Της Χαλιμάς τα παραμύθια
Μια φορά κι έναν καιρό, κάποιος θείος «εξ Αθηνών» υποσχέθηκε να κάμει δώρο στα ανίψια του από ένα κουστούμι. «Πόσο είσαι, ρε, στο ύψος;», ρωτάει τον Γιώργη. «1,80, θείε, με ανοδικές τάσεις, απάντησε ντροπαλά ο ανιψιός».
Παραμύθι 1ο
Οι γονείς των παιδιών, θέλοντας να ευχαριστήσουν τον συγγενή, άρχισαν τα πεσκέσια και τα τραπεζώματα και τα «Σε μας θα έρθετε πρώτα, θείε» και τα «Σας βάλαμε, θείε, κι ένα καλό ανθότυρο, κι ένα ξερό τυρί για μακαρόνια»...
Πάει λοιπόν ο θείος στην οδό Αθηνάς, βρίσκει ένα καλό στοκατζίδικο και λέει: «Ρε συ, αν πάρω αυτό το κουστούμι με το τόκινο ύφασμα, πόσο θα με το δώκεις»; Ο έμπορος, που ’χε κι αναδουλειές και κεσάτια, έτριψε τα χέρια του. «120 ευρώπουλα κάνει, αλλά εσύ θα το πάρεις μόνο 70», του απαντάει με σιγουριά.
Ο θείος, που ήταν παιδί της πιάτσας, επανέρχεται δριμύτερος: «Κι αν θα πάρω ρε πέντε τεμάχια, πόσο θα με τα δώκεις»; Ξεροκατάπιε με δυσκολία ο έμπορος κι άρχισε το ξεβράκωμα.
«Αν θα πάρεις πέντε, θα σου το χρεώσω 40 ευρώπουλα το ένα», είπε ο έμπορος. Βγάζει ο θείος δυο κολλαριστά εκατόευρα, παίρνει το εμπόρευμα και το ξαποστέλνει πάραυτα στο χωριό.
Μαζεύτηκαν τα ανίψια να μοιράσουν τα δώρα αλλά τσακώθηκαν στη μοιρασιά, γιατί οι άνθρωποι πάντα στις μοιρασιές βγάζουν τα μάτια τους. Πάει ο πρώτος να προβάρει το κουστούμι, του ’φτανε στα γόνατα! Πάει ο δεύτερος να δοκιμάσει, κωλόσερνε το μισό! Πάει ο επόμενος, δεν του ’μπαινε στη μέση! Την αρχική χαρά διαδέχτηκε η απογοήτευση και τα «Άι σιχτίρ κι αυτός και τα δώρα του, ο… γύφτος…» κι άλλα παρόμοια.
Εν τέλει, από τα πέντε κουστούμια ένα μόνο φάνηκε χρήσιμο και τα υπόλοιπα τα δωρίσανε σε κάτι γύφτους, που πάντα βρίσκουνε τρόπο να τα προσαρμόζουνε όλα απάνω τους. Ο θείος, λοιπόν, έκαμε (υποτίθεται) το χρέος του αλλά τα ανίψια δε φόρεσαν ποτέ κουστούμι. Κλάψανε, μουρμουρίσανε, αναθεματίσανε, αλλά τα κουστούμια τα φορέσανε οι γύφτοι και πολύ τα φχαριστηθήκανε. Και πέρασαν καλά οι γύφτοι κι οι υπόλοιποι… βράσε ρύζι.
Παραμύθι 2ο
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια χώρα της Αφρικής ξεσηκώθηκαν οι ιθαγενείς και ζητούσανε λιμάνια για να παρκάρουνε τις πιρόγες τους. Ψωμί δεν είχανε να φάνε, οι ιθαγενείς, λιμάνια θέλανε. Αρχίσανε να μαλαγανιάζουνε τους πολιτικούς, αρχίσανε κι οι πολιτικοί να μαλαγανιάζουνε τους ηλίθιους τους ιθαγενείς και έτσι περνούσε ο καιρός. Κάποτε ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και οι πολιτικοί, που ως συνήθως είναι ψεύτες, αποφασίσανε να κάμουνε λιμάνια για τις πιρόγες! Ήθελαν λιμάνια αλλά το ταμείο δεν είχε δεκάρα τσακιστή. Όμως είχανε μια θεία που τη λέγανε Ευρώπη και τους είπε: «Ρε σεις, θέλετε λεφτά»; Τρίψανε αυτοί τα χέρια, γιατί, σου λένε, θα φτιάξουμε τα λιμάνια στους ηλίθιους, αλλά όλο και κάτι θα μείνει για να ξεκοκαλίσουμε κι εμείς! Όμως, η θεία Ευρώπη έβαλε όρους, γιατί πάντα όποιος έχει τα φράγκα, αυτός βάζει και τους όρους:
«Ναι, θα σας τα δώσω τα λεφτά αλλά χρειάζονται μελέτες», τους είπε κι αυτοί κοιτούσανε σαν αποσβολωμένοι, γιατί πρώτη φορά ακούγανε τη λέξη «μελέτη».
Θέλοντας και μη όμως, συμφώνησαν και αμέσως το δαιμόνιο μυαλό των πολιτικών έπιασε δουλειά, να σκαρφιστεί τη ματσαραγκιά, πώς δήλαδή, θα φάνε τα λεφτά της «θείας». Πήγανε λοιπόν στο εξωτερικό και ρωτήσανε αν νοικιάζονται μελέτες. «Το μόνο εύκολο», τους είπανε οι συνάδερφοι τους στις τσαρλατανιές. Στο τάκα τάκα λοιπόν, τα κανονίσανε κι αρχίσανε να κατασκευάζουνε τα λιμάνια! Φτιάξανε ένα στον Κόκκινο Πύργο, ένα άλλο στον Τσούτσουρα, ένα για το Καστρί και τον Κερατόκαμπο κι ένα στην Άρβη…
Τα εγκαίνια γίνανε με πύρινους λόγους «η κυβέρνηση βρίσκεται κοντά στο λαό» κι άλλες τέτοιες ανοστιές, οργανώσανε μεγάλα φαγοπότια, τον ουρανό αυλάκωσαν αμέτρητα βεγγαλικά, ταρατατζούμ βαράγανε οι βιολιτζήδες, καταχαρήκανε κι οι ιθαγενείς που είδανε κοτζάμ υπουργό μέσα στο κατάλευκο κοστούμι της να χορεύει το «τάκα-τάκα-τάκα τα πεταλάκια», και το βράδυ κοιμηθήκανε φχαριστημένοι!
Λίγους μήνες μετά, είδανε τη μάνητα της φύσης και δεν μπορούσανε να καταλάβουνε την τσατίλα της. Ένας γέροντας, σοφός ιθαγενής, τους είπε ότι η κατάσταση θα χειροτερέψει κι ότι, δε θα μείνει καλύβα για καλύβα κατά μήκος του γιαλού, γιατί η φύση, έτσι κι αλλιώς εκδικείται. Πόσω μάλλον όταν υπόσχεσαι λιμάνια, αλλά κατασκευάζεις αποθήκες για την άμμο!
Την επόμενη και την παραεπόμενη χρονιά ίδια και χειρότερα. Ο σοφός γέροντας ιθαγενής μίλησε ξανά: «Ελάτε, χωριανοί, να τους τα γυρίσουμε πίσω τα λιμάνια τους, γιατί θα καταστραφούμε ολοσχερώς…». Έτσι και έγινε. Οι ιθαγενείς σώθηκαν γιατί διέθεταν έναν σοφό άνθρωπο!
Έκτοτε η θάλασσα ηρέμησε, η φύση ξανάγινε πλανεύτρα και όμορφη και πέρασαν κι αυτοί καλά…
Υ.Γ.: Μη μπερδεύεστε. Αυτά έγιναν στην Αφρική. Ποτέ δε θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο σε μια «πολιτισμένη» χώρα όπως η Ελλάδα!