Η βροχή του πένθους…
Πέρασαν κιόλας σαράντα μέρες από την εκδημία σου. Σε ό,τι με αφορά δεν με αγγίζουν ούτε κατ’ ελάχιστο τούτες οι τυπικότητες…
Και εκατό σαράντα και δέκα χιλιάδες σαράντα ημέρες να περάσουν, ίδιο επώδυνο θα είναι το κόστος της απουσίας σου. Μιας απουσίας που δεν διαγράφεται απ’ το κόλλυβο και τον καφέ, όσο βαρύς πικρός κι αν είναι…
Κοσμοσυρροή Κυριακάτικα στον Κερατόκαμπο. Άλλοι από συναίσθημα κι άλλοι από υποχρέωση, πλημμύρισαν το δικό σου χώρο, αυτόν που μας έκαμες να αγαπήσουμε περίσσια κι εμείς, γιατί, μας τον δώριζες απλόχερα και χαμογελαστά με τις ομορφιές που του προσέδιδες...
Ό,τι ώρα άρχισε αυτό το... πένθιμο: «Των αγίων ο χορός εύρε πηγήν της ζωής», ένας όλο τσατίλα ουρανός ντύθηκε τη μαυρίλα της ψυχής μας. Στεριά και θάλασσα βάφτηκαν μολυβί σαν τη σκουριά του Θριάσιου... Ακατάσχετοι κεραυνοί αυλάκωναν το Λιβυκό και εκκωφαντικές βροντές έπνιξαν τα πένθιμα τροπάρια. Χοντρές-πυκνές ψιχάλες, όμοιες με ακατάσχετο-ανυπόκριτο γοερό κλάμα ύγραναν τα μέσα ρούχα της καρδιάς μας. Κάτι μου λέει πως πίσω απ’ όλα τούτα ήσουν εσύ, που δεν μπορείς να δεχτείς την απουσία μας. Κι εμείς δεν μπορούμε να δεχτούμε τη δική σου, αλλά ούτε να αστράψουμε μπορούμε, ούτε να βροντήξουμε… Αυτό ανέκαθεν ήταν δικό σου προνόμιο…
Αθανασία…
Κάτι μου λέει πως ταυτίστηκες με τ’ όνομά σου..…
Μανώλης Σπανάκης