Τίτλοι τέλους για ένα σπουδαίο της τέχνης…
Σε ηλικία 98 ετών έφυγε από τη ζωή ο Στέφανος Ληναίος, μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές του νεοελληνικού θεάτρου, με διαδρομή που εκτείνεται σε περισσότερες από επτά δεκαετίες. Άφησε την τελευταία του πνοή ήρεμα, κρατώντας το χέρι της συζύγου του, Έλλης Φωτίου, της συντρόφου της ζωής και της τέχνης του επί σχεδόν εβδομήντα χρόνια.
Γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου 1928 στη Μεσσήνη (Διονύσιος Μυτιληναίος το πραγματικό του επώνυμο) και σπούδασε πολιτικές επιστήμες στην Πάντειο, καθώς και υποκριτική στη Σχολή Θεάτρου του Σωκράτη Καραντινού, στον Μορφωτικό Σύλλογο Αθήναιον και στη Βασιλική Ακαδημία Δραματικής Τέχνης (RADA) στο Λονδίνο. Εκτός από σπουδαίος ηθοποιός, ήταν σκηνοθέτης, συγγραφέας και θεατρικός επιχειρηματίας, με παράλληλη έντονη πολιτική και κοινωνική δράση. Η πορεία του συνδέθηκε σταθερά με την καλλιτεχνική δημιουργία, τη δημόσια παρέμβαση και τη διαμόρφωση ενός θεάτρου με σαφή κοινωνικό και πολιτικό προσανατολισμό.
Σύμφωνα με επιθυμία του ίδιου και της οικογένειάς του, η αποτέφρωση πραγματοποιήθηκε σε στενό οικογενειακό κύκλο, σήμερα Τετάρτη 22 Απριλίου, στο Αποτεφρωτήριο Ριτσώνας υπό τους ήχους τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι από την ταινία «Το Κλωτσοσκούφι», το «Μιας πεντάρας νιάτα» του Γιώργου Ζαμπέτα, η «Άρνηση» του Μίκη Θεοδωράκη, «Το Ακορντεόν» και «Ο δρόμος» του Μάνου Λοΐζου.
Η κόρη του, Μαργαρίτα Μυτιληναίου, τον αποχαιρέτησε με ανάρτησή της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γράφοντας:
«Καλό σου ταξίδι, πατέρα.
Έφυγες πλήρης και πλήρης ημερών, χαμογελαστός και γεμάτος αγάπη. Μεγάλο πράγμα.
Όλη σου τη ζωή πάλεψες για αυτό που θεωρούσες έντιμο, δίκαιο και Δημοκρατικό.
Αγώνες, αγωνίες, εξορίες, οικονομικές καταστροφές, πολιτικές απογοητεύσεις- όλα τα αντιμετώπισες. Όλα τα ξεπέρασες.
Ο δρόμος που περπάτησες είχε πολλή μοναξιά αλλά και μεγάλες νίκες.
Θέατρο, ραδιόφωνο, κείμενα σε εφημερίδες, βιβλία, συνδικαλισμός. Σε όλα άφησες το ισχυρό σου αποτύπωμα.
Για καλό κατευόδιο σου χαρίζω τον ήλιο της Άνοιξης, την ευωδιά του λουλουδιού της νεραντζιάς, τη γεύση του παγωτού καϊμάκι και τη θέα του Μεσσηνιακού κόλπου που τόσο αγαπούσες. Α, και έναν ελληνικό καφέ σαν αυτόν που έπινες κάθε απόγευμα με την μαμά.
Αυτά, πατέρα.
Καλό δρόμο…»…