Του Χάρου η μάνα
Του Χάρου η μάνα πρόβαλε, του γιου τζη παραγγέρνει:
-Μην παίρνεις άνοιξη ψυχές, που να΄χεις την ευκή μου,
που λουλουδίζουν τα κλαδιά και τα δεντρά καρπίζουν,
και ζευγαρώνουν τα πουλιά και σμίγουσι τα έχνη.
Το θέρο καταλάγιασε, υγιέ μου, κι αφρουκάσου
του θεριστή που τραγουδεί, του λιχνιστή που στένει
εφτά σωρούς το μάλαμα το στάρι στη λιχνίστρα,
και του βοσκού που ξωλαλεί τα ζα στο ποτιστήρι.
Κι Αύγουστο μήνα πόζεψε, στ΄αμπέλι ξεκουράσου
να δεις κοράσια που τρυγούν και νιους οπού πατούνε
στα πατητήργια ολόχαροι και ξεμετρούν το μούστο.
Και τον Οχτώβρη πού΄ρχεται αψύ το πρωτοβρόχι,
στον Κάτω κόσμο άλλες ψυχές μη βουληθείς να πάρεις!
Θέλου να σπείρουν στα χωργιά, θένε να ζευγαρίσουν
κι έχουν και λιομαζώματα κι αλετρουβγιά στη μέση.
Σαν έρθουν τα Χριστούγεννα, υγιέ μου, πομονέψου!
Φέστες ο κόσμος και χαρές, και μαύρα ας μη φορέσει,
Κι απέ τα Φωτοκάλαντα κι ο μήνας φλεβαρίσει,
Δουλειές του κλάδου, τς οξοχής, κι ανέλωση μην κάμεις!
Κι άμα΄ρθουν τα Λαμπρόσκολα, υγιέ μου, θεραπέψου,
κάτσε και καταλάγιασε και πιάσε μου το λόγο!
Μην ορφανεύγεις κοπελιές, γυναίκες μη χηρεύγεις
κι απού τη ρόγα αχρόνιαστα κοπέλια μη σακάζεις,
μην παίρνεις σκολιαρούδικα κι αφήνουν το Ψαλτήρι.
Κι ανεστορήσου πού΄λεγες κι εσύ την άλφα- βήτα
κι εκαλανάρχας του παπά κι εβάστας του το ίσο
κι ήλεγες τον Απόστολο κι ήμοιαζες με τσ΄αγγέλους΄
κι εδά πώς αλλαξόσειρες και δεν ψυχοπονάσαι;
Κωστής Φραγκούλης