''Εκατάλαβες κακομοίρη;''
Παλιά, τον συναντούσα στο καφενείο του χωριού.
Εκεί σύχναζε, όταν δεν ήταν με τα ζώα του.
Τώρα, στη βουνοκορφή πρέπει να σκαρφαλώσω, για να τον συναντήσω. Στο μιτάτο του.
Έπαψε να πηγαίνει στο καφενείο.
''Δεν έχω μπλιό παράδες να κερνώ τσι φίλους μου και ντρέπομαι'', μου χει πει, εξηγώντας μου γιατί σταμάτησε να πηγαίνει στο ντουκιάνι.
Στά χαράκια του μιτάτου του σκαρφάλωσα και σήμερα. Ήθελα να τον δω. Και να ζητήσω να μου ορμηνέψει.
Άργησα να τον βρω. Έψαχνε να βρει ένα ζούμπερο που είχε χαθεί.
Έκατσα στην αναμμένη πυροστιά και τον περίμενα. Ευτυχώς, ήξερα που έχει τη ρακή και τα καρύδια.
Ήρθε μετά από πολλή ώρα, κρατώντας στην αγκαλιά του ένα κατσίκι.
''Καλώς τονε. Εμάθανέ σε οι σκύλοι και μήτε που σε γαβγίζουνε'' μού 'πε και έκατσε κοντά στη φωτιά.
''Δε θα τα πάμε καλά με τούτονε το ζωντανό. Αντάρτης μου βγήκε. Σαφί μολέρνει στου διαόλου τσι μπάντες'', μου 'πε, δείχνοντάς μου με την κεφαλή του το κατσίκι.
Ήπιαμε κάμποσες ρακές, μέχρι να του κάμω την ερώτηση που στροβίλιζε στο μυαλό μου.
''Φοβούμαι'', του 'πα, '' φοβούμαι τση διαόλους, μπας και βρούνε τρόπο να ξαναγιαγύρουνε και να ξαναγονατίσουνε το λαό. Πες μου ίντα θαρρείς πως πρέπει να γενεί''.
Ανασκάλεψε τη φωτιά, γέμισε τα ποτήρια με ρακή και μού 'πε:
''Άμα δε μονιάσομε, οι χίλιοι διαόλοι θα μασε πάρουνε. Γιατί οι διαόλοι μονιασμένοι είναι. Εμείς δεν είμαστε.''
Δεν του απάντησα. Και τι μπορούσα να του απαντήσω;
''Πάμε να σου δείξω ίντα σου λέω'', είπε μετά από κάμποσης ώρας δική μου σιωπή.
Σηκώθηκα και τον ακολούθησα σ' ένα κακοτράχαλο μονοπάτι.
Στάθηκε μπροστά σ' ένα δέντρο.
Πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο δέντρο. Αμέτρητους κορμούς είχε.
Ο κάθε κορμός στήριζε όλους τους άλλους. Και όλοι οι άλλοι, στήριζαν τον κάθε κορμό.
''Θωρείς;'' μου 'πε δείχνοντάς μου το δέντρο ''άμα δε γενούμε σαν και τούτο, οι χίλιοι διαόλοι θα μασε πάρουνε''.
Δεν κατάλαβα πότε έφυγα από το μιτάτο του φίλου μου και πότε έφτασα στο κονάκι μου.
Σε όλο το δρόμο, ένα δέντρο με ακολουθούσε και συνέχεια με ρώταγε ''εκατάλαβες κακομοίρη;''.
Στρατάκης Μιχάλης