Φάτε διαόλοι χόντρο!
Η ιστορία, πέρα ως πέρα αληθινή, έρχεται να μας θυμίσει πως περνούσαν οι άνθρωποι περασμένα χρόνια.
Ήταν γύρω στο 1970, τότε που οι καλλιέργειες πρώιμων κηπευτικών άρχισαν να μαζεύουν τους ανθρώπους στις παραλιακές περιοχές. Εμείς, είχαμε την καλλιέργειά μας, στον Προφήτη Ηλία, στην περιοχή που είναι γνωστότερη ως «Κέντρα». Πολλές οικογένειες από την Πλάκα της Βιάννου, αλλά και τα γύρω χωριά, Βαχό και Κεφαλοβρύσι, είχαν εκεί τα μετόχια και τις καλλιέργειές τους. Γείτονές μας, ήταν ο αξέχαστος Δημήτρης Παπαδημητράκης (Κνεκνές) και η σύζυγός του, η επίσης αξέχαστη Τσιτσινούλα Κόμη. Εκεί έμεναν επίσης, ο πεθερός μου, Γιάννης Δαμουλάκης, γνωστότερος ως «Κασσανιώτης», μαζί με την γυναίκα του Μαρία. Έμεναν ακόμη οι οικογένειες Δημήτρη και Σοφίας Τσικνάκη και του Γιώργη Γουρνιεζάκη (Μαντίλαρος). Κάθε βράδυ αποσπερίζαμε όλοι μαζί, τη μια βραδιά στο ένα σπίτι, την άλλη σε άλλο, κουβεντιάζοντας τα προβλήματά μας και μαθαίνοντας τα νέα από το χωριό. Ένα βράδυ, ήμασταν στο σπίτι του πεθερού μου, του Κασσανιώτη, και τον βρήκαμε γκρινιαστό και φοβισμένο, ενώ κατά κανόνα μας δεχότανε πάντα με το τραγούδι. Ειδικότερα με τον Κνεκνέ και το Τσιτσινιώ ήταν πολύ δεμένοι και αγαπημένοι και υποδέχονταν ο ένας τον άλλο με εγκαρδιότητα: «Καλώς το γείτονα, καλώς τη γειτόνισσα»! Βλέποντάς τον έτσι το Τσιτσινιώ, εμπήκε στην έγνοια και τον ρώτησε: «Γιάντα δεν έχεις όρεξη γείτονα, μπας κι είσαι άρρωστος;». Τότε τους είπε τα καθέκαστα. «Θα σας ε-πω ίντα μου συνέβηκε οψές το βράδυ, σαν επέσαμε να κοιμηθούμε. Από νωρίς, πριν να αποκολώσει ο ήλιος, επήγαμε να αρμέξομε την αίγα μας και εκράτιουνα εγώ το κουβαδάκι κι η γυναίκα μου άρμεγε. Επαραπάτησα όμως κι εχύθηκε το γάλα. Η γυναίκα μου, ενώ ξέρει ότι εδώ γραντίζει (θρυλείται ότι έχει νεραδαϊκά) ο τόπος, μ’ έστειλε στον όξω απ’ δω. Τη νύχτα λοιπόν, Τσιτσινούλα μου, ήρθε να με πάρει ο όξω απ’ δω κι εκεί που παλεύαμε, βλέπω στη μέση του σπιτιού ένα ψαρογένη με τεράστιο σταυρό στα χέρια να με σταυρώνει και να μου λέει: «Ο γείτονάς σου, ο Ηλίας είμαι και μη φοβάσαι, μα δεν σ’ αφήνω να πάθεις το παραμικρό»! Αμέσως ο διάβολος εξαφανίστηκε, έκαμα το σταυρό μου κι όλη τη νύχτα εδόξαζα τον γείτονά μου, τον Προφήτη Ηλία που με βοήθησε»!
Όλοι μας είχαμε πληροφορηθεί το περιστατικό αυτό και την παραμονή της μεγάλης αποκράς, το Τσιτσινιώ με τον Κνεκνέ, τον άντρα της, βγάλανε τα σχέδια να αποκριγιώσομε το μεσημέρι στου Κασσανιώτη και το βράδυ στο σπίτι τους. Πράγματι, το μεσημέρι εφάγαμε όλοι μαζί στου Κασσανιώτη. Το βράδυ, ενώ τον περιμέναμε στου Κνεκνέ, δεν ήρθε, γιατί, όπως πληροφορηθήκαμε, ήτανε κακός ο καιρός. Ξαφνικά μας λέει η Τσιτσινιά για μια ωραία ιδέα που είχε: «Ελάτε να μασκαρευτούμε, να πάμε στου γείτονα του Κασσανιώτη, αλλά θα μεταμφιεστούμε όλοι διαβόλοι και μόνο το Δημητράκι μου θα μεταμφιεστεί σε Προφήτη Ηλία, για να μη σκάσει ολότελα από το φόβο του»! Αρχίζει λοιπόν την… σκηνοθεσία και μας ντύνει με ό,τι παράξενα ρούχα είχε, κόψαμε ξύλα και τα κάμαμε κέρατα και μαλλιά προβάτου για να κάμει τα γένια του Κνεκνέ. Φτάνοντας στο σπίτι του Κασσανιώτη, με το που μας αντίκρισε, άλλαξε το χρώμα του, κιτρίνισε ωσάν το μανουσάλι και ταυτόχρονα άρχισε να σταυροκοπιέται! Εμείς, όπως ήταν φυσικό, κρατιόμασταν με το ζόρι για να μην ξεσπάσουμε στα γέλια. Η Τσιτσινιά όμως, τα είχε προβλέψει όλα και, πριν ξεκινήσουμε είχε γεμίσει του Κνεκνέ, του άντρα της, τις τσέπες με ξινόχοντρο και λέγοντάς του: «Όταν θα δεις ότι… ζορίζουν τα πράγματα, για να μην σκάσουμε και τον Κασσανιώτη, θα αρχίσεις να σκορπάς τον ξινόχοντρο και θα λες την γνωστή σου ατάκα: «Φάτε διαόλοι χόντρο»! Στο άκουσμα της ατάκας του Κνεκνέ, ο Κασσανιώτης ηρέμησε, χαμογέλασε, αγκάλιασε τον γείτονά του και ευχήθηκε σε όλους μας να είμαστε καλά και του χρόνου να επαναλάβουμε το αστείο μας. Βέβαια, όπως πολύ σωστά λέει η παροιμία «Τις μεγάλες αποκρές κουζουλαίνονται κι γρες»!!! Καλή Σαρακοστή σε όλους!
*Έχει δημοσιευτεί στην "Ηχώ της Βιάννου"
Φωτογραφία: tastefull.gr