«Κατέχω, μωρέ, μα δε σου λέω, φονιά»
Το Βασιλιό το Βερβελάκι το σκοτώσανε και το θάψανε στο λάκκο που το βάλανε κι έσκαψε
Στο χώμα μόνο μια στιγμή ταράχτηκαν οι ρίζες
Ύστερα σκόρπισε ο καπνός κι η μέρα πήε δειλά
Να ξεγελάσει την αντάρα από τα καταχθόνια
Μα η νύχτα ανασηκώθηκε σαν πατημένη οχιά
Μόλις σταμάτησε για λίγο μες τα δόντια ο θάνατος-
Κι ύστερα χάθηκε μεμιάς ως τα χλωμά του νύχια!
Οδυσσέας Ελύτης
Το παρόν σημείωμα δεν προσφέρεται για ανόητες αντιπαραθέσεις με το φαιδρό πρόσχημα της «αναμόχλευσης των παθών», αν και το να προσπαθήσεις να φυλλομετρήσεις τις δίσεκτες αυτές εποχές με τις ιδεολογικές εμμονές, τις προκατασκευασμένες κόντρες και την ακατάσχετη συνωμοσιολογία ασφαλώς «κρύβει» κινδύνους.
Κάποιες φορές, ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να προσπελάσει το ψηλό τείχος της ακατανοησίας. Ένα τέτοιο βάρβαρο τείχος υψώνεται γύρω από ένα γεγονός της 27ης Ιουνίου 1947 που έλαβε χώρα στο Καβούσι της Άνω Βιάννου και αποτελεί μια από τις μελανότερες σελίδες στην ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ένα γεγονός που σημάδεψαν οι συνήθεις ανταγωνιστές, το καλό και το κακό, ο Χριστός και ο Εωσφόρος.
Αν και είναι προκλητικά ευδιάκριτα τόσο αυτά καθαυτά τα γεγονότα όσο και οι πρωταγωνιστές τους, οι συνήθεις παραχαράκτες της ιστορίας φρόντισαν εξαρχής να πετάξουν αρκετή λάσπη, ποντάροντας προφανώς στην αμείλικτη αριθμητική τού χρόνου και στην κόρη του τη λησμονιά. Νόμισαν έτσι οι αφελείς ότι η «αλήθεια» τους θα περνούσε κι ότι η πραγματική αλήθεια θα θαφτεί για πάντα κάτω από τη λασπουριά τους. Όσοι όμως έζησαν άμεσα ή έμμεσα όσα έγιναν στο Καβούσι την 27η Ιουνίου 1947, ανεξάρτητα από τις πολιτικές τους τοποθετήσεις, άλλοι έγιναν λάδι κι άλλοι φλόγα και κράτησαν το καντήλι της αλήθειας – 60 χρόνια μετά – άσβηστο. Στη συνείδηση του κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου και του κάθε αληθινού δημοκράτη η αλήθεια αυτή έγινε νέμεση που απαξίωσε ηθικά δια παντός τους θύτες.
Θεωρούμε ότι σε κάθε αναφορά στον 16χρονο ήρωα Βασίλη Βερβελάκη, οι λέξεις πρέπει να είναι καθαρές, χωρίς τις συνήθεις υπερβολές. Τόσο καθαρές όσο καθαρή ήταν η ψυχή και η καρδιά του.
Θεωρούμε ακόμη ότι οποιαδήποτε αναφορά στους εκτελεστές του θα υποβάθμιζε τον ηρωισμό και τη λεβεντιά τού ήρωα, που λες και κληρονομικώ δικαίω κουβαλούσε μέσα του την πατριωτική φλόγα, την τόλμη και την απόρριψη του εγώ.
Το αφιέρωμα αυτό δεν έχει σκοπό, επαναλαμβάνω, να αναμοχλεύσει τα πάθη μιας σκοτεινής εποχής (όσο κι αν αυτό είναι αναπόφευκτο), αν και το να επισημαίνεις και να θυμάσαι τα λάθη σου με την ψυχραιμία και την καθαρότητα που προσφέρει το πέρασμα έξι ολόκληρων δεκαετιών, είναι πολλαπλά ωφέλιμο:
«Το θέλεις, δεν το θέλεις
κλείσαν με τον καιρό πολλές πληγές.
Και ποιος να δει πώς σέρνονται
βουβά, κάτω απ’ το δέρμα
σαν εσωτερικές αράχνες…».
Τίτος Πατρίκιος
Διότι είναι αδιανόητο και πρέπει να μας προβληματίζει το ότι αμέσως μετά τη μεγαλειώδη αντιστασιακή δράση του λαού μας ενάντια στους κατακτητές που καθόρισε την τύχη ολόκληρης της Ευρώπης, πέσαμε – δυστυχώς – στην παγίδα των πανούργων Εγγλέζων και αλληλοσπαραχθήκαμε. Ο αγγλικός ιμπεριαλισμός ήταν αυτός που εξέθρεψε αυτή την ετερόκλητη, λαίμαργη και ανάπηρη ψυχικά αγέλη και την εκπαίδευσε στο να σκοτώνει, να καταβροχθίζει και να αποπατεί…
Ο εγγλέζικος ιμπεριαλισμός ήταν που στρατώνισε στους μιλιταριστικούς καταυλισμούς του τους θύτες, κάποιοι απ’ τους οποίους ήταν εκκωφαντικά βάρβαροι και άνανδροι και πάνω ακριβώς στην ανανδρία και τη βαρβαρότητά τους σκόνταψε ο Βασίλης, ο ξεχασμένος αυτός ήρωας. Θα πρέπει οι Κρήτες να θεωρούμαστε τυχεροί που δε ζήσαμε τα όσα έζησε η «πάνω Ελλάδα» την ίδια περίοδο, όπου ανάλογης φρίκης γεγονότα ήταν καθημερινή υπόθεση.
Η παγίδα αυτή, ωστόσο, είναι και το μόνο ελαφρυντικό που μπορούμε να αναγνωρίσουμε στους θύτες, οι οποίοι ταυτόχρονα υπήρξαν και θύματα του εγγλέζικου ιμπεριαλισμού, ο οποίος είχε (και έχει) το δόγμα «όταν δεν έχεις εχθρούς, ψάχνεις να βρεις».
Εμείς δε θα ασχοληθούμε με τα γεγονότα. Τα περιγράφει με ιδιαίτερη γλαφυρότητα ο Στέλιος Παπαδομιχελάκης (πού;) και τα εξιστόρησε ο γυμνασιάρχης και αντιστασιακός Λευτέρης Μαστρογιωργάκης στο πρώτο μνημόσυνο του ήρωα που έγινε πριν 20 χρόνια από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Βιάννου.
Εμείς το μόνο χρέος που έχουμε είναι να κλείσουμε τον δρόμο στους παραχαράκτες της ιστορίας, και να μην αφήσουμε τη λήθη να εξαφανίσει ή να μειώσει την προσωπικότητα του ήρωα. Διότι, δυστυχώς, ο ηρωισμός του παλικαριού υποβαθμίστηκε με το φαιδρό αιτιολογικό «που βόλευε», ότι τάχα μου ανήκε στους κομμουνιστές. Όμως, φίλε αναγνώστη, τι ιδεολογικό υπόβαθρο μπορούσε να έχει ένα πάμφτωχο αγράμματο αμούστακο παιδί (όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, ήταν μόλις 9 χρονών) που να προκαλέσει τους παρακρατικούς χασάπηδες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να το εκτελέσουν εν ψυχρώ; Ας είναι…
Το γνωστό δίπολο του κακού και του καλού είναι εκείνο που χαρακτηρίζει και την τραγική αυτή ιστορία. Ο ένας (ο θύτης) γεννημένος (στην κυριολεξία) χασάπης. Ο άλλος γεννημένος Άντρας, που έμελλε να κεντήσει με το αίμα του το ομορφότερο αντιστασιακό εργόχειρο. Μάστορας στο χασαπιλίκι και σχιζοφρενικά εθνικόφρονας ο θύτης. Εραστής της ελευθερίας και της τόλμης ο Βασίλης.
Η ανανδρία και η βαρβαρότητα από τη μια, η φιλευσπλαχνία για τον τραυματισμένο συνάνθρωπο από την άλλη.
Ο αιμοσταγής δραγουμάνος με τα σιδερικά απέναντι στο θαρραλέο, αμούστακο, άοπλο παλικάρι που μισούσε τους Εφιάλτες και τους προδότες…
Τα «υβρίδια» των τσαμπουκάδων που πολεμούσαν τα φαντάσματά τους από τη μια, και ο από προμηθεϊκή μήτρα ήρωας από την άλλη.
Άβυσσος μεταξύ τους.
Πρέπει να γίνει σαφές ότι αν ο Βασίλης δε γινόταν «ήρωας» στην περίπτωση αυτή, θα γινόταν οπωσδήποτε σε κάποια άλλη. Θα μπορούσε δηλαδή να ήταν ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες ή ο Αθανάσιος Διάκος στο Χάνι της Γραβιάς. Με λίγα λόγια, ήταν γεννημένος ήρωας. Ο ηρωισμός του «Βασιλιού» είναι εφάμιλλος (αν όχι μεγαλύτερος) του ηρωισμού και της αυτοθυσίας του Ναπολέοντα Σουκατζίδη.
Το γεγονός όμως ότι η ηρωική πράξη του «Βασιλιού» και η εν ψυχρώ άνανδρη εκτέλεσή του έλαβαν χώρα τα μαύρα χρόνια του εμφυλίου, αντιμετωπιζόταν μέχρι πρότινος με μια «περίεργη» και «ένοχη» σιωπή. Οι «νικητές» έθεσαν σε ισχύ μια απερίγραπτη ομερτά, δηλ. τον νόμο της σιωπής, απαγορεύοντας ακόμη και το πένθος. Ποιος τολμούσε να αφήσει το δάκρυ του να κυλήσει αφού παραμόνευαν οι χασάπηδες; Έτσι έμειναν μονάχα οι κατάρες και το βουβό κλάμα της μάνας και των αδερφάδων του. Και δεν είχαν να κλάψουν μόνο τον Βασίλη. Λίγο πριν είχε σκοτωθεί ο Νικολής τους και λίγο μετά ο άλλος αδερφός, ο Μενέλαος, κι έμειναν οι στάχτες στο καμένο φτωχοκάλυβό τους, κομμάτι του ίδιου θλιβερού παζλ.
Όμως, το μεγαλείο της στάσης του Βασίλη, η απόρριψη τού «εγώ» για χάρη του «εμείς», η τόλμη και το θάρρος του μπροστά στα σιδερικά των αδίστακτων – όπως αποδείχτηκε – δολοφόνων του, συνιστούν περίπτωση ηρωισμού μοναδική ίσως σε πανελλήνιο επίπεδο. Είναι λίγοι αυτοί που μπροστά στην κάνη του όπλου βρήκαν την παλικαριά και δεν πρόδωσαν, χωρίς να λογαριάσουν τη ζωή τους. Ο Βασίλης δεν ήταν άντρας και παλικάρι «από υποχρέωση», κι ούτε είχε υπογράψει «σύμβαση» με τα αφεντικά. Για τούτο και για τον Βασίλη, όπως είπε και ο Χ. Σολομωνίδης: «Θα περάσουν χειμώνες, θα περάσουν καλοκαίρια, και της μνημοσύνης το δάκρυ θα σταλάζει αστείρευτον και θερμόν».
Στη μνήμη του θα αναδημοσιεύσουμε ένα καταπληκτικό αφιέρωμα του Στέλιου Παπαδομιχελάκη από το βιβλίο του «Να ανθρωπέψει ο άνθρωπος» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 135-139):
Ο Τόπος
Η Βιάννος είναι μια επαρχία της ανατολικής Κρήτης. Στα Λασηθιώτικα Βουνά. Μακρινή επαρχία. Απότομα ψηλώματα. Κακοτράχαλα. Με γκρεμούς. Χρειαζόσουνα αλπινικά παπούτσια να την περπατήσεις. Ένας ψευτοαμαξωτός δρόμος χωρίς διακλαδώματα και μόνο από τα δυτικά με χίλιες δίπλες ενώνει τα δώδεκα χωριά της ως κάτω στο Λυβικό Πέλαγος. Και ασφαλτωμένος είναι δύσκολος, προβληματικός – είναι της μόδας η λέξη – μόνο που δεν είναι εργοστάσιο να τ’ αγοράσουμε, να το ξεπροβληματίσουμε και να το δώσομε πίσω στ’ αφεντικό του, κοινωνικοποιημένο. Η κύρια παραγωγή της επαρχίας, λάδι. Ο Κοντυλάκης – ο «Διαβάτης» με τον «Πατούχα» του, την έκαμε γνωστή στην άλλη Ελλάδα. Αυτά για να γνωριστείτε με τον τόπο. Αν ξέρεις τον τόπο, καταλαβαίνεις καλύτερα το τι έγινε αν σου το πούνε. Όπου λίγο χώμα λιόδεντρο, όπου πέτρα πεύκο… Στη Βιάννο.
Ο Χρόνος
Από το σαράντα ένα. Ό,τι που τέλειωσε η μάχη της Κρήτης, εδώ στη Βιάννο μπήκε ένα από τα πρώτα μετερίζια της λευτεριάς από τους κομμουνιστές. Όχι πως και άλλοι, κι αλλού, δεν ήθελαν κάτι να κάμουν. Μα οργάνωση απελευθερωτική με σύστημα και καθαρούς σκοπούς. Οργάνωση. Όχι ατομικές ξεκομμένες προσπάθειες. Κι όχι πληρωμένα με λίρες άτομα για να φυγαδεύουν και να φυλάγουν Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς μαχητές κουβαλημένους και παρατημένους αφού πολέμησαν με την ψυχή τους σ’ έναν άξιο και δίκαιο αγώνα απροετοίμαστο. Απροετοίμαστο είναι το λιγότερο που μπορείς να πεις. Και δε γίνεται λόγος για λίγα όργανα της εγγλέζικης Ιντέλιντζενς Σέρβις. Εδώ στέριωσε και το αντάρτικο που ’βαλαν στο μάτι αυτά τα όργανα και το ’νοιωθαν καρφί κι εφάγαν τα λυσσακά τους να σπείρουν ζιζάνια, να το χαλάσουν, βάζοντας τον ένα να σκοτώνει τον άλλο.
Να σου τύχει να διαβάσεις τα καθέκαστα, να σηκωθούν οι τρίχες του κεφαλιού σου. Θα ’ρθει κι αυτής της ιστορίας η ώρα. «Ουδέν κρυπτόν ο ου μη φανερόν γεννήσεται». Μπράβο του που το ’πε. Αυτό που θα διαβάσετε είναι μια σταγόνα από το ποτάμι. Μια φωτογραφία της στιγμής που λέει πολλά.
Το πού και το πώς
Εκεί στην επαρχία Βιάννου ένα μικρό μοναστηράκι, Αγία Μονή το λένε, και κοντά του μια τοποθεσία Καβούσι. Καβούσι στην Κρήτη θα πει μέρος που βγαίνει λίγο νερό. Εκεί, στο «καβούσι» κάτι προβατάκια κι ένα τσομπανόπουλο, ένα βοσκαρούδι που τα φύλαγε, δεκάξι χρόνων. Είχε τρεις αδερφές, πέντε αδερφούς, μάνα και πατέρα. Έναν αδερφό του είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί. Ένας άλλος καταδιώκονταν. Έμεινε το βοσκαρούδι να φυλάει τα προβατάκια της οικογένειας. Βασιλιό το ’λεγαν και κει που τα φύλαγε, μια μέρα του Ιούνη του ’47, ξαφνικά βγήκανε μπροστά του δυο χωριάτες. Δεν τους γνώριζε. Τραυματισμένοι ήτανε κι οι δυο. Ο ένας πρέπει να το γνώριζε. – «Βασιλιό» του λέει, «πας παλικαράκι μου στο χωριό; Οξυζενέ, γάλα, ιώδιο και μπαμπάκι θέλουμε και πανί να δέσουμε τις λαβωματιές μας». – «Και τα πρόβατα τι θα τα κάνω; Να τ’ αφήσω απότιστα;».
– «Δυο δρασκελιές είναι ως την Απάνω Βιάννο. Πετάγεσαι, τα παίρνεις και τα φέρνεις. Κι ύστερα πότισέ τα. Τόση ώρα τι θα πάθουν;…».
Πονεμένο ήτανε το Βασιλιό με τον σκοτωμό τ’ αδερφού του απ’ τους Γερμανούς. Μα ήτανε και πονετική η καρδιά του η μεγάλη. Εκείνο νιούτσικο, λιγνό, αχτένιστο. Τέτοια καρδιά, πώς χωρούσε σε τόσο παιδί; Πήγε το Βασιλιό. Έφερε την παραγγελιά, την πήραν οι λαβωμένοι και παραμέρισαν. Σκίνα, πουρνάρια, χαμόκλαδα ένα γύρω είχε. Να δέσουνε ο ένας τ’ αλλονού την πληγή. Χαραδρίτσες είχε, να κρυφτούνε να περάσει η μπόρα.
Διεθνείς συμβάσεις, αποφάσεις του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, ο όρκος του Ιπποκράτη, ακόμα και το Ευαγγέλιο λένε ο τραυματίας ιερό πρόσωπο. Ακόμα και το κατσικάκι που σπάει καμιά φορά το ποδαράκι του, να το σηκώσει αγκαλιά το Βασιλιό, δεξά-ζερβά δυο ξυλάκια πελεκημένα και να βγάλει σπάγκο να το δέσει σφιχτά και να το πάει σηκωτό στη μάντρα, σ’ ένα απόσκιο τόπο να του φέρει κλαδάκι να φάει. «Ε! Βασιλιό!» Τα κιτάπια κι οι νόμοι, τι λέγανε δεν το ’ξερε. Το χαρτί της καρδιάς του όμως τι έγραφε, το ’ξερε νεράκι κι απέξω. Δεν ήξερε ο γιατρός που δε δένει την πληγή του λαβωμένου, ανάξιος. Κι αδίωκτος από το νόμο αν δεν το μαρτυρήσει. Πόσα πράματα δεν ήξερε το Βασιλιό το βοσκαρούδι. Δέσανε πληγές οι λαβωμένοι, μια χαραδρίτσα με κλαδιά, κρυφτήκανε. Εγώ σενάρια δε γράφω. Μήτε διηγήματα. Μα όπου βρεθώ, ανοιχτά μάτια, αυτιά, να ακούω, να βλέπω. Κι ακροδάχτυλα: «επί τον τύπον των ήλων». Τον Μάη πέρυσι πήγα στη Βιάννο. Χρόνια είχα να πάω στο κάτω χωριό. Ένα παλικαρόπουλο βαφτιστήρι μου να δω, το σπίτι που ξεκίνησε το Γιωργιό τ’ Αγγουράκι. Ζούνε ακόμα εκεί μερικοί γνώριμοι μισόν αιώνα πίσω. Βρήκα κάποιον. – «Έλα κάτσε» μου ’πε, «παλιόφιλε». «Γυναίκα», φώναξε, «ρακί κι αμύγδαλο». Κι άρχισε να μου τα λέει, το κακό που γίνηκε. «Χαρτί και καλαμάρι» που λένε. Από δω και πέρα είναι η πράξη η κορυφαία. «Όπου φονικό θα βρεις και τσασίτη» λένε στην Κρήτη. Αυτός θα ’ναι ένα από τα δυο, είτε λιγόψυχος είτε κακόψυχος. Ένας τέτοιος εβρέθηκε. Τον είχανε πιάσει αιχμάλωτο οι παρακρατικοί. «Το και το» στ’ αυτί του καπετάνιου τους, κάποιου επαγγελματία χασάπη. «Κατέχει το κοπέλι».
Αυτός, αρματωμένος, με το λεφούσι του, πιάνει το Βασιλιό. Τουφέκι δεν είχε αυτό, παλιοπάπουτσα φορούσε, είχε και προβατάκια. Πώς να φύγει; Ο χασάπης αγριεμένος: – «Λέγε» του ’πε. « Πού πήγανε, πού κρύφτηκαν;». – «Κατέω ’γω; Άνθρωπο δεν είδα».
Του παίρνουνε το βοσκοράβδι και τ’ αρχινάνε στο ξύλο.
– «Άνθρωπο δεν είδα» το βοσκαρούδι.
– «Θα σε σκοτώσω» ο χασάπης.
– «Άνθρωπο δεν είδα» το Βασιλιό.
Φέρνουν εκείνοι τσαπί και φτυάρι. Σκάβε, του λένε, τον λάκκο σου, και εκείνο σκάβει. Η μάνα κι αδερφή είναι κειδά μπροστά.
– «Πε, Βασιλάκι μου, ανέ κατέχεις, πε. Θα σε σκοτώσουνε, καμάρι μου».
– «Άνθρωπο δεν είδα» εκείνο.
Παρακαλεί κι η αδερφή.
– «Εσύ μας απόμεινες των κακόμοιρων, πε του, μωρέ Βασιλιό, ανέ κατέχεις. Θα σε σκοτώσει, κακορίζικο».
– «Άνθρωπο δεν είδα» το Βασιλάκι.
– «Κερατόσπορε, δε λες ε;» τραβάει το κουμπούρι του ο χασάπης και την ανάβει του Βασιλιού. Του τρύπησε το χέρι πάνω από τον αγκώνα.
Αφού η κακομοίρα φωνάζει η μάνα του: «Θα μου το σκοτώσουνε κι αυτό». Φτωχή κι ανήμπορη μάνα! Κι αρχινά το μοιρολόι. Μα το Βασιλιό εκεί δίπλα ορθώνει ξαφνικά το λιγνό κορμάκι του, πιάνει με το δεξί χέρι τ’ άλλο το λαβωμένο, κοιτάει κατάματα τον χασάπη και του λέει:
– «Κατέχω, μωρέ, μα δε σου λέω, φονιά».
Το Βασιλιό το Βερβελάκι το σκοτώσανε και το θάψανε στο λάκκο που το βάλανε κι έσκαψε. Οι λαβωμένοι φύγανε αργά τη νύχτα. Αργά τη νύχτα κι ο χασάπης με τα παλικάρια του έκαψε το σπίτι των Βερβελάκηδων. Το Βασιλάκι το βοσκαρούδι δεν ήξερε νόμους, Ιπποκράτηδες, συμβάσεις, ούτε σταυρούς άλλους από ’κείνον που ’χανε καρφωμένο πάνω από την πόρτα της εκκλησιάς. Εκεί στην ερημιά, αυτό λίγα χρόνια είχε, λίγα γράμματα ήξερε, μεγάλη καρδιά είχε και ψυχή πολλή. Πολλή. Όση γίνεται. Ο άλλος βαλτός, εξουσίες, δικές, υπηρεσίες ξένες, δασκαλεμένος, πλερωμένος λύκος. Όχι, δεν τα βάζω. Δεν τα γράφω όλα τα επίθετα. Η ανθρωπιά, η αντριγιά, η περηφάνια και η μεγαλοσύνη από τη μια κι η βαρβαρότητα από την άλλη. Δύο κόσμοι σε δύο πρόσωπα. Κι εγώ τώρα ρωτάω. Μα λέω. Φταίει ο χασάπης, ο χοντρός με τα μαχαίρια τα χασάπικα. Αυτός και να τονε πιάσει το φιλότιμο να κεράσει τον φίλο του ένα κρασί και να τονε φιλέψει δυο «γλυκάδια». Και να δώσει της φτωχιάς γερόντισσας ένα κοψίδι να κάμει κι αυτή λαμπρή. Μα ήτανε χασάπης. Όπως όλοι οι χασαπάδες. Όσο που ’ρθε ο σατανάς, Εγγλέζου-Κρητικού πρόσωπο, και του ’πε: – «Σφάξε. Εσύ ξέρεις. Και να γδέρνεις και να κομματιάζεις. Και κείνον. Και τούτον. Κι αυτές». Αυτός ο ξένος είχε τον διάολο μέσα του κι ήθελε ν’ αρπάξει με τις δαγκάνες του Σούδα, Ακρωτήρι, Τυμπάκι, Γούρνες. Και τού ’μπαιναν αγκαθάκια στο μάτι το βοσκαρούδι, οι Βαγγελιές, οι Μαρίες κι ο Θοδωρής. Ο χασάπης ήτανε το χέρι που ’χυσε το αίμα. Μα το μυαλό, το κεφάλι που ’δωσε τη διαταγή είναι ο ιμπεριαλισμός. Κι εσείς «ατσίδες», που μου ζητάτε ανθρώπινα προσώπατα. Εσείς κουτουλάτε πάνω τους και δεν τα βλέπετε. Έλα, Βασιλιό, να τους δείξεις το δικό σου. Μυωπία της κακιάς ώρας έχουνε τα παιδιά. Χάσανε τον δρόμο τα πουλάκια μου. «Ματσάρια» δεν τα ’λεγες εσύ τα κουτά ριφάκια που ξεμοναχιάζονταν κοντά στα γκρεμνά του Χόντρου και τα ’τρωγαν τα γεράκια;
Βιαννίτες, πατριώτες μου. Βρέστε ένα τεχνίτη καλό σκαλιστή του μάρμαρου και δώστε του τη φωτογραφία του Βασιλιού του Βερβελάκη να τη σκαλίσει. Και στήσετέ τη εκεί που τον σκότωσαν. Του Βασιλιού η μεγαλοσύνη είναι πιο ψηλή από την ψηλότερη βιαννίτικη κορφή. Και θα φαίνεται κι από τη θάλασσα που περνούνε τα καράβια του Ληστή. Και γράψετε στο μάρμαρο: «Ετούτο το νησί πατήθηκε πολλές φορές. Πολλούς αιώνες κράτησε η τυραννία του πατητή. Μα μήτε μια μέρα ήσυχο δεν τον άφησαν, τα Βερβελάκια, οι Βαγγελιές, οι Μαρίες να το κατέχει».
*Έχει δημοσιευτεί στην "Ηχώ της Βιάννου"
