Κοβέσι: ο ΟΠΕΚΕΠΕ έχει καταντήσει ακρωνύμιο της διαφθοράς!
Γράφει ο Μάνος Λαμπράκης
Στους Δελφούς σήμερα η Λάουρα Κοβέσι δεν έκανε εκείνο που τόσο αγαπά το ελληνικό σύστημα: δεν χάιδεψε, δεν υπαινίχθηκε, δεν ψιθύρισε. Μίλησε με τη δυσάρεστη καθαρότητα εκείνου του ευρωπαϊκού λόγου που, όταν δεν έχει εξαγοραστεί από τη διπλωματία των αβροτήτων, ακούγεται σχεδόν προσβλητικός για μια χώρα μαθημένη να μεταφράζει τη θεσμική αταξία σε εθνικό ιδίωμα.
Και όταν μια Ευρωπαία εισαγγελέας δηλώνει, δημοσίως και μέσα στο πιο φωτογενές πεδίο των ελληνικών ελίτ, ότι ο ΟΠΕΚΕΠΕ έχει καταντήσει ακρωνύμιο της διαφθοράς, του νεποτισμού και των πελατειακών σχέσεων, δεν εκφέρει απλώς μια αιχμηρή φράση. Διατυπώνει διάγνωση για την ηθική οργάνωση του ελληνικού κρατισμού.
Αυτό βέβαια που ενόχλησε δεν είναι μόνο η αυστηρότητα της Κοβέσι. Είναι ότι τόλμησε να στερήσει από το ελληνικό πολιτικό προσωπικό το τελευταίο του καταφύγιο: το δικαίωμα να βαφτίζει τη θεσμική εκτροπή «ιδιαιτερότητα», την ατιμωρησία «ευελιξία», το πελατειακό πλέγμα «κοινωνική γνώση του πεδίου».
Επί δεκαετίες ο τόπος αυτός επιβίωσε όχι επειδή θεραπεύτηκε από τις παθογένειές του, αλλά επειδή ανέπτυξε μια ανώτερη ρητορική συγκάλυψής τους. Ένα κράτος όπου σχεδόν τα πάντα μπορούν να συγχωρηθούν, αρκεί να περάσουν πρώτα από το λουτρό της γνωστής εθνικής μελαγχολίας: «έτσι γίνονται αυτά εδώ». Η Κοβέσι ακριβώς αυτό το «εδώ» αρνήθηκε να σεβαστεί. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη βλασφημία της απέναντι στο εγχώριο καθεστώς της συναίνεσης.
Γι’ αυτό και η παρέμβασή της έχει βαρύτερη σημασία από μια ακόμη διεθνή επίπληξη. Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν ακόμη ξένο αξιωματούχο που ήρθε να μας κάνει μάθημα καλής συμπεριφοράς, ώστε έπειτα να δειπνήσει ευγενικά με όσους κατήγγειλε. Έχουμε να κάνουμε με μια θεσμική φωνή που υπενθύμισε κάτι σχεδόν ανυπόφορο για τη μεταπολιτευτική μας αυτάρκεια: ότι ο νόμος, όταν εφαρμόζεται, δεν αναγνωρίζει τις ιερές αγελάδες της ελληνικής κομματοκρατίας.
Δεν συγκινείται από επώνυμα, από τζάκια, από παλιούς μηχανισμούς, από περιφέρειες όπου η ψήφος αγοράζεται με το άγγιγμα του υπουργικού χεριού στον ώμο.
Και κυρίως δεν θεωρεί ότι η υποψία διαφθοράς αποτελεί αναπόφευκτο επαγγελματικό κίνδυνο της πολιτικής, κάτι σαν γραφική παρενέργεια της διακυβέρνησης. Εδώ ακριβώς ο ευρωπαϊκός λόγος ακούγεται σκληρός, επειδή έρχεται να καταργήσει την ελληνική μεταχείριση της διαφθοράς ως εθίμου.
Υπάρχει, βέβαια, και κάτι βαθύτερα κωμικό μέσα σε όλη αυτή τη σκηνή. Η ελληνική άρχουσα τάξη λατρεύει την Ευρώπη όσο η Ευρώπη λειτουργεί ως σκηνικό: σημαίες στο φόντο, πάνελ υψηλού κύρους, αγγλικά με σοβαρό ύφος, badges, διαπιστεύσεις, ασφαλισμένες λέξεις όπως «ανθεκτικότητα», «συμπερίληψη», «βιωσιμότητα», «μετασχηματισμός».
Όταν όμως η Ευρώπη παύει να είναι σκηνικό και εμφανίζεται ως μηχανισμός ελέγχου, τότε ξαφνικά ανακαλύπτεται η εθνική ευαισθησία, η ιδιοσυστασία της έννομης τάξης, η πολιτισμική ιδιαιτερότητα του τόπου, σχεδόν η μεταφυσική μοναδικότητα της ελληνικής παθογένειας.
Με άλλα λόγια: θέλουμε μια Ευρώπη αρκετά ισχυρή για να χρηματοδοτεί, αλλά όχι τόσο ισχυρή ώστε να ερευνά· αρκετά παρούσα για να επικυρώνει, αλλά όχι τόσο παρούσα ώστε να κρίνει.
Η φράση της για την ελληνική πρακτική, ότι εδώ μπορεί κάποιος να επιστρέψει χρήματα και να παραμείνει ελεύθερος, δεν ακούστηκε απλώς ως μομφή. Ακούστηκε ως η βίαιη κατάρρευση μιας ολόκληρης εθνικής αυτοεικόνας, που για χρόνια επένδυσε στην πεποίθηση ότι η θεσμική ατιμωρησία είναι ένα είδος λαϊκής σοφίας, μια ηπιότητα του συστήματος, μια επιεικής εκδοχή της δημοκρατίας.
Αλλά η δημοκρατία δεν είναι το καθεστώς όπου όλοι ξέρουν και κανείς δεν πληρώνει.
Δεν είναι η τέχνη να παραμένει το πολιτικό προσωπικό ποινικά αβαρές και η
κοινωνία ηθικά εξαντλημένη. Αντίθετα, αυτό είναι το ακριβές σημείο όπου η δημοκρατία αδειάζει από περιεχόμενο και μετατρέπεται σε θέαμα διοίκησης, σε μια ευγενική παράσταση νομιμότητας για εσωτερική κατανάλωση και εξωτερική εξαπάτηση.
Έτσι, στους Δελφούς δεν εκτέθηκε μόνο ο ΟΠΕΚΕΠΕ, ούτε μόνο η κυβέρνηση, ούτε μόνο ο συνήθης ελληνικός μηχανισμός αναβολής της λογοδοσίας. Εκτέθηκε κάτι πιο ενοχλητικό: ότι κάτω από τη ρητορική του εκσυγχρονισμού, κάτω από τα συνέδρια, τα policy papers, τις επενδυτικές ευχές και τις φωτογραφίες των σοβαρών ανθρώπων με τα σωστά σακάκια, επιζεί ένας παλιός, χονδροειδής, σχεδόν βαλκανικός πυρήνας εξουσίας, ο οποίος θεωρεί το δημόσιο χρήμα διαχειρίσιμη ομίχλη και τη δικαιοσύνη ζήτημα συσχετισμών.
Η Κοβέσι, με λίγες προτάσεις, έκανε αυτό που αποφεύγει συστηματικά η εγχώρια πολιτική τάξη: αφαίρεσε από το σύστημα το δικαίωμα να αυτοπεριγράφεται με τους δικούς του ευφημισμούς.
Και γι’ αυτό η παρουσία της δεν ήταν μια ακόμα συμμετοχή σε φόρουμ. Ήταν το δυσάρεστο συμβάν μιας αλήθειας που ειπώθηκε μέσα στον ναό της οργανωμένης αυταπάτης.
Υ.Γ. Υπάρχει μια σχεδόν ακατάσχετα ειρωνική διάσταση στο ότι όλα αυτά εκτυλίσσονται στους Δελφούς. Στον τόπο του μέτρου, της αινιγματικής αλήθειας, της τραγικής αυτογνωσίας, στήνεται κάθε χρόνο ένα τεχνοκρατικό προσκύνημα όπου ο ομφαλός της γης μετατρέπεται σε λόμπι ξενοδοχείου με κάρτες εισόδου, corporate χορηγίες και γλώσσα πλαστικοποιημένη μέχρι αφωνίας.
Εκεί όπου άλλοτε ζητούνταν χρησμός, σήμερα παράγεται networking.
Εκεί όπου η σιωπή του τοπίου επέβαλλε δέος, τώρα επιβάλλεται το βουητό της συναλλακτικής ευπρέπειας.
Δεν βεβηλώνουμε πια τους ιερούς τόπους με βαρβαρότητα, αλλά με panels.