Η μάνα είναι πάντα μάνα…
Γέννησε τέσσερα γατάκια. Τα τρία είχαν την ίδια φριχτή τύχη: Να βρεθούν κάτω από μια ρόδα…
Της είχε απομείνει όλο κι όλο ένα, και το πρόσεχε ωσάν τα μάτια της. Σαν πραγματική μάνα γυρνούσε συνεχώς αναζητώντας τροφή για να την μετατρέψει σε γάλα ή να τη μεταφέρει αυτούσια στο μονάκριβό της. Το «μαυράκι» της, παραήταν χαδιάρικο και, επειδή δεν είχε αδερφάκια ή άλλα συνομήλικά του, έπαιζε με τη μάνα του, που υποκρίνονταν τη μικρούλα, για να του δώσει χαρά… Είπαμε, ένα όλο κι όλο το είχε…
Η αλήθεια είναι πως ολοένα και ξεθάρευε το «μαυράκι» και αψηφώντας τους κινδύνους συχνά έμπαινε στο δημόσιο δρόμο. Εκείνη από πίσω του, θέλοντας να του μάθει πως εδώ κυκλοφορούν θεριά που τα κουμαντάρουν κάποια… ανώτερα όντα, το νουθετούσε ακατάπαυστα και του μιλούσε για τον δικό τους κώδικα κυκλοφορίας. Την είδα πολλές φορές να του δείχνει τους κινδύνους και να του λέει πως «οι ανθρώποι είναι θεριά και δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν»…
Ετούτη η Δευτέρα, έμελλε να είναι για το «μαυράκι», η τελευταία μέρα της σύντομης ζωής του. Έφυγε κι αυτό με τον ίδιο φριχτό τρόπο… Δεν πρόλαβε να χαρεί τίποτα από τα ωραία της ζωής. Το παιγνίδι, το καλό φαγητό, τον έρωτα, το μεγαλείο της διαιώνισης του είδους, την ίδια αγιασμένη διαδικασία που το έφερε σε τούτο τον ψεύτη κόσμο. Ίσως προαισθάνονταν το φριχτό του τέλος και γι’ αυτό ήθελε τόσο πολύ να παίζει, να προλάβει όσα περισσότερα μπορούσε.
Η ρόδα που πέρασε από πάνω του δεν του άφησε κανένα περιθώριο… Ένα ακόμη «εγκληματάκι» καταγράφηκε στο μητρώο της ατιμωρησίας.
Έμεινε όμως ο θρήνος της μάνας… Τι κι αν σε τούτο το σκηνικό ήταν ντυμένη γάτα; Ο ίδιος πόνος, η ίδια μαυροφορεσιά, το ίδιο μοιρολόι, τα ίδια βουρκωμένα μάτια, το ίδιο παράπονο και τα ίδια αμέτρητα «γιατί»! Με το φόβο να παρεξηγηθώ από κάποιους θα αποτολμήσω να πω πως, η σκηνή δεν διέφερε σε τίποτα από την ολοφυρόμενη Θεσσαλονικιά μάνα του Τάσου Τούση, που εκείνο τον θλιβερό Μάη του ’36 μοιρολογούνταν πάνω στο δολοφονημένο κορμί του παιδιού της, κι όλη αυτή η τραγωδία, συγκλόνισε τον μεγάλο μας ποιητή Γιάννη Ρίτσο, κι εκείνος, μας δώρισε το ποιητικό του αριστούργημα, τον Επιτάφιο.
Η μητέρα-γάτα επί ώρα ήταν δίπλα στο νεκρό γατάκι της, άλλοτε ολοφυρόμενη κι άλλοτε προσπαθώντας να το αναστήσει… Σας παρακαλώ να με πιστέψετε, αλλά ήταν πολύ δύσκολο, κάτω από τόση συναισθηματική φόρτιση, να φωτογραφίσω το δράμα της μάνας εκείνης…
Όμως ήθελα τόσο πολύ να το δημοσιοποιήσω, να το κοινωνήσω σε φίλους και γνωστούς, με απώτερο στόχο να πληροφορηθούν όσο περισσότεροι γίνεται, πως, η Μάνα είναι πάντα Μάνα και η απώλεια ενός δικού της έχει το ίδιο ανυπολόγιστο κόστος… Ξέρω ότι κάποιοι/ες μπορεί να με χαρακτηρίσετε υπερβολικό. Δεν με πειράζει καθόλου. Αυτός είναι ο δικός μου κώδικας αξιών.
Υ.Γ.1 Δεν επιρρίπτεται καμιά ευθύνη στον οδηγό. Έχει όμως ευθύνη ο άνθρωπος που ήταν οδηγός, γιατί, ενώ αντιλήφθηκε το συμβάν, ξέχασε την ανθρωπιά του. Προφανώς σκέφτηκε «ε, και τι έγινε; Ένα κατσούλι λιγότερο»…
Υ.Γ. 2 Σε μια ακόμη περίπτωση ευγνωμονώ την κ. Φωτεινή Λουλάκη, που σήκωσε τις αμαρτίες μας, και πήρε από το οδόστρωμα το νεκρό γατάκι…