Μια ταχινή στο Λούβρο!!!
Ένα εξαιρετικό-πνευματώδες κείμενο-γραμμένο στην κρητική ντοπιολαλιά
Γράφει η Έφη Μιχελάκη*
Ο ζόρες ήτονε να φουκαρώσω μέσα στο Μουσείο, κι απής τα κατάφερα, επόμεινα με τσ’ ώρες ποχασκωμένη να ξανοίγω ζερβά και δεξά μου, κι απάνω και κάτω.
Εποθάμαξά τζοι αναθεμάτζοι!!
Τα ίντα δεν έχουνε ανεμαζωμένα εκειά μέσα!!
Κι όλα κλεψιμέϊκα..!!
Ε καλά, έχουνε και μια πάρτε δικά ντως, αλλά αν ελείπανε τα ξένα, διάλε στον ένα απού ’θελα πηγαίνει να ξανοίγει τσοι χρυσούς θρόνους, τα νταβάνια, τσοι καθέκλες τως κι ούλη τη ματαιοδοξία τω κουτόφραγκων.
Δε λέω, έχουνε κι αυτοί να δείξουνε πολύ πράμα, πλούσια τα ελέη ντως. Ντα εκόντεψα να τρεζαθώ με τσοι πίνακες και την εραιότητα ντως στσοι πινακοθήκες ντως.!
Ήντα τα θέλανε το λοιπόν τα κλεψιμέϊκα; Αφού ούλο το Παρίσι ένα μουσείο το χουνε!!
Δεν είχανε βέβαια αρχαιότητες, κι ετσά επήγανε κι επήρανε των αλλονώ αθρώπω τα αρχαία, να τα δείχνουνε εδά και να κορδώνουντε. .
Τη βόλιτα ετουτηνά την είχα ταμένη στην εαυτή μου, γιατί είχα σκοπό να σμίξω δυό κοντοχωριανές μου απου στεκουλίζουνε εκειά κοντά δυό αιώνες: Την Αφροδίτη απ’ τη Μήλο και την Νίκη απ’ τη Σαμοθράκη. Νησιωτοπούλες κι οι δυο, μα δεν ήτονε εκειά αμοναχές τως. Έχουνε και μπόλικο Ελληνικό παρεάκι, το 30% του Λούβρου είναι εδικό μας!!
Γροικάτε;
Κι είχα κι έναν άλλο λόγο απού ήρθα επαδέ και θα σας τονέ πω πχια ύστερα. Έχομε κι επαέ να κάμομε, κι εδά πάμε και ξανοίγομε το έχη μας σα τσοι μουσαφίρηδες!
Μα ούτε μουσαφίρηδες δε λογούμαστε, γιατί επαέ φαΐ δεν έχει, και πλερώνεις για να μπεις μέσα!
Μ’ έβαλε και μένα ο διάολος να καλικωθώ ένα ζευγάρι γόβες ψιλοντάκουνες (για την επισημότητα τση συνάντησης) απου τσοι ’χα πουσουνισμένες στο γάμο τ’ αδερφού μου, κι απο τοτεσάς δε τσοι ’χα ξαναβαρμένες και, έμου εκαϊναντήσανε τα πόδια μου απ’ την ορθοστασία ετόσεσάς ώρες, έμου επριστήκανε και εκάμανε φουσκάλες απ’ το στένεμα τω παπουτσώ.
Κι ετσά ήφησα στην άκρα τσοι εντροπές, και ήβγαλα τα πασούμια και τα κράτουνα παραμάσκαλα.
Με ξανοίγανε ή όχι, το ίδιο μου ’κανε εμένα.
Στην ουρά απόξω, δεν επερίμενα πολυώρα ευτυχώς κι ας μην είχα πουσουνισμένο ειστήριο απο πριν. Εκειά στην είσοδο είχανε τη παντέρμη μια τζαμαρία - θόλο που ανέ την είχανε στα θερμοκήπια στο Τυμπάκι, θελα βγάνουνε τ’ αγγουράκια στσοι 15 μέρες απάνω!! Επλέρωσα το ειστήριο αφού τως είπα παλι εκειά κάμποσα βλαστημίδια, ζαλισμένη όπως ήμουνε κιόλας από κάτι σκάλες που τσοι ’χανε εκειά κι ήπρεπε να αγλακάς για να καταφέρεις να ανεβείς απάνω.
Ε το παντέρμο χτήρι!!
Στσοι όχθες του Σηκουάνα, παλάτι το χανε πριν να ντακάρουνε να κλέβουνε το πλούτο των αλλονώ, με ορόφους, επίπεδα, ζωγραφιστά νταβάνια, πτέρυγες, θαρρώ τρείς σε κάθε όροφο!
Ντα μούδε δε θυμούμαι που επήγαινα κι ήντα θώρρουνα απ τη ζάλη, τη κεφαλαριά, και το χιαρχιντισμό απού είχανε όλοι εκειά μέσα να γλακούνε απάνω κάτω!
Ορισμένοι τουρίστες, Γιαπωνέζοι μάλιστας, επέφτανε κι απάνω μου στο ζόρε ντως να γλακούνε να τα φωτογραφίσουνε όλα!!
Ήδωκα μιας Γιαπωνέζας ενα κατακεφαλίδι απού εντιντίνησε η κεφαλή τζη.! Λέω πως θα το θυμάται κι ακόμη το χτυπαρίδι εκειονά! Ας είναι..
Εγώ είχα ένα και μοναδικό προορισμό. Να βρω τα δικά μας… Την εδική μας κλεμμένη ιστορία!
Δρόμο - δρόμο βέβαια εχάθηκα. Ντα πως να μη χαθείς εκειά μέσα;; Δαιδαλώδεις διαδρόμοι κι ανεκατωσούρα. Οι πχιά πολλοί εφορούσανε ακουστικά για ξενάγηση, γη κλουθούσανε ενούς απού εχαλιχούτιζε μα μόνο στα Γαλλικά.. Άλλοι πάλι εκρατούσανε χάρτες που κι αυτοί ήτονε γραμμένοι στα Γαλλικά. Δεν είχα διάφορο και με τσοι χάρτες τως.
Να μη σας τα πολυλέω, κοντά στσοι δυό ώρες εγύριζα στσοι διαδρόμους και πουθενά Ελληνικά! Μούδε στην είσοδο στο καλοσώρισμα!
Παρόλο απού το ’γραφε τολάϊστο σε 20 γλώσσες.
Μια κοπανιάς εξετρύπωξα στσοι αίθουσες με τα εκθέματα απ’ την Αίγυπτο. Κατά λάθος βέβαια εβρέθηκα επαέ, μα ήτονε τα παντέρμα κι αυτά εστόσονά όμορφα που επόμεινα να τα καμαρώνω!
Σαρκοφάγοι, Λάρνακες, γλυπτά, τα Φαγιούμ, οι νόμοι του Χαμουραμπί, μούμιες. Λέω πως τως τα πήρανε όλα!!
Ανέ μπορούσανε ’θελα ’χουνε κλεμμένες και τσοι πυραμίδες τως, μα τσοι μολάρανε στο τόπο γιατί δε μπορούσανε να τσοι φορτώσουνε ποθές!
Παντού φύλακες, μέτρα ασφαλείας και κοπέλια να γλακούνε πάνω-κάτω και να σκληρίζουνε.
Απογοητευμένη εγώ πως θα κλείσει το Μουσείο και δε ’θελα δω τα δικά μας, εντάκαρα να ξανοίγω τσοι αθρώπους εκειά μέσα μπας και βρω κανένα δικό μας να με κατατοπίσει και να με πάει στην Ελληνική πτέρυγα. Εξάνοιγα να τσοι βγάλω απ’ τα σουσούμια μα πράμα. Στο τέλος ήβαλα μια δυνατή φωνή «Μωρέ σεις κοπέλια!! Είναι μωρέ κανείς Έλληνας επαδέ;;»!
Ντελόγο ήρθε κοντά μου ένας φύλακας απού εμίλιε Ελληνικά!! Κι όχι μόνο Ελληνικά, μόνο Κρητικά κιόλας!!
Προς μεγάλη μου τύχη, ο άθρωπος ήτονε απ’ τη Κάσο, ο Μανώλης, φύλακας επαέ στο Λούβρο κοντά δυο δεκαετίες.
Ήτονε απόγονος Τουρκοκρητικών, απ’ αυτούς που φύγανε για τα Δωδεκάνησα πριν την ανταλλαγή του 1923.
Αφού εδώσαμε γνώρα, τονέ ρώτηξα πώς εβρέθηκε αυτός επαέ στο Λούβρο φύλακας.
- Με μέσο εμπήκα επί Μιτεράν, μου λέει αυτός.
- Ντα βάνουνε μωρέ Μανώλη κι επαέ στη Γαλλία μέσο;; Εθάρρουνα πως ήτονε μόνο δικό μας μπανταξιλίκι ετουτονά!!
- Κι αμέ δε βάνουνε, μου λέει αυτός, ετουτονά το τεχναλάκι το ’μαθε ο Παπανδρέους ο δικός μας του Μιτεράν!!
Χα χα... Ελέγαμε και γελούσαμε αναμεταξύ μας.
Ήδειξε μου ο άθρωπος το δρόμο για τα Ελληνικά, κι αγκαλιαστήκαμε και αποχαιρετηχτήκαμε κιόλας.
Μόλις αντίκρυσα τη Νίκη μας απ’ τη Σαμοθράκη εκειά εστάθηκε ο νους μου!!
Και την Αφροδίτη απ’ τη Μήλο και το ένα και το άλλο..
Εγύριζα με τσοι ώρες τσοι αίθουσες με τα Αρχαιοελληνικά μας, τα γλυπτά, τα αγγεία, τ’ αγάλματα, την Καρυάτιδα!
Ετοτεσάς εκειά που ήστεκα, ήρθε κι εστάθηκε ομπρός μου μια ντιρέκα κοντά δυο μέτρα, και δεν εθώρουνα πράμα!!
Μα τση παιξα ένα κλωτσίδι με μπλοζόν και τηνε φκέρεσα χάμαι.
Αυτή σηκώθηκε αρπαμένη, μα μόλις είδε το «εσχατολογικό» βλέμμα μου δεν είπε μήδε λέξη και επήγε κι εστάθηκε πέρα πέρα.
Σχεδόν χωρίς εμιλιά, με θαυμασμό, ντροπή και θυμό περιπλανιόμουν ανάμεσα στσοι ομορφιές μας.
Όξω από τσοι πίνακες ζωγραφικής, και τα δικά ντως απού είναι όλα μετά το 17ο αιώνα, με ξένο κώλο κορδώνουνται οι Γάλλοι..
Με ξένο οι κερατάδες!! σκεφτόμουνε κι ήλεγα συντουνούς μου.
Μας σε κατηγορούνε και μας σε κοροϊδεύγουνε πως δεν είμαστε πολιτισμένοι εμείς οι Έλληνες, μα θωρρώ ντονε εγώ το δικό σας πολιτισμό που στηρίζεται στην απάτη και στο νόμο του κέρδους... ξανάλεγα αμοναχή μου.
Εθελοτυφλείτε ούλοι σας, κι ο λαός σας όταν πρόκειται για τη δική σας προβολή.
Και πουθενά βέβαια στα εκθέματα ελληνική γλώσσα στα νταμπελάκια, που οι διαόλοι να σας σε πάρουνε!! Ούτε καν στα δικά μας!!
" Βικτουάρ ντε λα Σαμοτράς, Καριατίντ" ...κι άλλες τέθοιες ανοσθειές, αυτά γράφουνε.
Καημένη μου πατρίδα, εξάνοιγα και σκεφτόμουνε, καραβιές ολόκληρες εφεύγανε τα αρχαία απ’ τα σπλάχνα σου, αγάλματα νομίσματα, αμφορείς, τα περισσότερα το καιρό απού ήμαστονε χωργιό με δίχως σκύλο.
Εντακάρανε οι τουρίστες να πορίζουνε όξω πατούλιες πατούλιες κι αγλακιχτοί, σημάδι πως ήτονε μπλιό ώρα να κλείσει ο Λούβρος.
Κι ετοτεσάς είδα ομπρός μου τα εκθέματα απ’ το τόπο μου, απ’ τη Μεσσαρά κι απ’ τη Κρήτη!!
Λάρνακες, πήλινοι κρατήρες, ρυτά, και ζωόμορφα αγγεία!!


Εσοτρεζάθηκα!!
Μήδε σκοινιά δε με κρατούσανε ετοτεσάς…
Άπλωσα τη χέρα μου και πήρα αγκαλιά ένα ζωόμορφο αγγειάκι μ’ ενα Κρητικό ιχνηλάτη.!
Εστόσηνα ομορφιά που με πήρανε τα κλάϊματα.!
Ντελόγο εχυθήκανε απάνω μου δυο-τρείς φύλακες από γύρου γύρου και μια χελιά πουτάνα Γαλλίδα εξάνοιγε να μου πάρει απ’ τα χέργια το σκύλο.
- Ασε κάτω το κουλούκι μωρή αλουσά μη το σπάσεις!! Μα δε σας το κλέβω!! Τση λέω εγώ για μιάς.
Επαλεύγαμε κι εκοιλιούμαστε χάμαι κάμποση ώρα, μέχρι κι ήκουσε τη τραβάγια ο Μανώλης ο φύλακας απ’ τη Κάσο, κι ήρθε και με ξεμπέρδεψε απ’ τα χέργια ντως.
Με τρόπο, και δε γατέχω και ήντα άλλα τως είπε εγλύτωσα τα χερότερα.
Καθώς επόριζα απ' το Λούβρο, με ξανοίγανε όλοι οι φύλακες σα το χόντρο..
Μα αντιγύρισα και τως είπα : - Δεν είμαστε μωρέ ούλοι κλέφτες σα και του λόγου σας!!
Εννιά ώρες ήκατσα εκειά μέσα.
Κι οντέν επόριζα είδα τη Νίκη απ’ τη Σαμοθράκη δακρυσμένη.
Το ίδιο βράδυ, εψήσαμε με τη συναδερφή μου τη Γιαννούλα τσ’ ασκολίμπρους απου τση κράτουνα, και τσοι φάγαμε να πάνε οι πίκρες κάτω.
Ώρα σας καλή...
*Η κ. Έφη Μιχελάκη είναι κτηνίατρος