Αν δεν μπορώ εγώ, πώς μπορούν εκείνοι;
Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάθε φορά που έχει πολύ κρύο εκεί έξω ο νους μου πηγαίνει κι αλλού.
Ξεβολεύεται και απομακρύνεται για λίγο από τη ζεστασιά του διαμερίσματος και προσπαθεί- νοερά- να μπει στα παπούτσια του άλλου, όπως λένε και οι φίλοι μας οι Άγγλοι. Κάθε φορά αναρωτιέμαι πως: «αν δεν μπορώ να αντέξω το κρύο εγώ, πώς μπορούν αυτοί οι άνθρωποι;». Η σκέψη μου δεν πάει μόνο εκεί… Πάει και στα αδέσποτα που είναι επίσης εκτεθειμένα στο τσουχτερό κρύο.
Εμείς να επιδιδόμαστε στο νέο αγαπημένο …σπορ των Ελλήνων, τη μετεωρολογία, κάνοντας εκτιμήσεις για την υποχώρηση του χιονιά κι άλλοι δύσμοιροι να υπομένουν απλά να περάσει μια ακόμη δυσκολία για εκείνους…
Χαστούκι στο πρόσωπο, η σκέψη- πόσω μάλλον το βλέμμα -της σκοτεινής πλευράς της κοινωνίας στην οποία ζούμε. Αυτή είναι η «σκληρή» πραγματικότητα θα μου πείτε. Η αδικία της ζωής. Διαφορετικοί κόσμοι. Εμείς εδώ, εκείνοι κάπου κει έξω…Εμείς στο σπίτι μας, στα γραφεία μας, στη βολή μας. Εκείνοι στον δρόμο.
Αυτή τη σκέψη έκανα ξανά, λίγο πριν την Πρωτοχρονιά, εντοπίζοντας μια γωνίτσα, κάπου εκεί στη παλιά Λαχαναγορά στην παραλιακή Λεωφόρο του Ηρακλείου. Η ίδια σκέψη στριφογύριζε στο μυαλό μου σκεπτόμενη τις «ζεστές» οικογενειακές μας γιορτές, αντικρίζοντας, δίπλα σ’ ένα ασανσέρ, μια μεγάλη κουβέρτα και δίπλα νερό και τροφή για ζώα. Δεν ξέρω αν ήταν το αυτοσχέδιο "σπιτάκι" κάποιου άστεγου ή η ζεστή γωνιά κάποιου ζώου, ίσως να είναι και τα δύο, η εικόνα αυτή πάντως αφύπνισε τη σκέψη μου…

