Η γέφυρα του Πετρουνιού κι ο Σαρακινός
Στα χρόνια τα παλιά, που ο άνθρωπος ήταν ελεύθερος, χωρίς τα δεσμά χρόνου και χρήματος, πραγματικά έπιανε το χώμα και το έκανε χρυσάφι που λένε, και όταν ερχόταν αντιμέτωπος με την φύση, για να κάνει τις «παρεμβάσεις» του, «κένταγε» με σεβασμό και μεράκι!!!
Στο Πετρούνι της Άνω Βιάννου χρειάστηκαν μια γέφυρα γιατί ο γείτονας Κοπρώνυμος, (χείμαρρος), γινόταν όλο και πιο απρόβλεπτος και επικίνδυνος. Την «κέντησαν» λοιπόν με πέτρα, την γέφυρα του Πετρουνιού, μια ισορροπημένη σφήνα, στολίδι της ρεματιάς. Έγινε το μέρος συγκέντρωσης της νεολαίας, στη Μουρνιά δίπλα στο κουτσουνάρι, τη βρύση της γειτονιάς. Το γέλιο των παιδιών και οι φωνές τους ήταν η χαρά και η ευτυχία των μεγάλων, και σημάδι ζωής. Αυτά την ημέρα, γιατί την νύκτα, νύκτα έβγαινε ο Σαρακινός κάτω από την γέφυρα, και όποιο παιδί μετά που σκοτείνιαζε περνούσε, άπλωνε τις χερούκλες του και το έπιανε και το πήγαινε στο σκλαβοπάζαρο της Ανατολής!!!
Είχε έρθει από το Τζερμιάδο για το Σχολαρχείο Βιάννου, ένα παιδί πάνω κάτω δέκα χρονών, στο σπίτι του θείου Ιωάννη Δρυλεράκη αδελφό του πατέρα του δικηγόρου της εποχής, και το πρώτο που του είπε στην ενημέρωση, ήταν η ύπαρξη του Σαρακινού για την έξοδο τα βράδια... χωρίς πολλές κουβέντες...
Δεν πρόβλεψε όμως, το βράδυ που θα έπεφτε το μαύρο σκοτάδι πίσσα, θα χρειαζόταν τσιγάρα.Το Μανολιό η λύση και η εντολή αμετάκλητη τσιγάρα!!!. Απλά πράματα για το θείο, ο Σαρακινός το σύνθετο πρόβλημα για το παιδί.....
Η λύση βρέθηκε και φωτίστηκε το πρόσωπό του!!! «Μόλις φθάσω την αρχή της γέφυρας... τρέξιμο με φόρα, για να μην προλάβει ο Σαρακινός να με πιάσει», συλλογίστηκε.
Έτσι και έγινε. Τα μάτια δεν βλέπανε στο σκοτάδι, τα πόδια στους ώμους, αστραπή το πέρασμα, και νάσου στη γέφυρα ένα μαύρο εμπόδιο, η θεία Καντίκω, η Φουρναρού. Ήταν τόση η φόρα που την έριξε κάτω από τη γέφυρα ο Μανωλάκης με σπασμένο χέρι τελικά. Τρέχοντας πρόλαβε και έφτασε στου μπάρμπα Τζαγκουρνή το εμπορικό, ζητώντας βοήθεια γιατί τον κυνηγούσαν οι Σαρακηνοί, που δεν ήταν άλλοι από τα παιδιά της Θειάς Καντίκως, και δικαιολογημένα γιατί πού να φανταστούν και κείνα την αλήθεια. Όμως ο φόβος, η ταραχή, όλα αυτά σκιαγράφησαν Σαρακινούς στο μυαλό του παιδιού. Μέχρι να καταλαγιάσουν τα πράγματα και να γίνουν οι συμβιβασμοί, ο Μανωλιός έμενε στου θείου του Τζαγκουρνή. Πέρασε η μεγάλη μπόρα το μόνο που έμεινε ήταν το λοξοκοίταμα στον «ανεμαζοξάρη» που ήρθε στη Βιάννο, πρωτόγνωρο τότε, και έμεινε σφραγίδα μέχρι που αλλάξανε οι καιροί και ήρθαν κι άλλοι... ανεμαζοξάρηδες και η γέφυρα πάει την κατάπιε η «Σαρακίνα» Μ.Ο.Μ.Α ...αναγκαστικά λόγω πλημύρας το 56, και έκαμε το «κομψοτέχνημα» που βλέπετε στη φωτογραφία...
Κείμενο-φωτογραφία: Περικλής Δρυλεράκης
