«(Δ)ε (ν)το θωρώ ’γω, κύριε, αλλά το υποψιάζομαι»!
Εκεί γύρω στο ’64 έγινε η νέα πτέρυγα στο Γυμνάσιο Βιάννου. Εκείνο τον καιρό ολόκληρο το γήπεδο είχε μεταβληθεί σ’ ένα μεγάλο εργοτάξιο. Μια εποχή, μάλιστα, Γυμνάσιο και Λύκειο λειτουργούσαν πρωί - απόγευμα. Περιμένοντας την απογευματινή βάρδια, καπνίζαμε στου Πανακάκη από πάνω, μέσα σε μια αργουλίδα που σχημάτιζε καλύβα, τσιγάρα από διαλυμένες γόπες.
Εκεί στην αργουλίδα είχε το στρατηγείο της η Ε.Ο.Π.Α. (Εθνική Οργάνωση Πλακιωτών Αγωνιστών) δηλαδή μια «συμμορία» αντίστοιχη με τη δική μας του «χωριού», όταν αναβίωσε ο πετροπόλεμος, στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Ένα βράδυ όμως ένας δικός μας «κομάντος» έκαμε υφαρπαγή της σημαίας τους, καθώς βρήκε αφρούρητο το στρατηγείο. Εκείνη την μοιραία ώρα οι Πλακιώτες αγωνιστές αθλούνταν ομαδικά στο Βράσκο.
Ακολούθησε η ιστορική μάχη της Καμάρας με σφοδρό πετροπόλεμο, ισόπαλο αποτέλεσμα και συνθηκολόγηση. Αργότερα ήρθε και η άρση του εμπόλεμου. Έτσι μπορούσες πλέον να κυκλοφορήσεις ανενόχλητος στην Πλάκα.
Το Γυμνάσιο, λοιπόν, συγκλονιζόταν από φουρνέλα που βγάζανε με τα χέρια, με το ματσάπι και το ματσακούπι, μαστόροι, όπως ο Βούλγαρης από το Λουτράκι και ο Μανώλης και ο Γιώργης ο Κατσοπρίνης απ’ την Πλάκα. Πολλές φορές κατά τη διάρκεια των μαθημάτων ακούγονταν οι φωνές τους:

-Βάρδα! Βάρδα φουρνέλο! Ενώ το γήπεδο και η Μέλισσα μοιάζανε με βομβαρδισμένο τοπίο. Εκεί στη νέα πτέρυγα περίσσεψε ή προβλέφτηκε, δεν ξέρω, κάποιος χώρος που έγινε τελικά το εργαστήριο του σχολείου, το Χημείο. Με μαύρες κουρτίνες στις πόρτες και στα παράθυρα για την απαραίτητη συσκότιση. Μ’ ένα μακρύ πάγκο γεμάτο δοκιμαστικούς σωλήνες και όργανα.
Εκεί ήτανε το στρατηγείο του Λευτέρη. Ώρες περνούσε εκεί σκυμμένος να διαβάζει και να προετοιμάζει τα πειράματα. Είχε κέφι και μεράκι ο Λευτέρης. Πριν τον κουράσει η μιζέρια, ο μισθός πείνας και το άγχος. Δεν ήτανε αυτός για το «φασίολο του Γαβρεσέα», τη Φυτολογία της Β’ Γυμνασίου, τότε, και τα ρέστα. Του τη δίνανε του Λευτέρη κάτι τέτοια.
Ανήσυχο πνεύμα. Ελασίτης, Μακρονησιώτης, άργησε να διοριστεί στο Δημόσιο. Στην αρχή δούλεψε στο ιδιωτικό Γυμνάσιο Αρκαλοχωρίου. Ήρθε τελικά στο Γυμνάσιο Βιάννου και ήταν για το μαθητόκοσμο ένας μύθος. Ψηλός, χειροδύναμος, γυμνασμένος – εκεί στο περιβόλι του, στον Αυγό, ίσως είναι ακόμη το μονόζυγό του.
Με φίνα χαρακτηριστικά, με δάχτυλα κιτρινισμένα από τη νικοτίνη κι ας χρησιμοποιούσε για τα «μισάκια» του κάτι πίπες μιας χρήσης.
Ένας μύθος που στις Γυμναστικές Επιδείξεις, το γεγονός της χρονιάς για την επαρχία, καθώς ανέβαινε τα μεγάλα σκαλοπάτια για το γήπεδο, η μαθηταρία τον χειροκροτούσε, σπάνιο πράγμα για καθηγητή εκείνα τα χρόνια. Μαζί με τον Κατσαρό μόνιμη μειοψηφία σε αποβολές και διώξεις μαθητών. Στην τάξη μέσα δεν ακουγότανε «κιχ»… Όταν νευρίαζε, στην αρχή σπάνια κι αργότερα πιο συχνά, δε χτυπούσε. Δεν ήξερε, δεν ήθελε να χτυπήσει μαθητή. Τα ’βαζε με τα θρανία, την έδρα, το τραπέζι, φώναζε.
Στο Χημείο, μια φορά, κάποιος τον είχε εκνευρίσει άσχημα. Απευθυνόταν σ’ αυτόν αλλά στην ουσία σε όλη την τάξη, μ’ ένα «Φιλιππικό», όχι για το περιστατικό – αυτό ήταν η αφορμή- αλλά για την κουλτούρα, τον πολιτισμό κι έβγαζε φωτιές:
-Εδιάβασες εσύ, μωρέ, Τολστόι, εδιάβασες Ντοστογιέφσκι; Πολιτισμός, μωρέ, θα πει … και θα πει… και θα πει…
Είχε όμως την αίσθηση του χιούμορ και τα έξυπνα, μέσα στη διαδικασία του μαθήματος, του αρέσανε. Γελούσε τότε μ’ ένα παιδικό γέλιο και χαλάρωνε το πρόσωπό του.
Σ’ ένα μάθημα της Χημείας, ηλεκτρόλυση νομίζω, το πείραμα πέτυχε απόλυτα. Ο Λευτέρης συνεπαρμένος από την επιτυχία, γεμάτος αυτοπεποίθηση, φώναξε προς τους μαθητές:
-Το βλέπετε, παιδιά, το υδρογόνο που ανεβαίνει υπό μορφήν φυσαλίδων;
-Μάλιστα, κύριε, μάλιστα! Φώναξαν περισσότερο τα κορίτσια που κάθονταν στα πρώτα θρανία, εντυπωσιασμένα από το αποτέλεσμα του πειράματος.
-Το βλέπουμε, το βλέπουμε!!
Ο Αριστομένης, που καθόταν στην τελευταία σειρά, ξενυχτισμένος, άγνωστο για ποιο λόγο, είχε ακουμπήσει το κεφάλι του στο θρανίο και τον είχε πάρει ο ύπνος. Με τις φωνές των κοριτσιών και τον ενθουσιασμό τους σήκωσε το κεφάλι του αγουροξυπνημένος. Στο μισοσκόταδο του Χημείου, ο Λευτέρης δε διέκρινε, βέβαια, τα κοκκινισμένα μάτια του, γιατί μπορεί να γινότανε… Τούρκος.
Όταν όμως είδε το κεφάλι του και τον Αριστομένη να κοιτάζει αιφνιδιασμένος, τον ρώτησε:
-Το βλέπεις εσύ, Συγγελάκη, το υδρογόνο;
Κι ο Αριστομένης στον κόσμο του ακόμα, χωρίς να πολυσκεφτεί και με αμίμητο τρόπο, έκανε το Λευτέρη να γελάσει μετά από πολύ καιρό:
-(Δ)ε (ν)το θωρώ ’γω, κύριε, αλλά το υποψιάζομαι! είπε μόνο κι έγινε σεισμός στο Χημείο.
Ώρα πολύ κουνούσαν στους δοκιμαστικούς σωλήνες τα διάφορα υγρά και η Παιδαγωγική μπήκε στη τάξη «αδειάζοντας» τη Χημεία.
*Από το βιβλίο του Κλεάνθη Ψαρολογάκη με τίτλο «Το δικαστήριο κηρύσσει άπαντας ενόχους».
Η κεντρική φωτογραφία προέρχεται από το Φωτογραφικό Αρχείο Μανώλη Σπανάκη: Στην εξαιρετική Φωτογραφία ο αείμνηστος Λευτέρης Μαστρογιωργάκης-για χρόνια Γυνασιάρχης Γυμνασίου Βιάννου- χορεύει "ιπτάμενος" στις Γυναστικές επιδείξεις του σχολείου κατά την περίοδο που αναφέρεται ο συγγραφέας.