Η Παναγία των παιδικών μου χρόνων
«Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα κανένας δεν την άκουσε...»
Κάποτε, όταν ήμουν παιδί, πίστευα πως η Παναγία μπορούσε πράγματι να περνά σιωπηλή ανάμεσα στους ανθρώπους. Ίσως γιατί έτσι την ένιωθα. Σιωπηλή. Κοντά μας. Στο χωριό μου, την Κάτω Βιάννο, υπάρχει μια μικρή εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία, που γιορτάζει στα Εισόδια της Θεοτόκου. Τις ημέρες της γιορτής της δεν χωρούσε όλος ο κόσμος μέσα. Οι περισσότεροι στέκονταν στον προαύλιο χώρο, ανάμεσα στα λουλούδια και σε μια μικρή λεμονιά. Δεν ήταν μεγάλη, μα κάτω από τον ίσκιο της βρίσκαμε λίγη προστασία από την κάψα του ήλιου. Κι όταν άνθιζε, μοσχοβολούσε όλη η αυλή. Ο ιερέας στόλιζε την είσοδο της εκκλησίας με κλαδιά μυρτιάς κι έτσι η γιορτή είχε ακόμη περισσότερο άρωμα και ομορφιά. Πάνω απ’ όλα ξεχώριζε το καμπαναριό της, με τη βυζαντινή του τεχνοτροπία. Και μέσα στην εκκλησία υπήρχε το μοναδικό της τέμπλο, με τις αγιογραφίες σκαλισμένες στο ξύλο.
Χρόνια πέρασαν κι ευτυχώς το καμπαναριό και το παλιό τέμπλο διατηρήθηκαν, για να θυμίζουν και στους νεότερους κάτι από την ιστορία και την ψυχή του τόπου. Κάθε φορά που χτυπούσε η καμπάνα, ο ήχος της απλωνόταν γύρω και έμοιαζε να καλεί όλο το χωριό. Εκεί πηγαίναμε παιδιά. Θυμάμαι ακόμη το «καλό» μου φόρεμα και τα άσπρα πέδιλα που μου φορούσε η μάνα μου. Τα πρόσεχα μην τα λερώσω στον δρόμο. Εκείνη κρατούσε τη λαμπάδα, το λάδι και το κρασί για τη Θεία Κοινωνία. Ο πατέρας μου κουβαλούσε την αρτοκλασία. Κι εγώ κρατούσα σφιχτά στο χέρι ένα μικρό ματσάκι βασιλικό, για να το αφήσω μπροστά στην εικόνα της. Ήταν μια μικρή τελετουργία που επαναλαμβανόταν κάθε χρόνο. Μετά τη Θεία Κοινωνία γινόταν η ευλογία των άρτων και οι άνθρωποι έμεναν στον προαύλιο χώρο, αντάλλασσαν ευχές και κουβέντιαζαν. Και σαν έφτανε ο Δεκαπενταύγουστος, το χωριό γέμιζε κόσμο. Κατέβαιναν και οι «μουσαφίρηδες του καλοκαιριού». Άνθρωποι που είχαν φύγει για την Αθήνα, το Ηράκλειο ή άλλους τόπους, μα επέστρεφαν για λίγες μέρες στο χωριό.
Οι δρόμοι γέμιζαν ξανά γνώριμες φωνές και πρόσωπα. Τότε δεν το καταλάβαινα, μα ίσως αυτές οι μέρες να ήταν και μια γιορτή επιστροφής. Το χωριό τους περίμενε. Τότε δεν ήξερα τι σήμαιναν όλα αυτά. Ήξερα μόνο πως, μόλις έμπαινα στην εκκλησία και αντίκριζα την Παναγία, κάτι μέσα μου γαλήνευε. Στεκόμουν απέναντι στην εικόνα της και την κοιτούσα.
Κοιτούσα το πρόσωπό της.
Και, χωρίς να ξέρω πώς, έβλεπα πάνω του τον πόνο μιας μάνας για το παιδί της. Για τον Μονογενή της. Ίσως γι’ αυτό, από παιδί ακόμη, μπορούσα να νιώσω τον πόνο των μανάδων που έχαναν τα παιδιά τους. Δεν μπορούσα να τον εξηγήσω. Μπορούσα όμως να τον αισθανθώ. Και μέσα στην παιδική μου σκέψη υπήρχε μια βεβαιότητα, πως η Πλατυτέρα των Ουρανών θα έδινε σε αυτές τις μάνες δύναμη και κουράγιο να αντέξουν. Έτσι την ένιωθα κι εγώ. Πίστευα πως, ακόμη κι αν δεν της μιλούσα, με άκουγε. Πως με συγχωρούσε για τις αταξίες μου, τις αδυναμίες και τα ελαττώματά μου. Και κάθε φορά που στεκόμουν μπροστά στην εικόνα της, ήθελα να της ανοίξω την καρδιά μου. Να της πω το παράπονό μου. Τον φόβο μου.
Τη μοναξιά μου.
Τα όνειρά μου.
Όλα εκείνα που ένα παιδί δεν ξέρει πάντα πώς να τα πει στους ανθρώπους, μα τα λέει μέσα στη σιωπή. Δεν χρειαζόταν να μιλήσω. Ένιωθα πως με καταλάβαινε. Και τότε αφηνόμουν, σαν παιδί που βρίσκει καταφύγιο σε μια αγκαλιά. Κάποτε η φωνή της μάνας μου διέκοπτε αυτή τη σιωπηλή συνομιλία: «Έλα, παιδί μου. Πλησιάζει η ώρα για τη Θεία Κοινωνία.» Κι εγώ απομακρυνόμουν από την εικόνα. Έπαιρνα τη θέση μου ανάμεσα στους άλλους. Όμως ένα κομμάτι μου έμενε εκεί. Μπροστά στην Παναγία.
Χρόνια αργότερα, διαβάζοντας τον Καζαντζάκη, συνάντησα μια εικόνα του Δεκαπενταύγουστου: ανθρώπους μαζεμένους γύρω από τη σταφίδα τους, να κοιτούν ανήσυχοι ένα σκοτεινό σύννεφο που πλησιάζει. Κι έναν γέροντα να λέει πως δεν θα το αφήσει η Παναγιά. Τότε σκέφτηκα πόσο βαθιά ήταν ριζωμένη η Παναγία στη ζωή των ανθρώπων του χωριού. Κι ίσως γι’ αυτό ο Ρίτσος την φαντάστηκε να περνά σιωπηλή κάτω από τα δέντρα, τόσο αθόρυβα ώστε να μην την ακούσουν οι άνθρωποι, παρά μόνο τα τριζόνια και τα παιδιά στον ύπνο τους. Γιατί η Παναγία, έτσι όπως την κράτησα μέσα μου από εκείνα τα χρόνια, δεν ήταν ποτέ μακριά. Ήταν μέσα στην καθημερινότητά μας.
Στα χέρια της μάνας μου που ετοίμαζαν τη λαμπάδα.
Στα χέρια του πατέρα μου που κουβαλούσαν την αρτοκλασία.
Στο μικρό ματσάκι βασιλικό που κρατούσα εγώ.
Στη μυρτιά στην είσοδο της εκκλησίας.
Στη λεμονιά που μας χάριζε τον ίσκιο της.
Στο καμπαναριό που καλούσε το χωριό.
Στο τέμπλο με τις σκαλισμένες αγιογραφίες. Και, κυρίως, σε εκείνη τη σιωπηλή στιγμή που στεκόμουν απέναντι στην εικόνα της και πίστευα πως κάποιος με άκουγε.
Σήμερα, όταν περνώ από εκεί, πολλά έχουν αλλάξει. Οι άνθρωποι μεγάλωσαν ή έφυγαν. Τα σπίτια άλλαξαν. Οι αυλές δεν έχουν πια τις ίδιες μυρωδιές. Κι όμως, η εκκλησία στέκει ακόμη. Το καμπαναριό και το παλιό τέμπλο, διατηρημένα πια, κρατούν κάτι από τον χρόνο που πέρασε. Και όταν το καλοκαίρι το χωριό ξαναγεμίζει από ανθρώπους που επιστρέφουν, νιώθω πως κάπως συνεχίζεται εκείνη η παλιά ζωή. Κι εγώ, όταν στέκομαι μπροστά στην εικόνα της, δεν είμαι μόνο η γυναίκα που είμαι σήμερα. Είναι ακόμη εκεί μέσα μου το παιδί. Το παιδί με το καλό του φόρεμα, τα άσπρα πέδιλα και το μικρό ματσάκι βασιλικό. Το παιδί που πίστευε πως η Παναγία το άκουγε ακόμη κι όταν δεν μιλούσε. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο θαύμα της πίστης. Να περνούν τα χρόνια, να αλλάζουν οι άνθρωποι και οι τόποι, κι όμως να μένει μέσα μας ένας τόπος όπου μπορούμε ακόμη να επιστρέψουμε. Ένας τόπος σιωπής, παρηγοριάς και ελπίδας. Κι εγώ, κάθε φορά που κοιτάζω την Παναγία στα μάτια, νιώθω πως μπορώ ακόμη να αφήσω εκεί το παράπονό μου, τον φόβο μου, τα όνειρά μου. Όπως τότε. Όταν ήμουν παιδί.
* Η κ. Άννα Μηλιαρά είναι Φιλόλογος