Αποχαιρετισμός στην Τιτίκα Μανδαλάκη-Γιαννιτσιώτη
8 του Απρίλη 2020.
Το τηλέφωνο σκορπά το μήνυμα του μισεμού σου, αγαπημένη μας Τιτίκα.
Πλήθος οι αναρτήσεις στο διαδίκτυο και τα δημοσιεύματα που ακολουθούν για να εκφράσουν στα παιδιά σου τη λύπη τους και να τονίσουν την αγάπη σου και το μέγεθος της προσφοράς στο συνάνθρωπο.
Αλλά και το αρμυρίκι της αυλής του σπιτιού σου στον Κερατόκαμπο της Βιάννου σίγουρα λυπημένο κοιτάζει τη θάλασσα και της ψιθυρίζει τους στίχους του δημοτικού τραγουδιού:
Μη με χαλάσεις, θάλασσα, άφησ’ με δω να στέκω,
Γιατ’ ήφυγε η αφέντρα μου και μου’πε να προσέχω,
Να ρίχνω ασκιανό πολύ, να’ ρχουνται να φιλιώνουν
παιδιά, αγγόνια και εδικοί και να τσι καμαρώνουν.
Η Κάτω Βιάννος, το χωριό της καταγωγής σου νιώθει φτωχότερο από σήμερα.
Ημέρα θλίψης η σημερινή για τους απανταχού Κατωβιαννίτες.
Κόρη του ιατρού Μάνου Γ. Μανδαλάκη από την Κάτω Βιάννο και της οδοντιάτρου Λίνας Παπακυριάκου-Μανδαλάκη από το Ναύπλιο. Γεννήθηκες στην Αθήνα το1929.
Αγάπησες όμως με πάθος τον τόπο καταγωγής σου και παραστεκόσουν στους συντοπίτες σου με αφοσίωση και καλοσύνη.
Ο πατέρας σου Μάνος Γ. Μανδαλάκης, ιατρός, Διδάκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών με σπουδές στο Παρίσι, στο νέο κλάδο της Ιατρικής, την Υδροκλιματολογία, που αφορούσε τις θεραπευτικές ιδιότητες των ‘ιαματικών υδάτων’ και του ‘μικροκλίματος’ αγαπούσε το χωριό του και γενικότερα τη Βιάννο.
Αυτήν την αγάπη φρόντισε να τη μεταδώσει στη μητέρα σου και σένα.
Και λίγο πριν από τον πρόωρο θάνατο του το 1947 στη διαθήκη του έγραψε στη σύζυγο και στην κόρη του : «Nα βρίσκεστε πάντα στο πλευρό των συμπατριωτών μου σ’ οποιαδήποτε ανάγκη τους».
Μάνα και κόρη, Λίνα και Τιτίκα, κάνατε φυλαχτό τη διαθήκη αυτή και γίνατε συνεχιστές του δικού του έργου, της δικής του αγάπης για το χωριό μας και την ευρύτερη περιοχή της Βιάννου.
Τη βασική σου μόρφωση την αποκτάς από τις Σχολές Σαλβάνου και το Τοσίτσειο Αθηνών και ύστερα από επιτυχείς εξετάσεις το 1947 φοίτησες στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Απόκτησες την ειδικότητα του Ιατρού Παθολόγου το1956 και της Αιματολογίας το 1966.
Αναγορεύτηκες διδάκτορας το 1957 και Υφηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1971.
Υπήρξες Πανεπιστημιακή βοηθός και Επιμελήτρια στη Β’ Παθολογική Κλινική του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου και με τη σοφή καθοδήγηση του καθηγητή Αγκάραθου Γούτα, άνοιξαν τα φτερά σου στα μεγάλα επιστημονικά βήματα.
Μετεκπαιδεύτηκες σε ειδικά θέματα της αιματολογίας στην Ελβετία, στη Ζυρίχη και στη Γαλλία, στο Παρίσι, ως υπότροφος της Γαλλικής Κυβέρνησης, στο Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας της Γαλλίας, όπου και ολοκλήρωσες τις σπουδές σου.
Το1967 ολοκλήρωσες τη διατριβή σου “επί υφηγεσία” με θέμα τα αιμορραγικά νοσήματα κοντά στο δάσκαλο και συνεργάτη σου Υφηγητή Ιπποκράτη Τσεβρένη.
Πιστή στα ιδανικά της εθελοντικής αιμοδοσίας που υπηρέτησες και στήριξες με όλες σου τις δυνάμεις, ανέλαβες το 1971 τη Διεύθυνση του Β’ Περιφερειακού Κέντρου Αιμοδοσίας στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών.
Σημαντική η παρουσία σου στο Κέντρο αυτό, με διεθνή αναγνώριση στον τομέα των διαταραχών της αιμόστασης και στον τρόπο αντιμετώπισης των αιμορραγικών διαθέσεων, οξείων και χρόνιων στα αιμορροφιλικά άτομα. ‘Μαμά’ σε αποκαλούσαν τα άτομα αυτά.
Άνθρωπος δραστήριος και δυνατός βλέπεις μπροστά και δε φείδεσαι κόπου και χρόνου και καταβάλεις κάθε προσπάθεια να προωθήσεις την ειδικότητα της Αιματολογίας στη χώρα μας αλλά και να προβάλεις την Ελλάδα μας στο εξωτερικό σ’ αυτόν τον τομέα.
Μεγάλη υπήρξε η συμβολή σου και στη νομοθετική ρύθμιση θεμάτων που αφορούσαν την αιμοδοσία αλλά και ως εκπρόσωπος της χώρας μας στο εξωτερικό με την ιδιότητα του Εκπροσώπου ή του μέλους Εθνικών Επιτροπών στα θέματα αυτά. Η συμβολή σου ως Μέλους της Εθνικής Επιτροπής AIDS και του Κέντρου Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων (Κ.Ε.Ε.Λ.) αλλά και σε πολλές επιτροπές σε Εθνικό και Ευρωπαϊκό επίπεδο υπήρξε ουσιαστική επιστημονικά και με διεθνή αναγνώριση.
Ακούραστη πάντα αναλάμβανες ή συμμετείχες στην οργάνωση και διεξαγωγή Επιστημονικών Συνεδρίων.
Σημαντικό και το εκπαιδευτικό σου έργο σε φοιτητές της Ιατρικής, ιατρούς, νοσηλευτικό προσωπικό και προσωπικό διαφόρων επιστημονικών εταιρειών. Αποχώρησες από την ενεργό υπηρεσία σου στο χώρο της υγείας το 1997.
Δεν έπαυσες όμως να συνεχίζεις να προσφέρεις στο συνάνθρωπό σου ποικιλότροπα.
Πέρα όμως από την προσφορά σου αυτή, ένα πλούσιο και αξιόλογο συγγραφικό έργο σε συνοδεύει. Μεγάλος αριθμός από άρθρα και μελέτες κοσμούν και πλουτίζουν την Ιατρική Βιβλιογραφία.
Ξεχωριστής αξίας έργο της συγγραφικής σου δραστηριότητας, ως συνταξιούχου, αποτελεί η μετάφραση του βιβλίου του Jean Pierre Soulier “Μourir en paix” το έτος 2000. Τίτλος του στα Ελληνικά “Πεθαίνοντας εν ειρήνη”. Tο βιβλίο αυτό προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα «Ποιο είδος της Ιατρικής να επιλέξουμε για το τέλος της ζωής μας;».
Τιτίκα μου,
Γοργόφτερη η σκέψη μου πετά στο καλοκαίρι του 2016. Το τελευταίο καλοκαίρι που πέρασες στο σπίτι σου στο Καστρί-Κερατόκαμπο της Βιάννου. Απόλαυσες για τελευταία φορά μόνη σου, γιατί είχε προηγηθεί ο μισεμός του αγαπημένου σου συζύγου Τάσου Γιαννιτσιώτη, τον ίσκιο κάτω από το αρμυρίκι της αυλής του σπιτιού σου, τη δροσιά και το βουητό της θάλασσας, που το κύμα της χαϊδεύει την αυλή σου μα και τη συντροφιά φίλων και αγαπημένων σου προσώπων. Ήπιαμε τον καφέ μας κάτω από το αρμυρίκι της Αταλάντης και την μπύρα σε παγωμένο ποτήρι, όπως συνήθιζες, στην ταβέρνα του Μπριτζολάκη.
Ανταλλάξαμε ένα θερμό χαιρετισμό και έφυγες με την ευχή να ξανανταμώσουμε το επόμενο καλοκαίρι.
Ήρθε όμως γρήγορα για σένα ένας δύσκολος χειμώνας, όχι από καιρικά φαινόμενα αλλά από σοβαρά προβλήματα στην υγεία σου, που σιγά-σιγά σου στέρησαν τη δυνατότητα της επικοινωνίας ακόμα και με τα πιο αγαπημένα σου πρόσωπα.
Πάλεψες μέσα στη μοναξιά τριάμιση χρόνια περίπου. Τα παιδιά σου, η Έμι ως γιατρός, ο Γιώργος με τη σύζυγό του, την Άννα και οι εγγονές σου έκαναν ό,τι μπορούσαν για να παρατείνουν τη ζωή σου μέχρι σήμερα.
Φαινόσουν σιδερένια και σκληρή για τον εαυτό σου στην ενεργό ζωή σου. Ήσουν όμως πολύ ευαίσθητη και δοτική. Ίσως αυτό σε λύγισε, σου στέρησε δυνάμεις κι άθελα σου απομονώθηκες και δεν κατάφερες να ξανάρθεις στον Κερατόκαμπο που τόσο αγαπούσες.
Τιτίκα μου,
Έχω φυλάξει στην καρδιά μου τις ολονύχτιες κουβέντες μας κάτω από το αρμυρίκι της αυλής του σπιτιού σου στο Καστρί της Βιάννου.
Οι απόψεις, οι κριτικές σου, η έγνοια σου για την υγεία του πάσχοντα ανθρώπου μαρτυρούν τη δύναμη της ψυχής και του μυαλού σου, μα πιο πολύ την αγάπη σου και τη συμπαράστασή σου στον άνθρωπο.
Η αυλή του σπιτιού σου δεν άδειαζε από ανθρώπους. Πολλοί ήθελαν να σε ευχαριστήσουν για την προσφορά σου και άλλοι να ζητήσουν τη βοήθεια και τη συμβουλή σου σε θέματα της υγείας τους.
Ήσουν γιατρός με αναπτυγμένο στο έπακρο το αίσθημα της ευθύνης, της αλληλεγγύης, της συναίσθησης στο χρέος για τη ζωή και της προσφοράς σε όλους.
Με σοβαρότητα και ευθύτητα ήξερες να δίνεις απλόχερα τη βοήθειά σου.
Ήξερες να καθοδηγείς, να συμβουλεύεις και να θεραπεύεις με ανιδιοτέλεια, χωρίς υπολογισμούς και διακρίσεις. Με το πνεύμα σου το ανήσυχο, με ακάματη τη διάθεση για συνεχή ενημέρωση, μπόρεσες να εκπαιδεύσεις ένα πλήθος επιστημονικού προσωπικού, που σήμερα συνεχίζει το έργο σου.
Ήσουν περήφανη γιατί στη μνήμη σου ζωντάνευε πολλές φορές η μορφή του πατέρα και της μητέρας σου. Στο ταξίδι της ζωής σου δίπλα σου πάντα ο αγαπημένος σου σύζυγος, Υφηγητής της Ιατρικής, Τάσος Γιαννιτσιώτης και τα δυο σου παιδιά, η Έμι και ο Γιώργος με τη σύζυγό του, την Άννα.
Ο πόνος των παιδιών σου και των εγγονών σου, της Μαργαρίτας, φοιτήτρια της Ιατρικής και της Αναστασίας, φοιτήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι μεγάλος.
Μεγάλος όμως και ο δικός μας πόνος, των Κατωβιαννιτών, και γενικότερα της περιοχής της Βιάννου αλλά και όλων εκείνων που σε γνώρισαν και υπήρξαν αποδέκτες της βοήθειας και της προσφοράς σου.
Η προσφορά σου δεν έμεινε μόνο στα θέματα υγείας των συνανθρώπων μας.
Στη μνήμη μου ζωντανεύει σήμερα και η δωρεά ενός αγροτεμαχίου στις παρυφές της Κάτω Βιάννου στον Καποδιστριακό Δήμο της Βιάννου για τη δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων.
Επιθυμία όλων μας αλλά και πολλών συγγενών και φίλων σου ήταν να βρεθούμε τη στιγμή που θα σε οδηγούν στην τελευταία σου κατοικία και να σου πούμε από κοντά το «ύστατο χαίρε».
Οι συγκυρίες όμως που δημιούργησε η επιδημία του κορωνοϊού δε μας το επιτρέπουν.
Θέλαμε να βρεθούμε κοντά στα παιδιά και τις εγγονές σου να μοιραστούμε τον πόνο του μισεμού σου.
Σε κατευοδώνουμε όμως από μακριά για τον ωραίο κόσμο της αιωνιότητας.
Σε έναν κόσμο που δεν υπάρχουν μίση, ανταγωνισμοί και σκληρότητες. Στον παραδεισένιο κόσμο της σιωπής που σίγουρα θα χαίρεσαι την ομορφιά του, κοντά στους αγαπημένους σου γονείς, Μάνο και Λίνα, στο σύζυγό σου, Τάσο, αλλά και στους δικούς μας αγαπημένους ανθρώπους που σε αγάπησαν και σε περιμένουν.
Ευχόμαστε στα παιδιά και στις εγγονές σου να σταθούν δυνατοί στο μισεμό σου και να ξέρουν ότι δεν υπάρχει θλίψη για την παροδικότητα της ζωής όταν άνθρωπος, όπως ήσουν εσύ, έχει προσφέρει όσα μπορούσε στον τόπο του και την κοινωνία.
Εμείς θα σε τιμούμε και θα σε θυμούμαστε όσο ζούμε.
Αγαπημένη μας Τιτίκα,
Έδωσες πολλά.
Σου προσφέραμε λίγα.
Σου οφείλουμε πολλά.
Καλό σου ταξίδι.

Ηράκλειο 12-04-2020