«Γιαγιά, πώς πέρασε η ζωή;»
Γράφει ο Μάνος Λαμπράκης
Τώρα έγινα ενενήντα πέντε χρονών και με ρωτάτε καμιά φορά: «Γιαγιά, πώς πέρασε η ζωή;». Πού να ξέρω, παιδιά μου, πώς πέρασε; Πέρασε. Αυτό είναι το παράξενο με τη ζωή. Όταν είσαι είκοσι χρονών, νομίζεις πως έχεις μπροστά σου έναν κάμπο και δεν βλέπεις πού τελειώνει. Λες του χρόνου, σε πέντε χρόνια, όταν μεγαλώσουν τα παιδιά, όταν φτιάξουμε το σπίτι, όταν ξεχρεώσουμε, όταν παντρευτεί η κόρη, όταν πάρει ο γιος τη δουλειά. Όλο «όταν». Και μια μέρα ανοίγεις τα μάτια σου και είσαι ενενήντα πέντε χρονών και λες: «Πότε έγιναν όλα αυτά;».
Μη νομίζετε πως αισθάνομαι ενενήντα πέντε. Το σώμα μου το αισθάνεται. Τα γόνατα το ξέρουν καλά. Τα χέρια μου δεν κρατούν όπως κρατούσαν και για να σηκωθώ από την καρέκλα θέλω τον χρόνο μου. Μέσα μου όμως είμαι και δεκαοχτώ και τριάντα και πενήντα. Θυμάμαι τη μάνα μου να ζυμώνει και, όταν τη θυμάμαι, για μια στιγμή δεν είμαι γιαγιά. Είμαι πάλι το κορίτσι που περιμένει να του δώσει ένα κομματάκι ζυμάρι να παίξει.
Αυτό να το θυμάστε όταν βλέπετε έναν γέρο. Μη βλέπετε μόνο τα γερασμένα χέρια. Μέσα σε έναν γέρο κάθονται όλοι οι άνθρωποι που ήταν κάποτε.
Εγώ δεν έζησα καμιά μεγάλη ζωή. Μη φανταστείτε πράγματα. Σπίτι, παιδιά, δουλειές, φαγητό, πλύσιμο, αρρώστιες, χαρές, στενοχώριες, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες. Αυτά. Αλλά τώρα που τα κοιτάζω από δω, λέω πως αυτά τα «αυτά» ήταν τελικά ολόκληρη η ζωή.
Εσείς σήμερα περιμένετε συνέχεια να συμβεί κάτι μεγάλο για να χαρείτε. Ένα ταξίδι, μια επιτυχία, μια αγορά, μια γιορτή. Εμείς πολλές φορές χαιρόμασταν επειδή είχε καλό καιρό και στέγνωσαν τα ρούχα. Μη γελάτε. Όταν έχεις πλύνει σεντόνια με τα χέρια, είναι μεγάλη χαρά να έχει ήλιο.
Και όταν δεν έχεις πολλά, μαθαίνεις να βλέπεις τα λίγα.
Θυμάμαι τη μάνα μου, όταν έκοβε το ψωμί, πρώτα το σταύρωνε. Δεν έκανε κήρυγμα. Έναν σταυρό έκανε με το μαχαίρι. Εγώ τότε δεν καταλάβαινα. Μετά κατάλαβα. Το ψωμί δεν ήταν δικό μας επειδή το αγοράσαμε. Είχε περάσει από χώμα, βροχή, ήλιο, χέρια ανθρώπων, μύλο, φούρνο, ώσπου να φτάσει στο τραπέζι. Γι’ αυτό δεν το πετούσαμε.
Εσείς να τρώτε ό,τι θέλετε. Δεν θα σας πω εγώ τι θα φάτε. Αλλά να μη φέρεστε στο φαγητό σαν να μην αξίζει τίποτε. Ένα πιάτο φαγητό έχει κόπο μέσα. Και όταν μαγειρεύετε για κάποιον, μη μαγειρεύετε μόνο για να φάει. Να μαγειρεύετε για να καταλάβει ότι τον περιμένατε.
Αυτό είναι το καλό φαγητό.
Μπορεί να κάνεις τα καλύτερα γεμιστά και να τα βάλεις μπροστά στον άλλον με μούτρα. Πικρά θα του φανούν. Και μπορεί να έχεις δυο αυγά και λίγο ψωμί και να του πεις «κάτσε να φάμε μαζί» και να το θυμάται είκοσι χρόνια.
Το σπίτι δεν το κάνει το έπιπλο. Το κάνει το «κάτσε».
Να έχετε λοιπόν πάντοτε κάτι να προσφέρετε. Δεν χρειάζεται πολύ. Έναν καφέ, ένα φρούτο, ένα κομμάτι ψωμί. Να μη φεύγει άνθρωπος από το σπίτι σας και να αισθάνεται ότι σας ενόχλησε. Ο άνθρωπος ξεχνάει τι του έβαλες στο πιάτο. Δεν ξεχνάει εύκολα πώς τον έκανες να αισθανθεί όταν κάθισε στο τραπέζι σου.
Και να τρώτε μαζί όσο μπορείτε.
Αυτό σας το λέω πολύ.
Το τραπέζι κράτησε οικογένειες.
Στο τραπέζι μαθαίναμε ποιος είχε στενοχώρια χωρίς να μας το πει. Έβλεπες το παιδί που σκάλιζε το φαγητό και καταλάβαινες. Έβλεπες τον άντρα σου που δεν μιλούσε και ήξερες ότι κάτι έγινε στη δουλειά. Έβλεπες τη μάνα που έλεγε «δεν πεινάω» και ήξερες ότι άφηνε το καλό κομμάτι για τα παιδιά.
Σήμερα ο καθένας τρώει μόνος του και πολλές φορές δεν ξέρει κανείς ποιος πεινάει δίπλα του.
Και δεν εννοώ μόνο από φαγητό.
Να προσέχετε ποιος δεν τρώει στο τραπέζι σας. Μπορεί να πεινάει από άλλο πράγμα.
Με ρωτάτε για συνταγές. Τι συνταγές να σας πω; Το κρεμμύδι να το αφήνετε λίγο να γλυκάνει. Το λάδι να μην το φοβάστε, αλλά ούτε να πνίγετε το φαγητό. Τα όσπρια θέλουν υπομονή. Η κατσαρόλα δεν αγαπάει τη βιασύνη. Και το φαγητό, όταν το βγάλεις από τη φωτιά, άφησέ το λίγο να ησυχάσει.
Και ο άνθρωπος το ίδιο.
Μην απαιτείτε απάντηση από τον άλλον την ώρα που βράζει.
Αφήστε τον λίγο να ησυχάσει.
Πολλές κουβέντες γλίτωσα στη ζωή μου επειδή δεν τις είπα την ώρα που ήθελα. Και πολλές που είπα, μετά τις μετάνιωσα. Η γλώσσα δεν έχει κόκαλα, έλεγε η μάνα μου, αλλά σπάει κόκαλα.
Να προσέχετε λοιπόν τι λέτε όταν θυμώνετε.
Ο θυμός περνάει.
Η κουβέντα μένει μέσα στον άλλον.
Εγώ με τον άντρα μου έζησα χρόνια πολλά. Μη νομίζετε ότι επειδή παλιά έμεναν οι άνθρωποι μαζί ήταν όλα όμορφα. Αυτά είναι παραμύθια. Και τσακωθήκαμε και με στενοχώρησε και τον στενοχώρησα. Υπήρχαν μέρες που δεν ήθελα ούτε να τον βλέπω.
Αλλά έμαθα κάτι.
Άλλο να θυμώσεις με έναν άνθρωπο και άλλο να τον ξεφτιλίσεις.
Αυτό να μην το κάνετε ποτέ στον άνθρωπό σας.
Αν έχετε κάτι, πείτε το όταν είστε οι δυο σας. Μη μικραίνετε εκείνον που αγαπάτε μπροστά στους άλλους για να μεγαλώσετε εσείς. Γιατί μετά θα γυρίσετε σπίτι μαζί με έναν άνθρωπο που εσείς οι ίδιοι μικρύνατε.
Και την τιμή να την προσέχετε.
Όχι εκείνη την τιμή που λέγανε παλιά και βασάνισαν τόσους ανθρώπους για το «τι θα πει ο κόσμος». Άλλο λέω.
Την τιμή που έχει ο άνθρωπος επειδή είναι άνθρωπος.
Να μη διαπομπεύετε.
Να μη βγάζετε τα μυστικά του άλλου στον δρόμο.
Να μη χτυπάτε τον άνθρωπο εκεί όπου σας εμπιστεύθηκε ότι πονάει.
Αν κάποιος σας άνοιξε την καρδιά του και σας είπε μια αδυναμία του, αυτό το πράγμα είναι σαν να σας έδωσε κάτι γυμνό να το σκεπάσετε. Μην το παίρνετε αύριο στον καβγά και το κάνετε μαχαίρι.
Αυτό είναι ατιμία.
Και να μην περιμένετε να βρείτε άνθρωπο χωρίς ελαττώματα για να αγαπήσετε. Θα πεθάνετε περιμένοντας.
Όλοι κάτι έχουμε.
Ο ένας θυμώνει.
Ο άλλος φοβάται.
Ο άλλος είναι δύσκολος.
Ο άλλος δεν ξέρει να δείχνει την αγάπη του.
Κι εσείς κάτι έχετε που οι άλλοι υπομένουν και μπορεί να μην σας το λένε.
Αυτό να το θυμάστε όταν σας πιάνει η μεγάλη δικαιοσύνη.
Εγώ, όσο μεγάλωνα, τόσο λιγότερο ήθελα να δικάζω τους ανθρώπους. Όχι επειδή έγιναν καλύτεροι οι άνθρωποι. Επειδή κατάλαβα καλύτερα εμένα.
Όταν είσαι νέος, λες εύκολα «εγώ ποτέ».
Μην το λέτε.
Η ζωή ακούει.
Δεν ξέρεις πού μπορεί να βρεθείς, τι μπορεί να φοβηθείς, πόσο μπορεί να πονέσεις, τι βάρος μπορεί να κουβαλήσεις.
Να λέτε: «Θεέ μου, φύλαγέ με».
Είναι πιο ασφαλές.
Και τα παιδιά σας να μην τα κάνετε ιδιοκτησία σας. Αυτό αργά το κατάλαβα.
Τα γεννάς, τα μεγαλώνεις, ξενυχτάς, τρέχεις στον γιατρό, τους βάζεις το χέρι στο μέτωπο να δεις αν έχουν πυρετό και κάπου μέσα σου αρχίζεις να νομίζεις ότι είναι δικά σου.
Δεν είναι.
Πέρασαν από σένα.
Ο Θεός σού τα έδωσε λίγο να τα κρατήσεις από το χέρι και ύστερα πρέπει να ανοίξεις το χέρι.
Δύσκολο πράγμα.
Η μάνα θέλει να κρατάει.
Η αγάπη όμως μερικές φορές πρέπει να ξέρει και να αφήνει.
Να μη φορτώνετε στα παιδιά σας τις ζωές που δεν ζήσατε εσείς. «Εγώ δεν σπούδασα, να σπουδάσεις εσύ. Εγώ δεν έκανα αυτό, να το κάνεις εσύ». Άσε το παιδί να βρει τι του έδωσε ο Θεός.
Εσύ να είσαι εκεί.
Σαν το καντήλι.
Το καντήλι δεν τραβάει κανέναν από το μανίκι.
Καίει.
Και όποιος χρειάζεται φως, το βλέπει.
Και με τα εγγόνια ακόμη περισσότερο. Τα εγγόνια δεν θέλουν δεύτερη μάνα και δεύτερο πατέρα. Γιαγιά θέλουν.
Να τους δίνετε εκείνο που δεν προλαβαίνουν πολλές φορές να δώσουν οι γονείς.
Χρόνο.
Να ακούσετε την ίδια ιστορία δέκα φορές.
Να δείτε το ίδιο ζωγραφάκι.
Να σας εξηγήσει το παιδί κάτι που δεν καταλαβαίνετε και να μην κάνετε πως καταλαβαίνετε.
Εγώ τώρα δεν καταλαβαίνω αυτά τα τηλέφωνά σας. Όλο τα πατάτε και κάτι γίνεται. Καμιά φορά με βγάζετε και φωτογραφία χωρίς να το ξέρω. Ε, βγάλτε.
Μόνο να μη ζείτε όλη σας τη ζωή μέσα από εκεί.
Να κοιτάζετε και λίγο τον άνθρωπο.
Τα μάτια δεν θέλουν φόρτιση.
Και όταν κάθεται απέναντί σας ένας άνθρωπος που αγαπάτε, αφήστε λίγο το τηλέφωνο. Δεν ξέρετε πόσες φορές ακόμη θα κάθεται απέναντί σας.
Αυτό το ξέρω τώρα.
Στα ενενήντα πέντε αρχίζεις να μετράς αλλιώς.
Δεν λες πια «του χρόνου».
Λες «αν είμαστε».
Και αυτό το «αν είμαστε» δεν είναι στενοχώρια. Είναι αλήθεια.
Πολλούς ανθρώπους τούς έχω πια στις φωτογραφίες.
Τη μάνα μου.
Τον πατέρα μου.
Αδέλφια.
Συγγενείς.
Φίλες.
Τον άνθρωπό μου.
Στην αρχή, όταν φεύγει κάποιος, νομίζεις πως το σπίτι γέμισε από την απουσία του. Παντού εκείνος. Η καρέκλα, το ποτήρι, ένα ρούχο, μια συνήθεια. Μετά περνούν τα χρόνια και η απουσία αλλάζει. Δεν φεύγει. Γλυκαίνει λίγο.
Και κάποτε πιάνεις τον εαυτό σου να χαμογελάει όταν τον θυμάται.
Αυτό είναι παρηγοριά.
Μη φοβάστε να θυμάστε τους νεκρούς σας. Και να τους συγχωρείτε.
Όσο ζουν οι άνθρωποι, κρατάμε λογαριασμούς.
«Μου είπε αυτό».
«Δεν μου έκανε εκείνο».
«Με αδίκησε».
Όταν φύγουν, βλέπεις πόσο μικρά ήταν πολλά από αυτά.
Ένα άδειο παλτό μένει και λες: «Γιατί θύμωνα τόσο;».
Να το μαθαίνετε αυτό πριν αδειάσει το παλτό.
Να συγχωρείτε όσο είναι ακόμη ζεστό το χέρι.
Μην περιμένετε το κοιμητήριο για να πείτε τα καλά λόγια. Εκεί δεν τα χρειάζεται πια ο άλλος όπως τα χρειαζόταν στην κουζίνα ένα απόγευμα που ήταν κουρασμένος.
Και να λέτε «σ’ αγαπώ».
Εμείς δεν το λέγαμε πολύ.
Άλλες εποχές.
Το δείχναμε περισσότερο με πράξεις. Σου καθάριζε η μάνα ένα πορτοκάλι και αυτό ήταν «σ’ αγαπώ». Σου έβαζε ο πατέρας βενζίνη χωρίς να του το ζητήσεις και αυτό ήταν «σ’ αγαπώ». Σου άφηνε η γιαγιά το καλό κομμάτι από την πίτα και έλεγε «εγώ δεν το θέλω».
Το ήθελε.
Απλώς ήθελε περισσότερο να το φας εσύ.
Εσείς όμως να τα κάνετε και τα δύο.
Και να αγαπάτε και να το λέτε.
Τι σας κοστίζει;
Μετά έρχεται η ώρα που θέλεις να το πεις και η καρέκλα είναι άδεια.
Για τα χρήματα τι να σας πω; Χρειάζονται. Όποιος λέει ότι δεν χρειάζονται, μάλλον έχει.
Να δουλεύετε.
Να μην ντρέπεστε για τίμια δουλειά.
Να πληρώνετε εκείνον που δούλεψε για σας.
Να μην κρατάτε ξένο πράγμα.
Να μην κάνετε τον έξυπνο σε βάρος του πιο αδύναμου.
Και να αφήνετε κάτι στην άκρη, γιατί η ζωή έχει χειμώνες.
Αλλά μην κάνετε τα χρήματα αφεντικό.
Το χρήμα είναι καλός υπηρέτης και κακός νοικοκύρης.
Είδα ανθρώπους να έχουν λίγα και να κοιμούνται ήσυχοι και άλλους να έχουν πολλά και να φυλάνε όλη νύχτα εκείνα που νόμιζαν ότι τους φύλαγαν.
Όσα και να μαζέψεις, στο τέλος ένα κρεβάτι πιάνεις.
Και όσο μεγαλώνεις, ούτε ολόκληρο.
Μια μεριά του κρεβατιού.
Αυτό είναι όλο.
Για τον Θεό τώρα.
Τι να σας πω εγώ για τον Θεό;
Δεν είμαι θεολόγος.
Εγώ ξέρω ένα καντήλι.
Το άναβα.
Άλλοτε με πίστη, άλλοτε με φόβο, άλλοτε επειδή έτσι είχα μάθει από τη μάνα μου. Άλλες φορές προσευχόμουν και αισθανόμουν πως ο Θεός είναι δίπλα. Άλλες φορές έλεγα τα ίδια λόγια και δεν αισθανόμουν τίποτε.
Τα έλεγα όμως.
Τώρα καταλαβαίνω ότι και εκείνες οι προσευχές που νόμιζα πως πήγαν χαμένες κάπου πήγαν.
Μη ζητάτε να αισθάνεστε πάντοτε τον Θεό.
Η μάνα δεν παύει να είναι στο σπίτι επειδή το παιδί κοιμάται και δεν τη βλέπει.
Έτσι το σκέφτομαι εγώ.
Και όταν σας έρθει μεγάλη στενοχώρια, μην ψάχνετε πολλά λόγια.
Πείτε «Χριστέ μου, βοήθησέ με».
Φτάνει.
Ο άνθρωπος όταν πνίγεται δεν κάνει ομιλία.
«Βοήθεια» λέει.
Και πολλές φορές αυτή είναι η πιο αληθινή προσευχή.
Εμένα ο Θεός δεν μου τα έκανε όλα όπως τα ζήτησα.
Ευτυχώς.
Τότε δεν το έλεγα «ευτυχώς».
Θύμωνα, έκλαιγα, έλεγα «γιατί;».
Τώρα κοιτάζω πίσω και βλέπω μερικά πράγματα που, αν γίνονταν όπως τα ήθελα, μπορεί να μου είχαν κάνει μεγάλο κακό.
Και άλλα ακόμη δεν τα κατάλαβα.
Δεν πειράζει.
Δεν χρειάζεται να φύγω από αυτόν τον κόσμο έχοντας καταλάβει τα πάντα.
Ένα παιδί που ταξιδεύει με τον πατέρα του δεν χρειάζεται να ξέρει όλους τους δρόμους.
Χρειάζεται να ξέρει με ποιον ταξιδεύει.
Αυτό μου φτάνει τώρα.
Και να πηγαίνετε στην εκκλησία όχι επειδή είστε καλοί.
Αυτό το λάθος κάνουν πολλοί.
«Δεν είμαι άξιος», λέει ο άλλος.
Ποιος είναι;
Πηγαίνουμε επειδή έχουμε ανάγκη.
Όταν ήμουν νέα και είχα τα παιδιά μικρά, πολλές φορές στην εκκλησία το μυαλό μου πήγαινε στο φαγητό που είχα αφήσει, στο παιδί που βήχει, στις δουλειές. Έλεγα: «Τι προσευχή έκανα τώρα;».
Τώρα λέω πως μπορεί ο Θεός να δεχόταν και εκείνο.
Γιατί κι εκείνη η έγνοια αγάπη ήταν.
Ο Θεός δεν είναι εξεταστής να κοιτάζει αν έκανες σωστά την προσευχή.
Πατέρας είναι.
Και κάτι ακόμη να σας πω για την πίστη.
Μην την κάνετε πέτρα να τη ρίχνετε στους άλλους.
Αν πιστεύετε στον Χριστό, να γίνεται ο άλλος λίγο πιο ήσυχος κοντά σας.
Αν φοβάται περισσότερο επειδή είστε εσείς εκεί, κάτι δεν κάνατε καλά.
Εγώ έτσι το καταλαβαίνω.
Το καντήλι δεν κάνει θόρυβο.
Φωτίζει.
Να φυλάξετε και λίγη ντροπή μέσα σας. Όχι εκείνη τη ντροπή που τσακίζει τον άνθρωπο. Την καλή ντροπή.
Να ντρέπεσαι να πάρεις αυτό που δεν είναι δικό σου.
Να ντρέπεσαι να προσβάλεις έναν γέρο.
Να ντρέπεσαι να κοροϊδέψεις έναν αδύναμο.
Να ντρέπεσαι να αφήσεις έναν άνθρωπο που σε βοήθησε όταν πια δεν σου χρειάζεται.
Να ντρέπεσαι να κάνεις τον καλό μπροστά και να τρως τον άλλον από πίσω.
Αυτή τη ντροπή να την κρατήσετε.
Κάνει καλό.
Και να έχετε φιλότιμο.
Το φιλότιμο δεν είναι να σε βλέπουν.
Είναι να μπορείς να κάνεις κάτι καλό και να μη μάθει κανείς ότι το έκανες.
Να βρεις ένα πορτοφόλι και να το επιστρέψεις ενώ θα μπορούσες να το κρατήσεις.
Να δεις έναν άνθρωπο κουρασμένο και να του κάνεις τη δουλειά χωρίς να του πεις «κοίτα τι έκανα για σένα».
Να τηλεφωνήσεις σ’ έναν γέρο όχι επειδή έχει γιορτή αλλά επειδή σκέφτηκες ότι μπορεί να είναι μόνος.
Αυτά παίρνουμε μαζί μας, νομίζω.
Τα άλλα μένουν.
Κοιτάξτε τώρα το σπίτι μου. Πόσα πράγματα μάζεψα τόσα χρόνια. Σεμεδάκια, πιάτα, ποτήρια, κουβέρτες, πράγματα που έλεγα «αυτό είναι καλό, να μην το χαλάσουμε».
Τι να μην το χαλάσουμε;
Για ποιον;
Είχαμε παλιά ένα καλό σερβίτσιο και το φυλάγαμε για τους ξένους.
Μετά κατάλαβα κάτι.
Κι εμείς ξένοι είμαστε.
Περνάμε.
Γι’ αυτό χρησιμοποιήστε τα καλά σας πράγματα.
Φορέστε το καλό φόρεμα.
Ανοίξτε το καλό κρασί όταν έρθει ο άνθρωπός σας.
Βάλτε τα καλά πιάτα στο τραπέζι.
Μην αποθηκεύετε όλη τη χαρά για μια ημέρα που μπορεί να μη φτάσει.
Αλλά ούτε να ζείτε σαν να μην υπάρχει αύριο.
Να ζείτε σαν να είναι δώρο και το σήμερα και το αύριο.
Αυτό θέλει λίγο νοικοκυροσύνη στην ψυχή.
Και όταν κάνετε λάθος, να ζητάτε συγγνώμη.
Μην αφήνετε τον εγωισμό να σας κλέβει χρόνια.
Έχω δει αδέλφια να μη μιλούν δέκα και είκοσι χρόνια και στο τέλος να κλαίνε πάνω από ένα φέρετρο.
Τι κέρδισαν;
Ποιος είχε δίκιο;
Άντε τώρα να το βρεις.
Δύο άνθρωποι έχασαν είκοσι Χριστούγεννα για να μη χάσει κανείς έναν καβγά.
Μεγάλη ζημιά.
Να χάνετε και λίγο.
Κάνει καλό.
Δεν χρειάζεται να κερδίζετε όλες τις κουβέντες.
Καμιά φορά κέρδισες την κουβέντα και έχασες τον άνθρωπο.
Τι το κάνεις μετά το δίκιο σου;
Το βάζεις σε κορνίζα;
Και να γελάτε.
Αυτό μην το ξεχάσετε.
Ο Θεός μάς έδωσε και το γέλιο.
Να γελάτε με τον εαυτό σας. Όχι με την πληγή του άλλου.
Όποιος μπορεί να γελάσει λίγο με τα χάλια του γλιτώνει από πολλή υπερηφάνεια.
Τώρα εγώ ξεχνάω καμιά φορά πού έβαλα τα γυαλιά μου και τα έχω στο κεφάλι.
Γελάω.
Τι να κάνω;
Να θυμώσω με τα ενενήντα πέντε;
Καλά μου φέρθηκαν.
Με έφεραν μέχρι εδώ.
Και το σώμα σας να το αγαπάτε χωρίς να το προσκυνάτε.
Να το πλένετε, να το φροντίζετε, να το ξεκουράζετε, να το ταΐζετε σωστά.
Σας κουβαλάει μια ζωή.
Όταν ήμουν νέα, ανέβαινα σκάλες τρέχοντας και ούτε ήξερα ότι έχω γόνατα.
Τώρα τα ξέρω ένα ένα.
Να λέτε και κανένα ευχαριστώ στο σώμα όσο δουλεύει.
Δεν είναι μηχανή.
Και όταν αρχίσει να κουράζεται, μην το μισήσετε.
Έκανε τη δουλειά του.
Τα χέρια μου τώρα είναι ζαρωμένα. Αλλά αυτά τα χέρια έπλυναν παιδιά, ζύμωσαν ψωμιά, χάιδεψαν πυρετωμένα μέτωπα, κράτησαν χέρια σε νοσοκομεία, έκαναν τον σταυρό τους πάνω από ανθρώπους που κοιμόντουσαν.
Πώς να τα πω άσχημα επειδή ζάρωσαν;
Εγώ τα ευχαριστώ.
Τώρα, αν με ρωτήσετε τι θα ήθελα να είχα κάνει διαφορετικά, θα σας πω: να είχα φοβηθεί λιγότερο.
Πολύ φοβόμαστε στη ζωή.
Τι θα γίνει.
Τι θα πουν.
Αν θα τα καταφέρουν τα παιδιά.
Αν θα έχουμε χρήματα.
Αν θα αρρωστήσουμε.
Και τελικά ό,τι ήταν να έρθει ήρθε και κάπως περάσαμε κι από μέσα.
Έκλαψα για πράγματα που έγιναν.
Αλλά έκλαψα και για εκατό πράγματα που δεν έγιναν ποτέ.
Αυτά τα δάκρυα πήγαν χαμένα.
Γι’ αυτό εσείς να κάνετε αυτό που μπορείτε σήμερα και το υπόλοιπο να το αφήνετε λίγο στον Θεό.
Δεν κρατιέται όλος ο κόσμος με τα χέρια μας.
Κουράζονται.
Και στο τέλος αυτό έμαθα.
Όλη τη ζωή μου νόμιζα ότι κρατούσα.
Κρατούσα το σπίτι.
Κρατούσα τα παιδιά.
Κρατούσα τα χρήματα να φτάσουν.
Κρατούσα τον έναν όταν αρρώστησε.
Κρατούσα τον άλλον όταν φοβήθηκε.
Κρατούσα οικογένεια, πιάτα, σακούλες, μωρά, χέρια, κλειδιά.
Τώρα δεν μπορώ να κρατήσω καλά ούτε ένα γεμάτο ποτήρι.
Και κάθομαι καμιά φορά εδώ στην καρέκλα και σκέφτομαι:
Τελικά δεν κρατούσα εγώ τόσα χρόνια τη ζωή.
Η ζωή κρατούσε εμένα.
Και πιο πίσω από τη ζωή, ο Θεός.
Αυτό θέλω να θυμάστε όταν κάποτε δεν θα είμαι εδώ.
Όχι τα πράγματά μου.
Πάρτε τα, δώστε τα, πετάξτε ό,τι δεν χρειάζεται. Μην τσακωθείτε για κανένα πιάτο και κανένα χωράφι. Αν ένα πράγμα που αφήνω πίσω μου σας χωρίσει, καλύτερα να το δώσετε σε ξένο.
Να θυμάστε να τρώτε μαζί.
Να έχετε λίγο ψωμί για εκείνον που θα χτυπήσει την πόρτα.
Να μη ντροπιάζετε τον άνθρωπό σας.
Να τηλεφωνείτε στους γέρους σας.
Να ζητάτε συγγνώμη πριν γίνει πολύ αργά.
Να μη φοβάστε να πείτε «σ’ αγαπώ».
Να ανάβετε κανένα καντήλι.
Να κάνετε τον σταυρό σας πριν φύγετε από το σπίτι, όχι από φόβο, αλλά για να θυμάστε ότι δεν πηγαίνετε μόνοι.
Και όταν σας έρθει η μεγάλη στενοχώρια, μην απελπιστείτε.
Πέρασαν πολλά από αυτό το σπίτι.
Χαρές, φωνές, γέλια, αρρώστιες, γάμοι, θάνατοι.
Όλα πέρασαν από την ίδια πόρτα.
Μόνο η αγάπη, βλέπω τώρα, δυσκολεύεται να φύγει.
Μένει πάνω στα πράγματα.
Μένει σε μια συνταγή που κάνετε όπως την έκανε η μάνα σας.
Μένει σε μια κουβέντα που σας είπε κάποιος όταν ήσασταν παιδί.
Μένει στον τρόπο που σκεπάζετε το δικό σας παιδί τη νύχτα χωρίς να ξέρετε ότι κάνετε ακριβώς την κίνηση που έκανε κάποτε κάποιος πάνω από εσάς.
Και όταν έρθει κάποτε και για μένα η ώρα, μη λέτε πολλά.
Ενενήντα πέντε χρόνια μού έδωσε ο Θεός. Τι παράπονο να έχω;
Μόνο να ανοίξετε λίγο το παράθυρο.
Αυτό θέλω.
Και αν είναι πρωί, να μπει μέσα λίγο φως.
Γιατί τόσα χρόνια αυτό κατάλαβα.
Εμείς νομίζουμε πως όλη μας τη ζωή μαθαίνουμε να κρατάμε.
Σπίτια, ανθρώπους, παιδιά, πράγματα, το σώμα μας, τη ζωή μας.
Και στο τέλος ο Θεός μάς μαθαίνει το τελευταίο μάθημα.
Να ανοίξουμε το χέρι.