«Αναψυκτικά Αγίου Βασιλείου»
Ποιος απ’ τους παλιούς δεν θυμάται την έκφραση «Σπάσε μας μια γκαζόζα στα τρία!»;
Συνεχίζουμε το αφιέρωμα στους λεμονατζήδες της περιοχής της Βιάννου και σας παρουσιάζουμε ένα κείμενο που γράφτηκε πριν 10 χρόνια από την Ελένη Ζ. Τζανάκη για την "Ηχώ της Βιάννου", για έναν από τους τελευταίους εν ζωή λεμονατζήδες, τον Χριστόφορο Βαρδάκη από τον Άγιο Βασίλειο:
"Η πιο γλυκιά ανάμνηση ενός λεμονατζή…
Συναντήσαμε έναν σπουδαίο και σεβάσμιο άνθρωπο, που για πολλές δεκαετίες δρόσιζε τα χείλη των ανθρώπων και γλύκαινε τις πίκρες της καθημερινότητάς τους. Πρόκειται για τον κ. Χριστόφορο Βαρδάκη, τον οποίο συναντήσαμε στο σπίτι του και παρά τα χρόνια του, άρχισε να μας ξετυλίγει το κουβάρι της επαγγελματικής του πορείας. «Προέρχομαι από μια πολυμελή οικογένεια και είχα οκτώ αδέρφια. Ο πόλεμος είχε διογκώσει τη φτώχεια μας, ενώ ειδικά για μας στην επαρχία Βιάννου, με την καταστροφή που πάθαμε από τους Γερμανούς, τα πράγματα ήταν ακόμη σοβαρότερα. Έτσι, αναγκάστηκα να πηγαίνω από τα γύρω χωριά, να αγοράζω αναψυκτικά από κάποιες βιοτεχνίες και να τα μεταφέρω με το γαϊδουράκι, να τα μεταπουλώ. Το 1948, έκανα το μεγάλο άλμα και επιχείρησα να στήσω τη δική μου βιοτεχνία. Με τις ελάχιστες οικονομίες που είχα, αγόρασα ένα οικόπεδο σε μια πανέμορφη περιοχή στη «Μέσα Βρύση» στον Άγιο Βασίλειο, όπου υπήρχε καλής ποιότητας νερό, κι εκεί άρχισα μ’ ένα χειροκίνητο εμφιαλωτήριο να εμφιαλώνω αναψυκτικά ποτά. Τις συνταγές, τις πήρα από παλαιότερους βιοτέχνες, αλλά έκανα κι εγώ τα δικά μου πειράματα και βγάζαμε λεμονάδες και γκαζόζες πολύ καλής ποιότητας και γεύσης. Ωστόσο, και οι πολιτικές καταστάσεις της εποχής δημιουργούσαν άλλου… είδους προβλήματα. Δυστυχώς, με το που άρχισε η παραγωγή, ήρθε μια διαταγή να αλλάξω τύπο φιάλης και να αντικαταστήσω το φελλό με καπάκι».
Η εξουσία της εποχής πιανόταν από απλά πράγματα και έριχνε τα αγκίστρια της, για να παγιδεύει τους ανθρώπους και ο Χριστόφορος Βαρδάκης δεν ξέφυγε, δυστυχώς, απ’ αυτή τη λαίλαπα. «Λόγω των πολιτικών πεποιθήσεων του πατέρα μου, κατέφθαναν εξ’ αρχής αλλεπάλληλες αστυνομικές επισκέψεις, που τα συνεπακόλουθά τους διαδραματίζονταν σε κάποιες δικαστικές αίθουσες».
Τα εμπόδια όμως αυτά, δε στάθηκαν ικανά να αναστείλουν την επιχειρηματική δραστηριότητα του Χριστόφορου Βαρδάκη, ο οποίος έχοντας τη συμπαράσταση της συζύγου του Μαρίας και αργότερα των δύο παιδιών του, καταξιωμένων σήμερα συνδημοτών μας, των Μιχάλη και Νίκου Βαρδάκη, συνεχώς επεξέτεινε τη δραστηριότητά του. «Όπως προείπα, η μεταφορά των αναψυκτικών γινόταν με το γαϊδουράκι στην Άρβη, στα Αμιρά, στο Κεφαλοβρύσι, στον Κρεβατά και στα υπόλοιπα χωριά, πηγαίναμε τα αναψυκτικά(εφτά- οκτώ κιβώτια με το τετράποδο και στην επιστροφή φορτώναμε τα αδειανά κασόνια). Η δουλειά ολοένα και πλήθαινε, γιατί καλύτερη διαφήμιση από την πηγή της Μέσας Βρύσης, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε. Άλλωστε ονομαστό έχει μείνει το σλόγκαν της εποχής «ο Χριστόφορος βγάνει καλή γκαζόζα γιατί έχει καλά νερά». Έτσι, η χειροκίνητη μηχανή αντικαταστάθηκε από σύγχρονο εμφιαλωτήριο και το συμπαθές γαϊδουράκι παροπλίστηκε και στη θέση του ήρθε το αυτοκίνητο….».
Κι ύστερα πέσαμε στη μαύρη επταετία της χούντας των συνταγματαρχών, οι οποίοι άνοιξαν διάπλατα τα σύνορα της χώρας μας στους πολυεθνικούς υπερκολοσσούς. Από την επέλασή τους, δεν θα μπορούσε να γλιτώσει και ο κλάδος των λεμονατζήδων. Οι άλλοτε ανθούσες, οικογενειακές (κυρίως) επιχειρήσεις, η μία μετά την άλλη παρέδιδαν τα κλειδιά στους επελαύνοντες «κατακτητές». Βέβαια, για τον Χριστόφορο Βαρδάκη δεν ήταν τόσο οι πολυεθνικές, όσο η επιθυμία των παιδιών του να περιορίσει τις επαγγελματικές του δραστηριότητες, αφού άλλωστε και τα χρόνια συσσωρεύονταν με ό,τι εκείνο συνεπάγεται. Σιγά-σιγά λοιπόν, μειώθηκε ο κύκλος των εργασιών και, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τα «αναψυκτικά του Αγίου Βασιλείου» σταμάτησαν να δροσίζουν τους συνεπαρχιώτες μας. «Η απόφαση αυτή πάρθηκε με πόνο ψυχής, αλλά σ’ αυτό καθοριστική ήταν η γνώμη των παιδιών μου» λέει, με νοσταλγία, ο κ. Βαρδάκης.
Ωστόσο, η επίσκεψη στο εμφιαλωτήριο, μας προκάλεσε ανάμικτα συναισθήματα, καθώς ο χρόνος μοιραία γύρισε πολλά χρόνια πριν και, για μιας, είχαμε την αίσθηση ότι ήταν παρών και ο Χριστόφορος Βαρδάκης, να φτιάχνει τα χημικά του και το εμφιαλωτήριο να λειτουργεί θορυβωδώς και να παράγει γκαζόζες. Δυστυχώς, όμως, η πραγματικότητα είναι πολύ οδυνηρή, γιατί εκτός από τη φθορά του αδυσώπητου χρόνου, που είναι εμφανέστατη, καταγράψαμε και τη λεηλασία των οικονομικών μεταναστών, οι οποίοι έχουν αφαιρέσει τμήματα του εμφιαλωτηρίου και το πούλησαν ως παλιοσίδερα, πράγμα που «πονάει» πολύ τον κ. Χριστόφορο Βαρδάκη. Εμείς, ευθέως διατυπώνουμε την πρόταση προς τον δραστήριο Πολιτιστικό Σύλλογο του Αγίου Βασιλείου, να αναλάβει την πρωτοβουλία και «να σώσει οτιδήποτε αν σώζεται».
Κι εδώ υπάρχει η δεδηλωμένη βούληση του ιδιοκτήτη, ο οποίος με ευχαρίστηση το διαθέτει για πολιτιστικούς σκοπούς.
… Η συζήτησή μας με τον κ. Χριστόφορο Βαρδάκη, ήταν ομολογουμένως ιδιαίτερα γόνιμη και ωφέλιμη. Πρώτα, γιατί μας άνοιξε την καρδιά του, η οποία όπως αποδείχτηκε έχει τεράστια αποθέματα λεβεντιάς. Κι ύστερα, γιατί η όλη συζήτηση απέπνεε μια απίστευτη γοητεία, αφού μπορεί οι αναφορές και οι ιστορήσεις του να αφορούν σε λίγες μόλις δεκαετίες πριν, αλλά δυστυχώς μάλλον έφυγαν ανεπιστρεπτί. Κι αυτό σίγουρα προκαλεί θλίψη και νοσταλγία, αφού τα «Αναψυκτικά Αγίου Βασιλείου» είναι πλέον μουσειακό είδος."