Τα κρυοπαγήματα
Ιστορικές μνήμες του Ελληνοαλβανικού Μετώπου
Προχθές, 21 Οκτωβρίου, ήταν τα γενέθλια της αδελφής μου, της Αντωνίας (γεννήθηκε στις 21-10-1940). Έφτασα στο σπίτι της συγκινημένη που θ' αγκαλιαστούμε και φέτος και θα θυμηθούμε τι κάναμε στο σπίτι μας το φτωχικό, στα Πρεβελιανά, κάθε χρόνο σαν τέτοια μέρα, χωρίς πολλά αγαθά ή φανταχτερές τούρτες αλλά με πολλή αγάπη, όλοι μας μια αγκαλιά.
Είχαν κάθε χρόνο την τιμητική τους οι γονείς μας:
«Ενός μηνός ένα αγγελούδι σ' άφησε κι έφυγε ο πατέρας σου με τη Μεραρχία. Το περιμέναμε βέβαια με την κήρυξη του πολέμου… Φύγανε μαζί 6-7 πρώτα μου ξαδέρφια για το Μέτωπο… Πώς βγήκε ο χειμώνας εκείνος… Η μάνα μου πατούσε τα χιόνια κι ερχόταν από τη Μεγάλη Βρύση κάθε μέρα να με βοηθήσει, να μας σταθεί… Πώς χτυπούσε η καρδιά μας για την τύχη τους εκεί πάνω…
Άργησε ο πατέρας σας να κατεβεί μ’ ένα σαπιοκάραβο, που για να τον πάρει του δώσε τα καλά του ρούχα που πήρε μαζί του, όταν έφυγε. Ήρθε εξαθλιωμένος.
Είδε κι έπαθε πολλά, κυρίως σαν νοσοκόμος στο στρατιωτικό νοσοκομείο στα Γιάννενα με γιατρό το Στέλιο Κουτεντάκη, που έχει να πει για την ανθρωπιά του πατέρα σας και την αυταπάρνησή του. Ήρθε αλλά ποτέ του δεν ξέχασε τα ψυχομαχητά, τα βογγητά, τις παραγγελιές των πληγωμένων, τους ακρωτηριασμούς από τα κρυοπαγήματα.
Σηκωνόταν τη νύχτα και έκλαιγε κι ύστερα συνήθως δεν ξανακοιμόταν. Πάντα ζει τον πόλεμο.. Κι όμως όταν κατέβηκε κινδύνεψε πολλές φορές σε στραθιές στο Δούλι, στη Γέννα και αλλού για παραγγελιές της αντίστασης…»
Έτσι έλεγε η μάνα μου.
Κι ο πατέρας μου, προσπαθώντας με το βήχα του να κρύψει το κλάμα του:
«…Άφησα μωρό το παιδί μου. Το ‘βλεπα μέρα νύχτα να το έχω στην αγκαλιά μου και να το νανουρίζω.
Να ζήσω και να το ξαναδώ, Θε μου, έλεγα. Εκείνο που δε μου φεύγει ποτέ είναι οι ακρωτηριασμοί από τα κρυοπαγήματα γιατί το κρύο της Αλβανίας είναι πολλούς βαθμούς κάτω από το μηδέν. Ήταν ο βαρύς χειμώνας και η πίστη στον αγώνα μας που μας έκανε να μην κάνομε με τίποτε πίσω.
Αντέχαμε και επιμέναμε δείχνοντας δυνάμεις που δεν τις έχει ο άνθρωπος. Για να υπερασπιστούμε την πατρίδα που δεν προκάλεσε κανένα, για σας που αφήσαμε πίσω μας, για μας τους ίδιους και για τους αδελφούς του πατέρα μου που σκοτώθηκαν από τους Τούρκους στην Επανάσταση στις Αρχάνες και συχνά τους έβλεπα μπροστά μου στο Μέτωπο.
Κι ήταν μαζί μας ο Θεός, γι’ αυτό νικήσαμε. Εγώ την ημέρα των Αγίων Σαράντα γλύτωσα μόνο από θαύμα. Και έταξα να χτίσω την εκκλησία τους. Αλλά με ποια χρήματα;
Τι είναι τα κρυοπαγήματα; Δεν είναι κάτι απλό. Ένοιωθες σιγά-σιγά να μην αισθάνεσαι, σαν να ‘ταν σάπια τα χέρια σου και τα πόδια σου. Ένοιωθες να χάνονται σιγά-σιγά, αρχίζοντας από τα νύχια με πόνους, που περνούσαν σαν ηλεκτρικό ρεύμα το σώμα σου.
Ύστερα ερχόταν πρήξιμο και ξάναμμα στο δέρμα. Τα πόδια πρήζονταν ως τον αστράγαλο. Λεβέντες με τυλιγμένα τέτοια πόδια μεταφέρονταν κρεμασμένοι στους ώμους άλλων φαντάρων.
Αναζητούσαν τη ζέστα σαν τρελοί, τόσο που μπορεί να πέσουν στη φωτιά, αν δεν τους κρατήσεις. Αλλά ύστερα σιγά σιγά μαύριζε το πληγωμένο μέρος. Το παγωμένο αίμα σάπιζε στις αρτηρίες, και οι σάρκες σάπιζαν και πέφτανε από τη γάγγραινα.
Ακολουθούσε το ορεινό χειρουργείο, μια σκηνή πίσω από τις γραμμές με τους γιατρούς και τα εργαλεία τους. Κι ένα τραπέζι, όπου ο άρρωστος ξάπλωνε.
Δεν θα ξεχάσω έναν οδηγό χωρίς χέρια και πόδια φασκιωμένο…, ένα κούτσουρο… Η μεγαλύτερη ζημιά στον αλβανικό έγινε από τα κρυοπαγήματα, όχι από τα όπλα.
Άλλαξε η ψυχή μου μετά τον πόλεμο. Είδα τόσο πόνο, τόση ματαιότητα. Τι είναι ο άνθρωπος; Δεν ήρθα ίδιος μ’ αυτόν που έφυγα.
Η ανθρώπινη αξία κάτω του Μηδενός, Εκεί το βλέπεις… Η ζωή γενικά, γιατί και τα ζώα που υπέφεραν τα πάνδεινα, που γλιστρούσαν χωρίς πέταλα, έπεφταν αβοήθητα, τσακίζονταν, χωρίς γιατρό και χειρουργεία…»
Το τελευταίο, για τη δουλειά των χειρουργείων, όπου υπηρέτησε τον περισσότερο καιρό ο πατέρας μου ως νοσοκόμος, το έγραψα και δεν τον άφησα να το ξαναπεί ποτέ πια στα γενέθλια της αδερφής μου. Τον λυπόμουνα αλλά και δεν το άντεχα.
Ξαναερχόταν μπροστά μου οι σκηνές στις παρελάσεις των αναπήρων, τα κρυοπαγήματα της παγωμένης Αλβανίας, όπου παντού, όπου το μάτι σου γύριζε κι όπου το πόδι σου πατούσε ήταν χιόνι.
Αλλά ας σκεφτούμε μετά την τραγική και την αισιόδοξη πλευρά, την άλλη όχθη, της νίκης των λίγων κατά των πολλών, των άοπλων κατά των πάνοπλων και πανέτοιμων.
Για να αντιληφθούμε τη μεγάλη δύναμη των υψηλών ιδανικών (φιλοπατρία, Ελευθερία, εθνική αξιοπρέπεια με τις όποιες συνθήκες), που μας λείπουν σήμερα. Γιατί τα εξαφάνισε η συνεχής προπαγάνδα των ΜΜΕ για τη Θεοποίηση του Χρήματος, της Εξουσίας, της Δύναμης του Ισχυρού, ο καταναλωτισμός. Με αποτέλεσμα τον τρόμο, την ανοχή, την ανασφάλεια, τη χαμηλή σε όλους τους τομείς ποιότητα ζωής.
Οι εμπειρίες του Μετώπου - όπως εκείνες του πατέρα μου, όσες κατέγραψα και όσες δεν κατέγραψα - είναι βέβαια πολύτιμες, γιατί απηχούν χωρίς μεγαλοστομίες την ωμή πραγματικότητα του πολέμου εκείνου που ντρόπιασε τον φασισμό.
Γι' αυτό είναι ευλογία που κάποιοι αξιωματικοί ή στρατιώτες κράτησαν ατομικά ημερολόγια, χωρίς γνώσεις επιτελικές, σημειώνοντας, ενώ οι σύντροφοί τους βοηθούσαν να μην ξεχάσουν τίποτε.
Για να γνωρίζομε την ιστορία που με το αίμα του έγραψε ο Ελληνικός Λαός, να συνειδητοποιούμε την αλήθεια την ιστορική που είναι διδακτική, διαχρονική και αξεπέραστη.-