Γράμμα στο Θεό
Θύμα πολέμου ήταν η γιαγιά μου, αφού οι Γερμανοί σκότωσαν τον παππού όπως και τόσους άλλους τα μαύρα εκείνα χρόνια.
Λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο, σ’ όλες τις χηράδες άρχισαν να δίνουν μια μικρή σύνταξη, αλλά κι αυτή κατά καιρούς την έκοβαν και μέχρι να την ξαναδώσουν, η γιαγιά αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Η απογοήτευσή της ήταν μεγάλη και καθώς μια μέρα γειτόνευε με τη Μαρία της θείας της Σταυρωτής, άρχισε να κλαίει και να της λέει «ίντα θα γενώ μωρέ παιδί μου, εδά που θέλω γιατρούς και φάρμακα και ποιος θα μου τα πάρει; Ο Μιχάλης μου απού ‘χει μια κουμιά κοπέλια ή ο Πανάγος απού ‘χει κι αυτός μια ντουζίνα; Αν δεν ήτανε ο Νικολής μου να μου δίδει μια φλυτζάνα γάλα τση αίγας, μαύρα μου τ’ άψαν τα κεριά». Η Μαρία θέλησε να τηνε παρηγορήσει και της λέει: «Σώπα θεια Καντίκω κι εδά εβγάλανε ένα λεωφορείο απού πετά και φτάνει στον ουρανό από πάνω και θα γράψομε ένα γράμμα του Θεού και δεν θα σου ξανακόψουνε τα λεφτά»! Η γιαγιά, αγαθιάρα καθώς ήτανε, το πίστεψε κι άρχισε να παρακαλεί τη Μαρία να της το γράψει επιτόπου!
Η Μαρία όμως της είπε: «Πήγαινε στην Κατερίνα του Μιχάλη να το γράψει κι ύστερα θα μου το φέρεις κι εγώ θα το δώσω του Θεού»! Ήρθε λοιπόν η γιαγιά, με παρακάλεσε να γράψω το γράμμα κι εγώ δεν της χάλασα χατίρι, παρά το ότι ήμουν μικρή και τα γράμματα που ήξερα ήταν λίγα, αφού η μάνα μου μ’ έστελνε μόνο τρεις μήνες στο σχολειό, γιατί έπρεπε να κάνω τη νταντά στα αδέλφια μου που ήτανε μικρότερα από μένα. Εγώ λοιπόν δε χάλασα χατίρι στη γιαγιά κι άρχισα να γράφω τα όσα εκείνη μου υπαγόρευε:
«Αγαπημένε μου Θεέ, ώρα καλή, πολλά τα έτη, προσκυνώ και δοξάζω τ’ όνομά σου, τα πόδια και τα χέρια σου. Όμως τα λάθη που κάνεις, Θεέ μου, είναι μεγάλα και δεν το λόγιαζα ποτέ μου από σένα, πως ήθελα ν’ αφήσεις τους κερατάδες να μασε σκοτώσουνε τσ’ αθρώπους του τόπου μας και μαζί τον άνδρα μου. Να τσι πάρουνε οι χίλιοι διαόλοι όλους και να τοσε κάμεις ένα σεισμό, να ποθάνουνε όλοι ντος και να μπούνε στο καθελέτο! Σε παρακαλώ Θεέ μου, δώσε φώτιση τω κερατάδω απού μασε δίδουνε τη σύνταξη, να μη την
ξανακόψουνε, να παίρνω σκιας τα φάρμακά μου και το γάλα, γιατί με πονεί συνέχεια το στομάχι μου. Να κανονίσεις, Θεέ μου, να πάρει ο χίλιος ο διάολος εκείνους που σκοτώσανε τον άντρα μου, που με αγάπα και με ντάντεβε σαν το μωρό κοπέλι και με τάιζε λαγούς και πέρδικες, γιατί ήτανε ο καλύτερος Κυνηγός, όνομα και πράμα. Γράψε, μωρέ παιδί μου, μα γερά γερά να μην τα ξεχάσω. Παραπονούμαι, μωρέ παιδί μου, γιατί εφέρανε τα δέματα τση Ούνρας και μου δώσανε μια σκούφια και μια σαλιάρα, αντί να μου δώσουνε ένα τσεμπέρι ή ένα σοφίστανο, που να τσι κάψει, γης και ουρανέ μου, το κρομμύδι και γράψε του παιδί μου για τσι φτωχούς και τσι πλούσους, γιάντα ξεχωρίζει ετσά λογιώ τσ’ αθρώπους κι ήκαμε τη Χριστοφόραινα με φούρνους και ρακοκάζανα, με φάμπρικες κι ασβεστοκάμινα και με χωράφια που κρατούνε όλη την Κέτρα, τη γειτόνισσά μου την Πολυχρόναινα με πολλά μουρέλα και χωράφια, να γεμίζει τη ρούμπα με κουκιά και φακή! Πες του και για την Περβολάραινα, τη Σαπουνού, που την ήκαμε με τα μαγαζιά και τα σαπουναριά και μας δίδει το σαπούνι με το καλάθι και πλύνομε τα κοπέλια μας. Για τη γειτόνισσα την Τριγωνοκωστίνα που μ’ αγαπά και μου δίδει ό,τι μαγερέψει. Αυτή κάνει συχνά βρουβόπιτες και πίνομε και κανένα κρασάκι και μασε βγάνει στο χωρατό και σκούμε απού τα γέλια. Η χάρη Του να μου βλέπει την κουμπάρισσα τη Φωτεινή τη Ραφτονικολίνα και τον άντρα τζη το Ραφτονικολή, που δεν πίνουνε μήτε νερό αν δεν μου φυλάξουνε την πάρτη μου.
Γράψε του δα, παιδί μου, να μου βλέπει την Κατερίνα του Μιχάλη μου, απού μου μοιάζει στη μούρη και στο μπόι κι έχει την καρδιά μου στα χατίρια και στα σοπέτια, που να ’χει την ευχή μου και να τηνε δω παπαδιά. Γράψε του, παιδί μου, ανέ δει τον άντρα μου στην Παράδεισο, να του δώσει χαιρετίσματα και φιλιά και ξαναγράψε του να πάρουνε ένα ταμπούρι διαόλοι τσι Γερμανούς απού εκάψανε την καρδιά μου».
*Έχει δημοσιευτεί στην "Ηχώ της Βιάννου"