύλια (τα οποία εξάγει σε ποσοστό 100%) και είναι μία από τις ελάχιστες επιχειρήσεις του είδους που επενδύουν σε έρευνα, αναπτύσσοντας σε συνεργασία με έναν Ιταλό παραγωγό νέες ποικιλίες ακτινιδίων. Η δε Ένωση Συνεταιρισμών Θηραϊκών Προϊόντων Santo, που ιδρύθηκε το 1947, διαθέτει 1.200 μέλη, σύγχρονες εγκαταστάσεις (το οινοποιείο SantoWines χωρητικότητας 4.000 τόνων, εργοστάσιο επεξεργασίας για το τοματάκι Σαντορίνης, και το Κέντρο Οινοτουρισμού SantoWines το οποίο επισκέπτονται 400.000 επισκέπτες το χρόνο, και όπου φιλοξενούνται ακόμη και γάμοι) και παράγει μια σειρά από διάσημα τοπικά προϊόντα όπως η φάβα, το τοματάκι, η κάπαρη και φυσικά το κρασί.
Αλλά η γενική εικόνα είναι αρνητική. Οι περισσότεροι ελληνικοί συνεταιρισμοί, με την ώς τώρα λειτουργία τους, απέτυχαν παταγωδώς στον σκοπό τους. Είναι χαρακτηριστικό ένα στατιστικό στοιχείο από το 1997: Τότε ο τζίρος ανά συνεταιρισμό στην Ισπανία ήταν 1,4 εκατομμύρια ECU. Στην Ολλανδία ήταν 165 εκατομμύρια ECU. Και στην Ελλάδα; Στην Ελλάδα ήταν 100 χιλιάδες ECU ανά συνεταιρισμό.
Ο τέως υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Βαγγέλης Αποστόλου το έθεσε ως εξής το 2017 στη Βουλή: "Από τους 6.500 συνεταιρισμούς, τις 137 Ενώσεις, τις 100 ΑΕ, τις 100 κεντρικές ενώσεις με διάφορες επωνυμίες, πόσοι σήμερα υπάρχουν; Μόνον 20 είναι οικονομικά βιώσιμοι. Αυτούς, όπως και μερικούς άλλους που δεν ξεπερνούν τους 50, να τους κρατήσουμε, να τους βοηθήσουμε. Για τους άλλους όμως τι να κάνουμε;"
Όλοι αυτοί οι χιλιάδες αποτυχημένοι συνεταιρισμοί έχουν καταλήξει μετά από όλα αυτά τα χρόνια να χρωστούν το ιλιγγιώδες ποσό των 2,4 δισ. ευρώ σε τράπεζες, στο δημόσιο, στα ασφαλιστικά ταμεία και, βεβαίως, στα πρόστιμα που η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιβάλλει να εισπράξει από αυτούς το κράτος εξαιτίας των παράνομων ενισχύσεων που κατά καιρούς τους προσέφερε.
Οι συνέπειες της κατάρρευσης αυτών των συνεταιρισμών δεν περιορίζονται στα ανείσπρακτα χρέη, δυστυχώς. Όλα αυτά τα χρόνια πολλοί συνεταιρισμοί είχαν αποκτήσει πολύτιμες υποδομές -κυρίως από συγχρηματοδοτούμενα έργα- οι οποίες κυριολεκτικά καταρρέουν ανεκμετάλλευτες. Ένα παράδειγμα είναι οι εγκαταστάσεις του ΕΑΣ Πιερίας που περιλάμβαναν ψυκτικούς χώρους χωρητικότητας 10.000 τόνων και ένα από τα μεγαλύτερα διαλογητήρια φρούτων στην Ελλάδα. Οι υποδομές αυτές κινδυνεύουν από το 2013 που ο συνεταιρισμός μπήκε σε καθεστώς εκκαθάρισης εξαιτίας χρεών ύψους 15 εκατ. ευρώ. "Ταξιδεύοντας στην ύπαιθρο", γράφουν οι ερευνητές, "ο ταξιδιώτης βλέπει τα κουφάρια των εγκαταστάσεων των άλλοτε κραταιών συνεταιρισμών στη μεγάλη τους πλειοψηφία εγκαταλελειμμένα και αναξιοποίητα".

Ακόμα σημαντικότερο πρόβλημα που προκάλεσε η στρεβλή ανάπτυξη των συνεταιρισμών στη χώρα μας, όμως, είναι το ότι ενθάρρυνε τη στροφή των αγροτών σε παράνομες μορφές εμπορίας. Η κακοδιαχείριση των συνεταιρισμών εξαφάνισε τις ωφέλειες της συμμετοχής σε αυτούς για τους παραγωγούς -αλλά και την εμπιστοσύνη τους σε συνεργατικά σχήματα εν γένει-, και η ολοκληρωτική τους κατάρρευση, σε συνδυασμό με την αύξηση της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών των αγροτών, αλλά και την πολύ μεγάλη αύξηση του ΦΠΑ στα επεξεργασμένα τρόφιμα, ώθησαν τους παραγωγούς στη φοροδιαφυγή και στο παραεμπόριο.
Την περίοδο 2004-2005 το ποσοστό του αδήλωτου εισοδήματος στον αγροτικό τομέα υπολογιζόταν στο 53%. Το σύνολο των δηλωθέντων αγροτικών εισοδημάτων για το 2017, δε, παραμένει πάρα πολύ χαμηλό: μόλις 1,39 δισ. ευρώ. Το 93,6% όσων δηλώνουν αγροτικά εισοδήματα δηλώνουν ετήσιο εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο όριο. Μόνο 5.000 αγρότες στην Ελλάδα δηλώνουν ετήσια εισοδήματα από αγροτική δραστηριότητα άνω των 20.000 ευρώ.
Παρ’ όλα αυτά, ο πρωτογενής τομέας και η βιομηχανία τροφίμων και ποτών επέδειξαν εξαιρετική αντοχή μέσα στην κρίση. Κάποιοι πυρήνες συνεργατισμού -μερικούς εκ των οποίων αναφέραμε παραπάνω- επιβίωσαν και άντεξαν "όχι μόνο στην κρίση", όπως γράφουν οι ερευνητές, "αλλά και στον μαζικό εκμαυλισμό που προηγήθηκε". Αποτελούν αιτία αισιοδοξίας για την επόμενη ημέρα.
Στη χώρα μας τα τελευταία 104 χρόνια ο νόμος για τους συνεταιρισμούς έχει αλλάξει επτά φορές και έχει υποστεί περίπου 950 τροποποιήσεις (για την ιστορία, νέοι νόμοι πέρασαν το 1915, το 1979, το 1985, το 1986, το 1993, το 2000, το 2011 και το 2016). Μπορεί στο πλαίσιο του γενικότερου προβλήματος της πολυνομίας (για το οποίο έχουμε γράψει εκτενώς) να μοιάζουν λίγοι, αλλά δεν είναι. Σκεφτείτε ότι στη Γερμανία λίγο-πολύ ισχύει ακόμα ο νόμος περί συνεταιρισμών που απέκτησε η χώρα το 1889.
Ο τελευταίος δικός μας νόμος, ο 4384/2016, ορίζει πως για να ιδρυθεί ένας αγροτικός συνεταιρισμός στην Ελλάδα χρειάζεται η σύνταξη καταστατικού και η υπογραφή του από τουλάχιστον 20 φυσικά πρόσωπα ή, αν πρόκειται για αλιευτικό συνεταιρισμό ή για συνεταιρισμό παραγωγών αποκλειστικά βιολογικών προϊόντων, από τουλάχιστο 10 φυσικά πρόσωπα. Ο νόμος ορίζει ακόμα και το πώς εγγράφονται νέα μέλη ή πώς αποχωρούν, περιγράφει την υποχρέωση των μελών να παραδίδουν τουλάχιστο το 80% της παραγωγής τους στο συνεταιρισμό, περιγράφει το πώς ορίζεται η συνεταιρική μερίδα και πώς ψηφίζουν τα μέλη, καθώς και την υποχρέωση των συνεταιρισμών να εγγράφονται στο ηλεκτρονικό Εθνικό Μητρώο, το αδέξια ονοματισμένο "ΕΜΑΣαΣΦ", μεταξύ πολλών άλλων.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, ο νόμος αυτός "είναι προβληματικός σε διάφορα σημεία". Αναφέρουν ως παραδείγματα το ελάχιστο όριο μελών για την ίδρυση συνεταιρισμού (σε άλλες χώρες είναι μικρότερο), περιορισμούς στο δικαίωμα αυτοχρηματοδότησης, υπερβολικά περιοριστικές διατάξεις για τη ρύθμιση του υπολοίπου τυχόν πλεονασμάτων του συνεταιρισμού πέραν της παρακράτησης 10% για το σχηματισμό αποθεματικού, άλλων ρυθμίσεων για τα συγγενικά πρόσωπα, για υποχρεωτικό ορισμό γενικού διευθυντή αν ο κύκλος εργασιών είναι άνω του ενός εκατομμυρίου ευρώ, ή για την απαγόρευση τα μέλη του ΔΣ και του εποπτικού συμβουλίου να αμείβονται, αν ο κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα 10 εκατομμύρια ευρώ.
Πρόκειται για μια σειρά από λεπτομερείς κανόνες που περιορίζουν αρκετά τις διαδικασίες λειτουργίας και λήψης αποφάσεων, οι οποίες θα έπρεπε κανονικά να ορίζονται από το καταστατικό του κάθε οργανισμού, και όχι από τον νόμο.
Τι πρέπει να αλλάξει;
Κάποιες χώρες, όπως η Δανία, δεν έχουν καν ειδικούς νόμους που να ορίζουν λεπτομερώς το πώς πρέπει να λειτουργούν οι συνεταιρισμοί, και παρ’ όλα αυτά έχουν μεγάλους και εξαιρετικά υγιείς συνεταιρισμούς. Στη δική μας χώρα, όπως γράφουν οι ερευνητές, "το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει ειδικό συνεταιριστικό δίκαιο, αλλά πώς θα εξασφαλίσουμε ότι θα υπάρχει σταθερό θεσμικό πλαίσιο που δεν θα αλλάζει κάθε φορά που μια νέα κυβέρνηση θα θέλει να ισχυριστεί ότι δημιούργησε ένα νέο νόμο". Ο νόμος που ισχύει σήμερα, όπως τονίζουν οι ερευνητές, εισήγαγε πολλούς περιορισμούς στη λειτουργία των συνεταιρισμών.
Προτείνουν λοιπόν την επιστροφή σε ένα νόμο που να μοιάζει περισσότερο με τον 2810/2000,ένα "νόμο-πλαίσιο" που θα δίνει στα μέλη των συνεταιρισμών τη δυνατότητα να επιλέγουν τα ίδια την εσωτερική τους οργάνωση και την επιχειρησιακή τους κατεύθυνση, από το πόσα μέλη επιτρέπεται να έχουν και από πού θα μπορούν να προέρχονται τα κεφάλαιά τους, μέχρι το πόσες ψήφους μπορεί να έχει το κάθε μέλος και τους κανόνες που ορίζουν τη σχέση του μέλους με τον συνεταιρισμό.
Θα πρέπει να επιβάλλει τη δημοσίευση των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων στην υπηρεσία της διαφάνειας και για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των παραγωγών (ένα θέμα που πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα), και να παρέχει επαρκή κίνητρα για τη συμμετοχή σε συνεργατικά σχήματα, όπως η κατάργηση της προκαταβολής φόρου εισοδήματος με την είσοδο σε ένα συνεργατικό σχήμα, ή η προνομιακή πρόσβαση σε επιδοτήσεις του προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης και σε προγράμματα συμβολαιακής γεωργίας.
Η έρευνα καταλήγει σε μια πλήρη και αναλυτική αποτύπωση των αλλαγών που πρέπει να γίνουν στο θεσμικό πλαίσιο, ώστε να δοθούν νέα κίνητρα για τη δημιουργία μεγαλύτερων υγιών συνεργατικών δομών:
Δείτε αναλυτικά τα αποτελέσματα της έρευνας εδώ: