Η "Ελενάρα" και οι Γερμανοί
Με πέντε στόματα να θρέψει, άφησε ο Μιχάλης την Ελενάρα, για να πάει να πολεμήσει τους Γερμανούς!
Το πρώτο, το πια μεγάλο, θηλυκό, γεννήθηκε το 1936. Πήρε το "κολάι" το ζευγάρι από κείνη τη χρονιά, και κάθε χρόνο σκάρωνε κι απο ένα. Δυο σερνικά, τρία θηλυκά κι ενα στην κοιλιά, αλλά αυτό μπάρε δεν ήκλαιγε...
Καλά τα κατάφερναν μέχρι τότε. Είχανε ένα ζευγάρι βούγια για να σπέρνουνε και ν΄αλωνεύγουνε. Και τρεις αίγες για το γάλα των κοπελιών.
Είχανε και κάμποσες ρίζες ελιές για το λάδι της χρονιάς.
Τύχαινε κάπου κάπου κι ενα μεροκάματο στο Μιχάλη.... Είχε κι η Ελενάρα ένα καλάθι κι ένα πoφαωμένο από τη χρήση μαχαίρι και πήγαινε στις βρούβες... Μερικές πουλούσε στα πλουσιόσπιτα, τις άλλες τις μαγέρευγε... Δε θέλει ο άνθρωπος πολλά για να ζήσει.
Γλεντζές άνθρωπος ο Μιχάλης. Αγαπούσε τη ρακή και την καλή παρέα(ακόμα λένε ιστορίες του)! Αλλά όταν είχε δουλεια, δουλεια!
Κι η Ελενάρα δυναμική και δουλευταρού. Αυτή ήκανε τα κουμάντα. Τα σώφερνε με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην λείπει τίποτα στο σπίτι... Ένα σαράντα ήτονε δεν ήτονε στο μπόι, (εξού και το παρατσούκλι Ελενάρα), μα απο κει και πάνω είχε ψυχή. Μεγάλη ψυχή που την έκανε πανύψηλη!
Αν και ξενομπάτισσα, δεν ήταν απ το χωριό, απο την πρώτη στιγμή, τους κέρδισε όλους.
Είχε πέψει το Μιχάλη η μάνα ντου να πάει στο Λασήθι και με τσοι δυο γαιδάρους φορτωμένους πλεχτές κρομμύδια, για να τα ανταλλάξει με πατάτες. Ήμπλεξε με μια καλή παρέα, ήπιανε δυο ρακές, δε θέλει και πολύ, γύρισε στο χωριό με τον ένα γάιδαρο φορτωμένο πατάτες και στον άλλο, την Ελενάρα!
-Ηντα καμες, μωρέ γουργουρισμένε!!! Πατάτες δε σ επεψα να φέρεις; (έξαλλη η γρια...)
-Ήφερα και πατάτες! Μα ήφερα και μια πατατουρίνα!!! Τούτηνε μάνα, θα τηνε παντρευτώ!
Τι να κάνει κι η γριά, να τηνε γιάγερνε οπίσω την κοπελιά; Ντροπή... είχε κι αυτή θηλυκά κοπέλια... ήκαμε τα πρικιά, γλυκιά και τηνε καλοδέχτηκε.... Και δεν το μετάνοιωσε στιγμή στο μελλον!!!
-Εμεις κόρη μου ειμαστε φτωχοί αθρώποι, μεροκαμαθιάρηδες... Αλλά ο,τι έχουμε, είναι και δικό σου.
Άλλο ενα φύλλο σκώτι έκανε η Ελενάρα, φίλησε το χέρι της γριάς , ξεθάρρεψε κι έβαλε τα δυνατά της να μην απογοητεύσει. Και τα κατάφερε! Κέρδισε την εκτίμηση όλων στο χωριο, από του πια μικιού κοπελιού, μεχρι του πια γέρου...
Μια χαρά τα κατάφερε το αντρόϋνο. Μπήκε το νερό στ' αυλάκι, κάνανε και τα κοπέλια... και μπορεί να μετρούσαν το λάδι με το πενηντάρι, αλλά η αγάπη, τους περίσσευε...
Ίσαμε που τους βρήκε ο πόλεμος...
Κακήν κακώς έφυγε ο Μιχαλης για το μετωπο, όπως κι ολοι οι άντρες του χωριού. Ζύμωσε απο βραδύς η Ελενάρα μια δεκαριά κουλούρια με τα δάκρυά της, για να πάρει ο Μιχάλης της μαζί, μην πεινάσει... Όλο παραγγελιές, αγκαλι'ες και κλάματα ήταν ο αποχωρισμος...
Πόλεμος ειναι..... δεν κατές ίντα θα σου ξημερώσει...
Περνουσε ο καιρός... Ραδιόφωνα δεν υπήρχαν, ταχυδρόμοι το ίδιο.... Πως να μάθεις για τον άθρωπό σου... Μονο το σταυρό της έκανε η Ελενάρα μαζί με τις άλλες γυναίκες του χωριου....
Πήραν τα σκαπέθια, κι έγιναν και άντρες και γυναίκες... Άνοιξαν και αμπριά στο ρυάκι, στο καζάνι κοντά, που ήταν απόκωλα, για να χώνουν τα κοπέλια καθε φορά που τα γερμανικά αεροπλάνα έκαναν την εμφάνισή τους απο τα Λινοκάμπια...
Τη μέρα στα χωράφια η Ελενάρα, και το βραδυ να προσπαθεί να ξεγελάσει την πείνα των κοπελιών με κρίθινο παξιμάδι βρεμένο, να μαμαδιάσει για να μπορέσουν να το καταπιούν τα κοπέλια και βρούβες βραστές που τις έκανε ανεμασίδες...
Οι Γερμανοι έκαναν την εμφάνισή τους στο χωριό... Ευθυτενείς, ποσωρεμένοι με τις γυαλιστερές μπότες τους, γυρνούσαν απο σπίτι σε σπίτι, για να απαιτήσουν «αφκά», λάδι κι ο,τι είχαν χωσμένα στα μεσοπύθαρα οι γυναικες για να ταϊσουν τα πεινασμένα στόματα...
Άγριες μέρες, θυμωμένες γεμάτες απόγνωση...
Ενα πρωί, σκώθηκε η Ελενάρα, κι αφού παράγγειλε του μεγάλου της θηλυκου να έχει τ΄αμεντε του στα πια μικια, ξεκίνησε να παει να ποτίσει...
Δεν ειχε κάνει ούτε εκατό μέτρα και συναντα το Γερμανό, με τις μποτες που στραφτάλιζαν... Κάνει να αλλάξει δρομο, μα έλα που την πρόκαμε...
-Καλημέρα φρουλάιν!
Η πικραμένη καρδια της Ελενάρας ξεχειλισε... Σαν ταινία περασαν απ΄το μυαλο της, η απουσία του άντρα της, τα κοπελια που κλαίγανε πρωί βράδυ απο την πείνα... Η υπομονή που έκανε τόσον καιρό ξεπέρασε όρια της και ξαφνικά έγινε απο ένα σαράντα, δυό μέτρα!
-Ανάθεμά σε κερατά που θα σου πω και του Θεού το χαιρετισμό. Μάνα δεν εχεις εσύ; Τσίπα δεν έχεις;;; Ήντα σου χρωστούσαμε και μας ήπηρες ο,τι είχαμε και δεν είχαμε; Φονιά!!!!
Δεν σκέφτηκε μούδε τα κοπελια, μούδε τον εαυτό της. Ούτε κατάλαβε πως της έφυγε το σκαπέτι απού τη χέρα και το πεταξε καταπάνω του...
Οπως επισης δεν κατάλαβε πως βρέθηκε στο αχίρι του Κωστή που το είχαν μετατρέψει οι απρόσκλητοι «επισκέπτες», κατακτητές, σε φυλακη....
Τσάμπα φώναζε να πανε να πούνε στα κοπελια της οτι δε θα ξαναγυρίσει, μόνο να περιμένουνε τον πατέρα τους...
Άφησε την μαυρισμένη ψυχή της να ξεσπάσει και τους έβριζε ίσαμε που απόκαμε. Κάθισε τότε δίπλα στη ματσαδούρα, χωρίς πλεον να περιμένει τίποτα....
Για καλή της τύχη την άκουσαν οι χωριανοί. Μαζωχτήκανε χωστά, πατούλιες πατούλιες, ενώ ενας πηγαινοερχόταν χωστά, για να μεταφέρει τις απόψεις...
Με τα πολλά , αποφάσισαν να βρουν τον Προεδρο του χωριου, μήπως λόγω της θέσης του, μπορεί να κάνει μπαμπαλίκι...
Με προθυμία ο Πρόεδρος, γείτονες ήταν, συγχωριανοί, μάζεψε ο,τι μπορούσε, ένα καλάθι αυγά, μιαολιά λάδι, παξιμάδι, κοπανιστές ελιές, ο,τι τέλος πάντων διέθετε, για να καλοπιάσει το Γερμανό.
-Κυριε αξιωματικέ μου.... Στο σταυρό που σου κάνω, η γυναίκα τα χει χαϊμένα... Ειναι κουζουλή... Πως το λέτε εσείς... Σκοτώθηκε ο άντρας της στον πόλεμο, κι εχει πεντε στοματα να θρεψει... Δείξε έλεος, κι απο το Θεό να το βρεις... Σκεψου τα κοπελια της... Ίντα θα πογενούνε... 'Εχεις και του λ'ογου σου κοπέλια, ετσά δεν ειναι;
Ολη τη νύχτα του κουβέντιαζε (με τη μετάφραση του δοσίλογου παντα) -δυστυχως υπήρχαν κι αυτοι- ίσαμε να τονε πεισει... Θες να πεις ευαισθητοποιήθηκε ο «κύριος αξιωματικος», θες να βαρέθηκε το πες πες του Προέδρου... Δεν το ξέρουμε... Υποθέτω το δεύτερο.
Και τα χαράματα η πορτα του αχιριου άνοιξε για την Ελενάρα...
Ορνιθοτυφλιασμένη, αναζήτησε με αγωνία τα κοπέλια της απο τη γειτονιά που τα΄χανε πάρει να τα ταϊσουνε και να τα κοιμήσουνε...
Άνοιξε την αγκαλια της, σαν της όρνιθας τις φτερουγες, και τα κλεισε.... Μάνα ήταν... Καλιά κουζουλή, παρά ορφανά τα κοπέλια της ... Πέντε τον αριθμό, κι ένα στην κοιλιά.
*Αφιερωμένο στο Μιχάλη (τον παππού μου, που δε γνώρισα) και την Ελενάρα, τη γιαγιά μου που πάντα θα θαυμάζω το μεγαλειο της ψυχής της! (κι ας εχει φύγει σαράντα χρόνια πριν)
Ο Μιχάλης γύρισε απο τον πόλεμο, ήταν για μεγάλο διάστημα αγνοούμενος
Το κοπέλι στην κοιλιά, γεννήθηκε πεθαμένο.
Τα πέντε κοπέλια, έζησαν (η πιο μεγάλη, η θηλυκή, ήταν η μάνα μου, που μου είχε διηγηθεί πολλες φορές αυτή την ιστορία)