Αναδρομές...
Ο χρόνος ασφαλώς και οι εποχές του, ή οι χρονικές υποδιαιρέσεις του, είναι κατ’ αρχήν μεγέθη ουδέτερα και συμβατικά.
Είναι «ποσότητες» ή γεγονότα, χωρίς ταυτότητα, χωρίς ιδιότητες και χωρίς ιδιαίτερα χρώματα. Με άλλα λόγια, η μέτρηση του χρόνου θα είναι πάντα συμβατική και θα έχει ως αφετηρία της άλλοτε τα μεσάνυκτα, άλλοτε το ξημέρωμα, ή την δύση κλπ. και πάντα η ίδια μεταφυσική ακολουθία.
Ουδέτερος λοιπόν ο χρόνος, ουδέτερες και οι εποχές του, χωρίς ταυτότητα και δίχως ιδιαίτερα χρώματα. Όμως και παρά την ορθότητα και αποδοχή της γενικής αυτής θέσεως, κάποτε και κάτω από κάποιους όρους ή συγκυρίες, ο χρόνος χάνει την ουδετερότητά του, οπότε αποκτά και ταυτότητα και ιδιαίτερα χρώματα. Γεμίζει, με άλλα λόγια, με λουλούδια, με σπάνιες εικόνες, με νιάτα, με ζωή, με όνειρα και με «μουσικές και φωνές εξαίσιες του αόρατου θιάσου της Αλεξάνδρειας» ή της Σύρου…
Βιάννος 1956, 1957, 1958… Κι ο χρόνος συνεχίζει την προδιαγεγραμμένη πορεία και ακολουθία του μέσα στις σκληρές μεταπολεμικές συνθήκες, κοινωνικές και οικονομικές.
Φτώχεια και στερήσεις. Όμως τα λιβάδια στο βιαννίτικο κάμπο είναι κατάσπαρτα, τα στάχυα δυνατά, αγέρωχα και ατίθασα, κυματίζουν χορευτικά και λικνίζονται ερωτικά και στα αλώνια όλου του κάμπου περιμένουν καρτερικά οι αλωνάρηδες τον ούριο άνεμο για να λιχνίσουν και να βγάλουν τον καρπό, στάρι ή κριθάρι κλπ. που θα τους δώσει το ψωμί τους. Εδώ ο Σπανομανώλης, εκεί ο Παντελής, πιο πέρα ο Σπανοχαραλάμπης κι ακόμη πιο πέρα ο Χαράλαμπος (Μαστρογιωργάκης), ο Σπαναντώνης κι ο «Φωτεινός» (Βαλαωρίτης) της Βιάννου ο Τηλέμαχος (Παπαδογιάννης).
Φτώχεια και στερήσεις. Όμως τα χαντάκια του βιαννίτικου κάμπου έχουν καθαρισθεί έγκαιρα από την ιλύ, τον βούρκο και τα ιζήματα, οι ιδιοκτήτες των παραρρεμάτιων χωραφιών έχουν ανταποκριθεί στο κάλεσμα της Κοινότητος και της Αγροφυλακής και τα έχουν καθαρίσει έτσι ώστε να μπορέσουν να δεχθούν τις βροχές και τις πλημμύρες του χειμώνα. Και βέβαια, εργατικοί και φιλοπρόοδοι οι τότε αγρότες της Βιάννου, οι πατέρες μας, δεν σπαταλούν τον χρόνο
τους και δεν προσφοιτούν στα καφενεία περιμένοντας τις αμαρτωλές επιδοτήσεις, αυτές που διέφθειραν και κατέστρεψαν την πολιτική, ηθική και κοινωνική συνείδηση των Ελλήνων της υπαίθρου τις τελευταίες δεκαετίες. Πατριώτες με φρόνημα εθνικό οι γονείς μας, με σεβασμό και εκτίμηση, ως πολίτες συνειδητοί, στην Ελληνική Πολιτεία και ως υπερασπιστές του κύρους του Ελληνικού Κράτους, δεν ψεύδονται ασφαλώς και δεν δηλώνουν κατοχή 1.000 π.χ. ελαιοδένδρων, ενώ στην πραγματικότητα είναι κάτοχοι 100. Δεν εξαπατούν δηλαδή την Ελληνική Πολιτεία και δεν διεκδικούν επιδοτήσεις για ελαιόδεντρα που δεν έχουν και για λάδι που δεν παράγουν.
Βιάννος λοιπόν της δεκαετίας του 1950 με φτώχεια και στερήσεις. Όμως και παρά ταύτα, το νερό εξακολουθεί να τρέχει μέσα στα χαντάκια του βιαννίτικου κάμπου κρυστάλλινο, χαρούμενο και ευτυχισμένο, γιατί βλέπει μέσα του τις εκδηλώσεις της ζωής. Βλέπει τα βατράχια να ζευγαρώνουν τραγουδώντας, τα ψαράκια των χαντακιών να τρώνε με βουλιμία τα υπό εκκόλαψη αυγά των κουνουπιών, βλέπει τις αιωνόβιες χελώνες, βλέπει τις άγριες πάπιες και βλέπει τα διερχόμενα και διαβατάρικα χέλια που θα πορευθούν και θα οδοιπορήσουν μέχρι να φθάσουν στο δικό τους νησί εκεί που τα περιμένει ο έρωτας, η τρυφερότητα και η αγάπη.
Βιάννος στην δεκαετία του 1950. Φτώχεια και στερήσεις κι ο ηλεκτρισμός είναι ακόμη όνειρο μακρινό. Φωτισμός, αν όχι με λίχνους μινωϊκής προελεύσεως που καίνε λάδι ελιάς, φωτισμός στην καλύτερη περίπτωση, με λάμπα πετρελαίου. Και κόστος ενός λίτρου πετρελαίου 5 δρχ. με μεροκάματο εργάτη στην οικοδομή, ή στην κοινότητα, 48 δρχ.
Βιάννος στη δεκαετία του 1950, με μηδενικές δυνατότητες, ή ευκαιρίες παραγωγής χρήματος, ή πλούτου. Κάποια μεροκάματα στη συλλογή των ελιών, κάποια μεροκάματα στο ράντισμα των ελιών, για την καταπολέμηση του δάκου, (που όμως στην περίπτωση αυτή η επιλογή των εργατών εγίνετο με κριτήρια αυστηρώς πολιτικά και οι μη προσκείμενοι στην πολιτική θέση του κοινοτάρχου ήταν απόβλητοι από το ράντισμα και κάποια μεροκάματα στα ελαιοτριβεία) και στο πυρηνεργοστάσιο.
Βιάννος στη δεκαετία του 1950, με φτώχεια και στερήσεις. Όμως είτε από ανάγκη, είτε από μια μεταφυσική σχέση γης και ανθρώπου, μια σχέση βαθύτατα ερωτική και με στοιχεία εξάρτησης, μια σχέση ερωτική ανάμεσα στο χωράφι και στον αγρότη, οι τότε Βιαννίτες εδούλευαν και παρήγαγαν. Μοναδικής ομορφιάς κήποι ή περιβόλια παντού. Στον Μυρταρά κυριαρχούν οι Κόμηδες, στον Γαμπριγιέλε και στον Παλέμηδο άλλοι, στον Σκλαβό ο γέροντας και σεβάσμιος Ηγουμενίδης, στο Ψιχούλι, στου Καβρού στην Ποταμίσσα, στο Καβούσι κλπ. άλλοι. Όλες οι ανάγκες καλύπτονται από τα προϊόντα που παράγονται από τους ίδιους τους παραγωγούς.
Μέσα σ’ αυτό το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον, μέσα στις συνθήκες της δεκαετίας του 1950, ποιός θα μπορούσε να μιλήσει για πολιτισμό, για τέχνη, για διασκέδαση, για μουσική και για τραγούδι; Κάποιες δειλές καντάδες τα μεσάνυκτα κάτω από τα μπαλκόνια των όμορφων κοριτσιών, εδώ η εκκολαπτόμενη θεά η Κλειώ (Κονδυλάκη), εδώ η αυτοκρατορικής και βυζαντινότροπης ομορφιάς, καρπός αυτοκρατορικών ερώτων, Καλλιόπη (Κουφαλιτάκη), εκεί οι Αφροδίτες του Χαρίλαου (Χλειουνάκη) η Μαρία και η Κλειώ κι εδώ η αρχόντισσα Ελπινίκη Παπαμαστοράκη μαζί με την μεγαλόπρεπη Χρυσάνθη του Παπαγιάννη. Και η ακολουθία του κάλλους δεν έχει τελειωμό με τους Βιαννίτες βιολιστές, τον Μιχάλη Κουσκουμπεκάκη, τον Μύρο Κουτρουμπάκη και το Νίκο Κόμη, τον Μανώλη Μυλωνάκη και τον Δημήτρη Ραπτάκη με το μπουζούκι τους κι αργότερα τον Σήφη Κόμη με το ακορντεόν του, καθώς και τον πρωθιερέα των τότε μουσικών ακουσμάτων στη Βιάννο, τον Μανώλη Παπαγιάννη, με το ακορντεόν του. Και βέβαια δίπλα σ’ όλους αυτούς δεν μπορεί κανείς να μην αναφέρει τις αγγελικές κι αιώνιες φωνές της Ελένης του Ρεθεμνιώτη, της Κατίνας Μάστορα, του Μανώλη και Νίκου Στρατάκη, του Αντώνη Δημόπουλου κι αργότερα της Μαρίας του Χαρίλαου Χλειουνάκη και της Ελένης Γουρνιεζάκη (Κουφάκη).
Όμως και παρά την παρουσία όλων αυτών το περιβάλλον συνέχιζε να συντηρεί επίμονα την κοινωνική και οικονομική θλίψη του, οπότε δύσκολα θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για διασκέδαση, για μουσική και για τραγούδι. Κι αν μιλούσε, το πιθανότερο, είναι ότι θα χαρακτηρίζεστε ως αιθεροβάμων. Άλλωστε και γενικότερα, πάνω από την επαρχία Βιάννου και πάνω από τους ανθρώπους, στα χρόνια αυτά, είχε απλωθεί ένα αόρατο ίσως, πλην υπαρκτό πένθιμο πέπλο. Κι αυτό, γιατί ήταν ακόμη ζωντανές οι μνήμες και οι εικόνες της σφαγής του Σεπτέμβρη 1943. Και η Βιάννος συνέχιζε να θρηνεί τους νεκρούς της.
Ποιος να μιλήσει λοιπόν στα χρόνια αυτά για μουσική, για τραγούδι και για διασκέδαση; Πού να χωρέσει η χαρά, ο έρωτας και η ελπίδα; Και τότε, μέσα στα χρόνια αυτά, στην καθολική θλίψη, μέσα στις στερήσεις και στη σχεδόν καθολική φτώχεια, ήρθε θεόσταλτο στην Βιάννο το Μαριώ της Συριανής, ένα κοριτσάκι αγγελικό, πανέμορφο και πανέξυπνο, με μια μοναδική πνευματική καλλιέργεια, ασφαλώς αναντίστοιχη προς την ηλικία του. Βαθμολογίες στο σχολείο του υψηλές, άριστο και στις ξένες γλώσσες, όμως η μοναδικότητα, η ιδιαιτερότητα και η σπανιότητα, ήταν στο ακορντεόν του.
Κατέφθανε κάθε χρόνο από την Σύρο μαζί με την ευγενική και καλόκαρδη μητέρα του στην Βιάννο, κατά τους στους καλοκαιρινούς μήνες. Και βέβαια κρατώ την εικόνα του. Ήταν ένα πανέμορφο κοριτσάκι με τρόπους ευγενικούς και με έκδηλα τα στοιχεία ενός ψυχικού, συναισθηματικού και αισθητικού πολιτισμού, παρά την μικρή ηλικία του.
Έφθανε λοιπόν στην Βιάννο κι η Βιάννος, τότε στα χρόνια αυτά, είχε αρχίσει δειλά – δειλά και παρά το κοινωνικά και οικονομικά δύσκολο περιβάλλον, να βηματίζει προς τη ζωή και την ανάπτυξη, να ζει και να ελπίζει, να γεννά και να παράγει, να τραγουδά, να ονειρεύεται και να ερωτεύεται. Μπορούσε, σε αντίθεση με το σήμερα, που βέβαια έπαψε να ζει, να ελπίζει, να γεννά και να παράγει, έπαψε να τραγουδά, να ονειρεύεται και να ερωτεύεται. Σήμερα η Βιάννος είναι δυστυχώς ένα μουσείο αναμνήσεων και στα στενά δρομάκια της τις νύκτες κυκλοφορούν μόνο σκιές του παρελθόντος…
Μπορούσε λοιπόν τότε ακόμη η Βιάννος να διασκεδάζει και να τραγουδά τα βράδια κάτω από τους αιωνόβιους πλατάνους της και τότε στον Αρχάγγελο, ή στο Δημοτικό σχολείο, κάτω από τον καλοκαιρινό και έναστρο ουρανό της Βιάννου, όταν άρχιζε το Μαριώ της Συριανής να παίζει τις ολύμπιες μελωδίες του.
«Να πάψουν τα σφυρίγματα
μην έχομε τραβήγματα
μην λες πως είσαι θύμα μου
και πως πολύ σ’ αρέσω
με συγχωρείς αγόρι μου
αλλά δεν θα μπορέσω…!
Για έναν ολόκληρο μήνα, για όσο χρόνο έμενε στην Βιάννο το Μαριώ, το κοινωνικό τοπίο της Βιάννου άλλαζε. Κάθε βράδυ θεϊκά μουσικά ακούσματα, κάθε βράδυ τραγούδια, κάθε βράδυ θείες νότες και κάθε βράδυ ταξίδι στην ελπίδα, στο όνειρο και στην αισιοδοξία. Γιατί η μουσική σε ταξιδεύει και στο όνειρο, και στην ελπίδα και στην αισιοδοξία.
Θυμάμαι τους νέους και εφήβους της Βιάννου αυτής της χρονικής περιόδου, που κάποιοι δυστυχώς έχουν φύγει για πάντα. Θυμάμαι τον Κώστα Φουρναράκη, τον Μανώλη Μανδαλάκη, τον Κωστή Στρατάκη, τον Μιχάλη Μάστορα, εμένα και άλλους, που ίσως τώρα λησμονώ. Και δεν γνωρίζω, αν είναι δεοντολογικά επιτρεπτό, σεβόμενος την σημερινή κ. Μαρία και τον σύζυγό της, βιαννίτης κι αυτός, τον κ. Παπαδομαρκάκη, να πω, ότι όλοι οι τότε νεολαίοι είμαστε εγκεφαλικά ερωτευμένοι με το Μαριώ της Συριανής, που με την παρουσία του στην Βιάννο τότε έδωσε ταυτότητα και χρώματα στον χρόνο, γεμίζοντας με λουλούδια και σπάνιες εικόνες την Βιάννο, καθώς και με «μουσικές εξαίσιες και φωνές εξαίσιες του αόρατου θιάσου της Αλεξάνδρειας» και της Σύρου… Αλλά και κάτι ακόμη.
Είχα από παιδί, από τότε, χρεώσει τον εαυτό μου, να πω κάποτε δημόσια ένα ευχαριστώ στο Μαριώ της Συριανής για τις χαρές και τις ελπίδες, για τα όνειρα και την αισιοδοξία που μας χάρισε μέσα από τις νότες της, μέσα από την παιδική αθωότητα και ομορφιά, την ευγένεια, τον πολιτισμό και την αισθητική του. Και πέρασαν από τότε 50 περίπου χρόνια για να εκπληρώσω το χρέος μου. Όμως και τώρα ελπίζω, πως δεν είναι αργά.
*Ο κ. Μιχάλης Γιαμαλάκης είναι δικηγόρος
Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα "Ηχώ της Βιάννου"